Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Ο μεγαλύτερος συγγραφέας ταξιδιωτικής λογοτεχνίας του καιρού μας. Ταξίδεψε στον κόσμο, ρίζωσε στην Ελλάδα...

Λίγοι άνθρωποι αξιώνονται να μνημονεύονται ως θρύλοι πριν τον θάνατό τους. Λίγοι έχουν την ευτυχία να ζήσουν έναν πολυκύμαντο και δημιουργικό βίο σαν του Πάτρικ Λη Φέρμορ. Ο αυτοδίδακτος λόγιος στρατιωτικός, που από ήρωας πολέμου μεταμορφώθηκε σε μεγάλη προσωπικότητα των γραμμάτων τίμησε με το έργο του την γενέτειρά του, αλλά και τον επίλεκτο τόπο της καρδιάς του, την Ελλάδα.


Ο μεγαλύτερος συγγραφέας ταξιδιωτικής λογοτεχνίας της εποχής μας, σύμφωνα με τους Βρετανούς ομότεχνους του, όπως ο Ουίλιαμ Νταλρίμπλ, έγραψε βιβλία για τη «Μάνη» (1958) και τη «Ρούμελη» (1966) (εκδ. Κέδρος) σε μια θαυμάσια πρόζα που ενέπνευσε μεγάλους συγγραφείς του είδους, όπως ο διακεκριμένος μαθητής του, Μπρούς Τσάτουιν. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο Φέρμορ ήταν εκείνος που σκόρπισε τις στάχτες του πρόωρα χαμένου συγγραφέα του οιστρήλατου «Στην Παταγωνία» σε ένα βυζαντινό παρεκκλήσι κοντά στο σπίτι του στην Καρδαμύλη.

Ο σερ Πάτρικ (Paddy) Λη Φέρμορ, «κυρ Μιχάλης» για τους Μανιάτες φίλους του, οι οποίοι διατήρησαν το πολεμικό του ψευδώνυμο από τον καιρό της αντίστασης στην Κρήτη, ήταν γόνος του διακεκριμένου γεωλόγου σερ Λούις Λη Φέρμορ και της Μιούριελ Αϊλίν. Στα δεκαοχτώ του χρόνια, σχεδόν ακόμα μαθητούδι, αποφασίζει να κάνει τον γύρο της Ευρώπης, από το Χούκ της Ολλανδίας μέχρι την Κωνσταντινούπολη, πεζή. Μοναδικό του εφόδιο η περίφημη ανθολογία αγγλικής ποίησης «The Oxford Book of English Verse» και ένας τόμος με ωδές του Οράτιου. «Σκεφτόμουν να κρατήσω ένα ημερολόγιο, το οποίο θα μετέτρεπα κάποτε σε βιβλίο. Κι αυτό ακριβώς και έκανα», αναφέρει στον Νταλρίμπλ.

Κατά τη διάρκεια της διαδρομής ο νεαρός Πάτρικ κερδίζει τα χρειώδη κάνοντας χειρωνακτικές εργασίες ή σχεδιάζοντας πορτρέτα περαστικών. Κοιμάται σε αχυρώνες και στάνες, σε αριστοκρατικές οικίες και μοναστήρια. Στις ώρες της μοναξιάς του απαγγέλλει από μνήμης μεγάλα αποσπάσματα από τον Σαίξπηρ, τον Κητς και τον Τένισον. Συγχρωτίζεται και συνδέεται με ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης και μορφωτικού επιπέδου, από τους πιο εκκεντρικούς αριστοκράτες μέχρι τους πιο προληπτικούς χωρικούς. Διέσχισε τη Γερμανία και την Αυστρία, την σημερινή Τσεχία, την Σλοβακία την Ουγγαρία και την Βουλγαρία. Εφτασε στην Κωνσταντινούπολη την πρωτομηνιά του 1935 κι από εκεί πέρασε στην Ελλάδα.

Το ταξίδι διήρκεσε πολλούς μήνες. Η τριλογία του ταξιδιού χρειάστηκε μια ζωή για να γραφτεί και μοιάζει να έμεινε ημιτελής. Ο πρώτος τόμος «Η εποχή της δωρεάς» (εκδ. Μεταίχμιο), η οποία θεωρείται το αριστούργημά του, κυκλοφόρησε το 1977. Ο δεύτερος «Ανάμεσα στα δάση και στα νερά» (εκδ. Μεταίχμιο) κυκλοφόρησε δέκα χρόνια αργότερα. Τα τελευταία χρόνια εργαζόταν πάνω στον τρίτο και τελευταίο τόμο.

Με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου πολέμου επιστρέφει στην Αγγλία και κατατάσσεται στην Ιρλανδική Φρουρά, αλλά καθώς γνωρίζει πλέον τον ελλαδικό χώρο, μετατίθεται ως σύνδεσμος του Σώματος Ειδικών Επιχειρήσεων (SOE) στην Αλβανία. Ζει δυο χρόνια στα βουνά της Κρήτης μεταμφιεσμένος σε βοσκό. Το 1944 οργανώνει με τους Κρήτες συμπολεμιστές του, την επιτυχημένη απαγωγή του Γερμανού διοικητή της Κρήτης, στρατηγού Χάινριχ Κράιπε.

Στενός φίλος του Κατσίμπαλη, του Σεφέρη και του Χατζηκυριάκου – Γκίκα, έτρεφε απεριόριστη αγάπη για την Ελλάδα και τα ελληνικά τα οποία μιλούσε άπταιστως. Εφτασε δε, όπως προκύπτει από την αλληλογραφία του με τον Σεφέρη, να υποστηρίξει τους αγώνες των Ελλήνων στην Κύπρο ερχόμενος σε ρήξη με συμπατριώτες του, όπως ο φίλος του Λώρενς Ντάρελ. Εγραψε μια σπουδαία μελέτη για τη μοναστική ζωή, το «Ωρα για σιγή» (1953).

Το λιθόχτιστο σπίτι που έχτισε με τα χέρια του στην Καρδαμύλη, παραχωρήθηκε στο Μουσείο Μπενάκη. «Ηταν δική του επιθυμία, το σπίτι να χρησιμοποιηθεί για τη φιλοξενία ποιητών και πεζογράφων που επισκέπτονται την Ελλάδα, ώστε να έχουν ένα κατάλυμα για να εργαστούν μερικούς μήνες» ανέφερε ο διευθυντής του Μουσείου Αγγελος Δεληβοριάς.

1 σχόλιο:

Μύρων Κατσούνας είπε...

Πολύς και μερακλίδικος ήτονε ο καιρός σου/χαίρεται η γης που χει νεκρό κορμί σαν το δικό σου...

Καλοστρατιά σου, κυρ Μιχάλη.