Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Υποβλητική απόμακρη γραφή

Ζωσμένος τη βαριά σκευή της κλασικής ευρωπαϊκής λογοτεχνίας εισέβαλλε στη σύγχρονη νεοελληνική ο Γιώργος Μητάς με την πρώτη του συλλογή τριών διηγημάτων. Η ρέουσα γλώσσα του, που τρέχει σαν το ομώνυμο ποτάμι της βορινής αγγλικής επαρχιακής πόλης όπου εξελίσσονται οι λυπητερές ιστορίες του, θυμίζει κλασικότροπο Αγγλο, Γερμανό ή Ρώσο γραφιά 19ου αιώνα. Δηλαδή συγγραφέα που εν πολλοίς ταυτίζει την πεζογραφία με την περιγραφή, δηλαδή την λογοτεχνική τοπιογραφία και το πορτρέτο. Σε αυτά προσθέστε και μια δεξιότητα στο κούρδισμα του αναγνώστη που αποκαλείται σασπένς. Η καλλιεργημένη περιγραφική ικανότητα του Μητά χρησιμοποιεί ως πρώτες ύλες το σκοτάδι και το φως ή τα παράγωγά τους, το ψύχος και τη θερμότητα, με τα οποία αποδίδει την εξόχως αφιλόξενη ατμόσφαιρα του άσημου Χαλ. 

Ο συγγραφέας με πολυετή παραμονή στην εν λόγω κωμόπολη όπου σπούδασε αλιευτική βιολογία, σκιαγραφεί ξανά και ξανά  - φιλοτεχνώντας με τις λέξεις ένα υποβλητικό κιαροσκούρο - την αέναη διαπάλη του αναιμικού φωτός με το αδηφάγο σκοτάδι. Το εχθρόκοσμο αυτό φόντο με τα μουντά, θεοσκότεινα κτίρια, τους κακοφωτισμένους έρημους και παγωμένους δρόμους, τα σκιερά απειλητικά μεγαλόκορμα δέντρα, όπως και μια σταθερά επανερχόμενη αίσθηση κλειστοφοβίας και δυσανεξίας των εσωτερικών χώρων, μοιάζουν δάνεια από το γοτθικό ή το πεισιθάνατο μυθιστορηματικό σύμπαν ενός Χώθορν.

Οι αντίστοιχων καταβολών ήρωές του παρουσιάζονται ή μάλλον χτίζονται κομμάτι, κομμάτι ενώπιον του αναγνώστη, ως μυστήρια προς εξερεύνηση. Οι ήρωες του Μητά, η συμπαθεστάτη υπέργυρη ταξιθέτρια, η κυρία Ρότζερς που μάχεται μια εκ προοιμίου χαμένη μάχη με το γήρας, ο τυφλός νεαρός Σκωτσέζος, ο Ντόναλντ που βιώνει την (εξόχως υπαινικτικά δοσμένη) συντριβή της ερωτικής απόρριψης και ο πολυτεχνίτης μεσήλικας, γέννημα θρέμμα του Χαλ, ο συντετριμμένος γίγαντας Στιβ, είναι ό,τι πιο στέρεο προσφέρει στον αναγνώστη του ο Μητάς. 

Γιατί τα τεθλιμμένα διηγήματά του, φιλοτεχνούν με ζωγραφική μαεστρία το αλγεινό πορτρέτο μιας ψυχοφθόρας πόλης, ένα μουντό ζωγραφικό τοπίο που προκαλεί άφατη θλίψη στον θεατή του. Μια σκοτεινή όμως θλίψη που εξανεμίζεται ταχύτατα σαν το βαρύ γυναικείο άρωμα στην ατμόσφαιρα. 

Η γάργαρη ροή της μελαγχολικής αφήγησης μοιάζει να μην έχει αρχή μήτε τέλος. Ερχεται από ένα αχανές σκοτάδι για να χαθεί σε ένα άλλο αδιόρατο ζόφο. Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς κάποιο αίσιο τέλος στον πικραμένο βίο των ηρώων. Ωστόσο αυτή η φευγαλέα θλίψη έχει τη αλγεινή γλυκύτητά της. 

Ορισμένοι ενδέχεται να αισθανθούν όπως εγώ, και μια διαφορετική δυσφορία ή περίεργη ενόχληση. Έπρεπε να φτάσω στη σελίδα 58, και στη φράση «όταν έρχεσαι από την Ελλάδα» για να αντιληφθώ την αιτία της. Παρότι ο παγκρατιώτης συγγραφέας από τη Λιβαδειά εμπιστεύεται την αφήγηση σε Ελληνα αφηγητή είχα διαρκώς την αίσθηση ότι διάβαζα έξοχα μεταφρασμένη ξένη και όχι ελληνική λογοτεχνία. 

Η ματιά του συγγραφέα, του αφηγητή και των ηρώων, τα μουντά κεντροευρωπαϊκά τοπία, οι δρόμοι και τα τοπωνύμια γραμμένα στα αγγλικά, δεν επιτρέπουν στον Ελληνα (ομόγλωσσο του Μητά) αναγνώστη, καμία απολύτως ταύτιση με το κείμενο. Δεν αναγνωρίζει τίποτα από τον εαυτό του, την νοοτροπία, τις έξεις και τα χούγια που συνδέουν τους ανθρώπους που μεγάλωσαν στον ίδιο τόπο. 

Δεν γνωρίζω ξένο συγγραφέα που να έγραψε λογοτεχνία που διαδραματίζεται στην Ελλάδα που να μην διατήρησε την ιδρυτική απόσταση του επισκέπτη που μπολιάζει την λογοτεχνία. Γι’ αυτό και δεν ξέρω που ακριβώς ανήκουν οι ιστορίες του Χαλ. Στην ελληνική ή στην αγγλική λογοτεχνία;

2 σχόλια:

Μύρων Κατσούνας είπε...

Αγαπητέ Λοξία, την ίδια απορία έχει κανείς και για το αγγλόφωνο ελληνικό τραγούδι: πού ανήκουν τα τραγούδια της Μόνικα;

Σπύρος Γιανναράς είπε...

Πολύ καίρια παρατήρηση, φίλε Μύρωνα.
Μιλάμε για έναν κόσμο που απλώς έτυχε να μιλάει ελληνικά, αλλα αισθάνεται, σκέφτεται και εκφράζεται αγγλικά. Δεν τον συνδέει τίποτα με αυτόν τον τόπο. Στις ακραίες δε περιπτώσεις δυσανασχετεί και ντρέπεται για την καταγωγή του. Θα ήθελε να ήταν πούρος Ευρωπαίος κι όχι Βαλκάνιος επαρχιώτης. Συνέπεια αυτού είναι ότι την Ελλάδα και την «ελληνικότητα» την διεκδικούν βιαίως τα άκρα, όπως εσχάτως η φασιστική Χρυσή Αυγή.