Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

31.5.11. Ουδείς αφασκέλωτος...

Τον τελευταίο καιρό δυσκολεύομαι να κάνω την δουλειά μου. Τρέχω σε πολιτιστικές εκδηλώσεις, παρουσιάσεις, εκθέσεις και νιώθω σαν να κινούμαι εκτός πραγματικότητας. Σε κάποιο παράλληλο σύμπαν. Εδώ ο κόσμος χάνεται, λέω μέσα μου, κι εμείς περί άλλων τυρβάζουμε. Το Σάββατο το βράδυ στο Σύνταγμα το πάθος του κόσμου μου έφερε δάκρυα στα μάτια. Εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου να ωρύεται, «Κλέφτες!». Πρώτη φορά διακρίνω κάτι βαθύτερο κι εντονότερο από τη συνηθισμένη αγωνιστική ανάγκη ψυχολογικής εκτόνωσης που υπηρετούν οι διαδηλώσεις.


Αναρίθμητες μούντζες υψώνονται στον αέρα. Ουδείς πολιτικός αφασκέλωτος. Η μούντζα είναι, λέει, βυζαντινό κατάλοιπο. Όταν προπηλάκιζαν πόρνες, προδότες ή εγκληματίες στους δρόμους, μουτζούρωναν τα χέρια τους και τα έτριβαν στο πρόσωπο του λοιδορούμενου. Όταν αυξήθηκε ο όχλος – αυτά τα σπορ έχουν πάντοτε μεγάλη απήχηση – οι πίσω σειρές που δεν μπορούσαν να φτάσουν κοντά για να χαϊδέψουν το κατάπτυστο πρόσωπο έτειναν συμβολικά προς το μέρος του τις ανοιχτές μουτζουρωμένες τους παλάμες…

Σύσσωμη η πλατεία ψέλνει αυτόν τον τσαλαπατημένο και καπηλευμένο εθνικό ύμνο που ακούγεται μόνο πια στις γηπεδικές φιέστες πριν ή μετά τα καθιερωμένα βρισίδια ή ηχεί τόσο ψεύτικα στις επετείους. «Ακόμα και η καμαριέρα αντιστάθηκε», καγχάζει ένα πανό. Ακόμα κι αν η αντίσταση είναι ενστικτώδης αντίδραση στο ξένο χέρι που εμφιλοχωρεί στην τσέπη, ακόμα κι αν τα κίνητρά μας δεν μπορούν παρά να είναι – αρχικά τουλάχιστον – μονάχα οικονομικά, υπάρχει πάντοτε η ελπίδα ότι θα καταφέρει να ανασάνει και να ακουστεί κι όλος αυτός ο φιμωμένος και ταπεινωμένος κόσμος… Ο κόσμος εκείνος που εδώ και δεκαετίες δεν έχει πουθενά χώρο να εκφραστεί.

Από τα πανομοιότυπα ψηφοδέλτια που του βάζουν κάθε τόσο στο χέρι για να του υφαρπάξουν την ψήφο του και δεν τον εκφράζουν, τα λόγια που του βάζουν κάθε βράδυ από τα δελτία στα αυτιά και δεν του αρμόζουν, τις εικόνες που του γεμίζουν μεσημέρι-βράδυ τα μάτια στις τηλεοπτικές ζώνες εν είδη ψυχαγωγίας και τον τυραννούν. Ο κόσμος που τρέχει στις εφορίες, στις πολεοδομίες σε δημόσιες κι ιδιωτικές υπηρεσίες και δεν αντέχει πια ούτε να τσακωθεί.

Αυτό το ξεχείλισμα της οργής για την απροσχημάτιστη αδικοπραγία, την κυριολεκτική – εδώ και χρόνια χιλιοτρόπως συντελούμενη ληστεία – την καραδοκούσα ξένη απληστία που θέλει να αρπάξει ό,τι προλάβει και σε εξευτελιστική τιμή πριν δηλωθεί επισήμως η χρεοκοπία, όλο αυτό δεν είναι οπωσδήποτε δείγμα ιδιοτέλειας, αλλά πρωτίστως υγείας. Πόση ευθύνη έχει ο στριμωγμένος από την ανάγκη που καταφεύγει την ύστατη στιγμή στο φακελάκι ή στο ρουσφέτι;

Ο επί σειρά ετών άνεργος, ο γονιός χρόνια ανέργου παιδιού ή ο συγγενής που βλέπει τον βαριά άρρωστο δικό του άνθρωπο να χαροπαλεύει; Την ώρα της μεγάλης ανείπωτης ανάγκης είναι που πρέπει να αντισταθεί σε ένα σύστημα που στήθηκε με τρόπο ώστε να αγρεύει κομματικούς πελάτες ή εύκολο χρήμα πατώντας πάνω στου άλλου τη δυσκολία ή την αδυναμία; Με τη σόλα πάνω στην καρωτίδα. Όχι ότι δεν είμαστε άνθρωποι του βολέματος ή της άκοπής καλοπέρασης.

Αλλά δεν είμαστε όλοι έτσι. Και δεν μπορεί να έρχονται και να μας προσάπτουν τεμπελιά και ανηθικότητα όταν χαϊδεύοντας και υποδαυλίζοντας επί μακρόν, αυτή ακριβώς την εντοπισμένη μας αδυναμία έδρεψαν καρπούς, έστησαν καριέρες κι έχτισαν περιουσίες. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αδικία – μεγεθυμένη λέγεται και ολοκληρωτισμός – από το να χώνεις άπαντες, ψηλούς, κοντούς, χοντρούς, λιγνούς, αθώους και φταίχτες στο ίδιο τσουβάλι.

Μπορείς λοιπόν, ενώ το πράγμα μοιάζει επιτέλους να σκάει ή τουλάχιστον να οδεύει στο τέλος, εσύ να τρέχεις σε πολιτιστικές εκδηλώσεις; Μπορείς. Η ζωή πάντα και σε πείσμα των πάντων συνεχίζεται. Ακόμα και μετά θάνατον. Μετά τον θάνατο της μάνας το 2008, μετά τον θάνατο της πολιτικής κάπου στη δεκαετία του ‘80, της Εκκλησίας δεν ξέρω πότε, μάλλον δεν ήμουν ακόμη εδώ, στις μέρες μας της ίδιας της κοινωνίας. Η ζωή συνεχίζεται. Ίσως και μετά το πέρας της ζωής. Και ίσως συνεχίζεται όχι μονάχα για τους άλλους που μένουν πίσω και πορεύονται χωρίς εσένα. Αυτή η πρώτη συνειδητοποίηση λέγεται ενηλικίωση, το άλλο σκέλος που αποτελεί μεταφυσική της προέκταση λέγεται πίστη, ανάγκη εμπιστοσύνης στην άδολη και παράλογη αγάπη κάποιου τρίτου. Συνεχίζουμε λοιπόν: Κουβαλώντας μέσα μας την ίδια σχιζοειδή αντίφαση: πολιτιστικές εκδηλώσεις και αγανακτισμένες διαδηλώσεις, στιγμές έμπλεες φόβο θανάτου και στιγμές έμπλεες τρυφερής εμπιστοσύνης στο πρόσωπό Του: «Έχει ο Θεός».

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Μπορείς όντως : σκύβω λίγο το κεφάλι και ξανασκύβω μέσα στη μέρα : κοιτάζω την κοιλιά μου φουσκωμένη και το παιδί που πρόκειται μέσα στις επόμενες μέρες να γεννηθεί και του μιλώ για την αγάπη...

Σοφία

τουπίκλην λοξίας είπε...

Καλή λευτεριά Σοφία μου. Να είσαι καλά και να σου δώσει μεγάλη ευτυχία και πολλές χαρές στη ζωή σου το παιδί σου...