Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

«Αυτό που ζούμε μπορείτε να το περιγράψετε;»

Η γεμάτη προσδοκία ερώτηση που απηύθυνε η μυριοταλαίπωρημένη ανώνυμη Ρωσίδα, στην ποιήτρια Αννα Αχμάτοβα, ζητεί από τη λογοτεχνία τα εαυτής.
Αν η λογοτεχνία έχει ένα χρέος απέναντι στην κοινωνία είναι να διασώσει στην συλλογική μνήμη, μια δεδομένη εικόνα μιας πραγματικότητας που δεν θα μπορέσουν ποτέ να αποδώσουν ούτε οι γλαφυρότερες πένες των ιστορικών. 

Η φορμαλιστική αναδίπλωση της λογοτεχνίας στον εαυτό της η οποία σηματοδότησε το πέρασμα στον πολυθρύλητο μεταμοντερνισμό, σε συνδυασμό με την απόρριψη ενός κοινωνικού ρεαλισμού του 19ου αιώνα που είχε αρχίσει να κουράζει αναγνώστες και συγγραφείς, έσβησε σιγά σιγά από τη μνήμη μας αυτή την θεμελιώδη λειτουργία της λογοτεχνίας. Οπως συμβαίνει συχνά, μαζί με το νερό της μπανιέρας πετάξαμε και το μωρό. 

Η αντίδραση σε έναν ρεαλιστικό και κλασικό τρόπο γραφής, η εμμονική προσήλωση στην ανανέωση των συντακτικών δομών και των εκφραστικών τρόπων, το έντονο (οπωσδήποτε γόνιμο) φλερτ με το δοκίμιο, την φιλοσοφία και την ψυχανάλυση, μετέβαλλε σταδιακά την λογοτεχνία σε πεδίο αέναων θεωρητικών πειραματισμών, απ’ όπου προέκυψαν θνησιγενή γεννήματα, όπως εκείνο του γαλλικού «nouveau roman». 

Παρά το γεγονός όμως ότι η λογοτεχνία έχει την άνεση να παίζει με τα πάντα και – κυρίως – με τον εαυτό της, η ίδια δεν είναι ένα ανώφελο παιχνίδι. Παρότι και σε πείσμα του γεγονότος ότι η (οδυνηρή) εμπειρία δεν διδάσκει και δεν διδάσκεται, το έργο μεγάλων αναστημάτων όπως ο Ντίκενς, ο Χάμσουν, ο Ζολά, πολύ δε περισσότερο όπως ο Σαλάμοφ, ο Πρίμο Λέβι, ο Αντέλμ ή ο Μπέλ, η Σέγκερς και η Ευγενία Γκίνσμπουργκ αποτυπώνει την οδυνηρή, την τρομακτική και φρικώδη καθημερινότητα ενός εύκολα λησμονημένου αναρίθμητου κόσμου που μας τιμωρεί όποτε τον ξεχάσουμε. 
 
Το μεγάλο στοίχημα της σύγχρονης νεοελληνικής λογοτεχνίας είναι αν θα καταφέρει να αποτυπώσει με τον πιο ζωντανό τρόπο την οδυνηρή καθημερινότητα ενός δοκιμαζόμενου κόσμου, όπως το κατόρθωσαν στον πρόσφατο παρελθόν ο Βουτηράς, ο Θεοτόκης, ο Χατζής, η Σωτηρίου ή ο Βενέζης.

2 σχόλια:

Γεώργιος Χοιροβοσκός είπε...

Αν εσείς οι τεχνίτες του λόγου το μπορέσετε...

..τότε κάτι σα χαμόγελο θα γλυστρήσει πάνω σ' αυτό που ήταν κάποτε το προσωπό μας:)

Μύρων Κατσούνας είπε...

Ξεφύλλιζα τα βιβλία του Χατζή, τις παλιές εκδόσεις του Φίλιππου Βλάχου. Το κείμενό του είναι σημείο συνάντησης με τους νικημένους της εποχής του, αν και κάποτε τα νέφαλα της ιδεολογίας σκοτεινιάζουν την αττική διαύγεια της γραφής του.

Αναρωτιέμαι εάν το μικρό διήγημα που ανθεί ακόμη στον τόπο μπόρεσε να ακολουθήσει τη γραμμή του Βουτυρά, του Θεοτόκη, του Χατζή, γραμμή που σε διαπεραιώνει άβρεχτο στον Παπαδιαμάντη.

Φοβούμαι πως όχι.