Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

Οι περιπολίες ενός εξαιρετικού δεξιοτέχνη του διηγήματος

Οι θεωρίες και κυρίως οι πρακτικές που εφαρμόζουν οι διηγηματογράφοι δεν είναι λίγες. Τουναντίον. Περιέργως πώς η επικρατούσα εγχωρίως αντίληψη είναι μια, και συγκεκριμένα εκείνη, σύμφωνα με την οποία το διήγημα είναι μια σύντομη ολιγάνθρωπη ιστορία με απλή δομή, μη πεπλεγμένη πλοκή, σχοινοτενή χρονολογική αφήγηση και εντυπωσιακή ανατροπή στο φινάλε.
Μ’ άλλα λόγια φαίνεται ότι αντιμετωπίζουμε ακόμα το διήγημα με όρους 19ου αιώνα με λυδία λίθο τον τρόπο που υπηρέτησαν το είδος λογοτέχνες όπως ο Βιζυηνός, ο Θεοτόκης, ο Βουτηράς ή ο Καρκαβίτσας, σαν και δεν συνέβη η κολοσσιαία «επανάσταση» στην αντίληψη του λογοτεχνικού είδους που επέφερε π.χ. ο Φελισμπέρτο Ερνάντες ή ο Μπόρχες. 

Μια από τις μεγάλες απολαύσεις που προσφέρει η τελευταία συλλογή διηγημάτων του Γιώργου Σκαμπαρδώνη «Περιπολών περί πολλών τυρβάζω» (εκδ. Πατάκης), αλλά και εν γένει τα διηγήματά του, πέρα από την σταθερή, ζηλευτή αφηγηματική του δεξιοτεχνία -που ενίοτε θυμίζει το απαράμιλλο σόλο του Χιώτη στο διήγημα «Αν το ξανακάνεις»- είναι ο βιρτουόζικος τρόπος με τον οποίο παίζει (αντλώντας, αλλά και προσφέροντας τέρψη στον αναγνώστη) με το διήγημα: Μετατρέπει δημοτικά ή προφορικά τραγούδια σε διηγήματα («Παίρνω το ντουφεκάκι μου»), εντάσσει στο είδος μια ακολουθία τερψίδωρων ορισμών («Τι είναι το διήγημα») ή μεταπλάθει σε διηγήματα αληθινές ιστορίες ή ανέκδοτα – τις οποίες πειράζει όπως οι λάτρεις της ταχύτητας τα μηχανάκια τους –  («Συνεργείον αυτοκινήτων ‘Ο Πλούτο’», «Εργο τέχνης»).   

Ο Σκαμπαρδώνης φαίνεται να θεωρεί ότι το διήγημα αναπαριστά ή απομονώνει μια ζωντανή «φέτα ζωής». Ταυτόχρονα παίζει κατά το δοκούν και με το στοιχείο της ανατροπής, αυξομειώνοντας την ένταση της, όπως τον ήχο στα ηχεία στερεοφωνικού. Οι ιστορίες του κρύβουν στον μυχό τους μια συμπυκνωμένη οικειότητα, στην οποία ο Ελληνας αναγνωρίζει τη καθημερινότητά του. Η οικειότητα αυτή στοιχειοθετείται, σαν το άθροισμα των ψηφίδων του στοιχειοθέτη, μέσω της σκιαγράφησης χαρακτηριστικών ανθρωπολογικών προτύπων, ανεκδοτολογικών συμβάντων και μέσω της συχνής προσαρμογής της δομής στα πρότυπα του λαϊκού παραμυθιού ή του ανεκδότου. 

Κορυφαίες στιγμές της συλλογής αποτελούν μεταξύ άλλων «Η πλάβα ανάποδα», το παπαδιαμαντικής κοπής «Ο Διαμαντής Τσιούγκραβος ή Το Βουνό», «We will meet again» και το «Ο άνθρωπος που έφτιαχνε καπάντζες». 

Ακόμα όμως και τα λιγότερο επιτυχημένα διηγήματα εντυπώνουν στη μνήμη μοναδικές (κινηματογραφικού τύπου) εικόνες, ευφυέστατες ατάκες, απαράμιλλες περιγραφές. Ενδεικτικές της απαράμιλλης περιγραφικής ικανότητάς του Σκαμπαρδώνη είναι η περιγραφή της καταιγίδας στο εξαιρετικό διήγημα «Ο ‘Θαλάσσιος Δαίμων’» και η ηχητική απόδοση του νερού στο μεταφυσικό «Ενα τσουβάλι χειροβομβίδες». 

Οι ήρωες του προσέρχονται στο διήγημα κουβαλώντας τη δική τους ιστορία ή ανέκδοτο, που δεν εξυπηρετεί υποχρεωτικά την εξέλιξη της πλοκής. Με αυτό τον τρόπο ο Σκαμπαρδώνης υφαίνει ένα «διήγημα-κιλίμι» με ιστορίες μέσα στις ιστορίες, έχοντας σταθερά ως θεμέλιο μια αξεπέραστη ικανότητα απόδοσης εικόνων, που ζωντανεύει η ανάδειξη της κρίσιμης λεπτομέρειας κι ένα σαρωτικό χιούμορ. Στο οικείο αυτό σύμπαν βρίσκει με τον πιο φυσικό τρόπο τη θέση της η πιο τραβηγμένη, σουρεαλιστική υπερβολή, ξαφνιάζοντας ευχάριστά τον αναγνώστη. Το αποτέλεσμα τον τοποθετεί στο μεταίχμιο, ανάμεσα στον Ντίνο Μπουτζάτι και στον Χούλιο Κορτάσαρ. 

Το «Περιπολών...» είναι μια ανοιχτή πρόσκληση συμμετοχής σε ένα απολαυστικό αναγνωστικό παιχνίδι, σε μια περιπολία στην ιλαροτραγική, θορυβόδαρτη και βαθιά τρυφερή ελληνική πραγματικότητα που αποζημιώνει με το παραπάνω τον αναγνώστη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: