Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

Ξεκινώντας την εκστρατεία για το βιβλίο

Βρέθηκα κι εγώ προχθές το πρωί στην παρουσίαση της εκστρατείας των πολυκαταστημάτων Public για το βιβλίο. Το λάβαρο της εκστρατείας υψώθηκε στο μπαρ Black Duck στην οδό Χρήστου Λαδά 9Α. Μπαίνοντας στο στενόχωρο για τόσο κόσμο μπαρ αισθάνθηκα την ίδια αμηχανία που ένιωθα όταν η εφημερίδα με έστελνε στις γκλαμουράτες παρουσιάσεις των τηλεοπτικών προγραμμάτων των καναλιών.


Μια φίλη συγγραφέας που συνάντησα στην πόρτα ξενίστηκε με τη σειρά της από το πλήθος και κυρίως το ύφος των κομψευόμενων κουστουμαρισμένων στελεχών επιχειρήσεων και με ρώτησε αν όντως είχαμε έρθει σε εκδήλωση για το βιβλίο. Μπαίνοντας τελικά στο στενόχωρο για τέτοια μεγαλεπήβολη εκδήλωση μπαράκι αντικρίσαμε πλήθος διάσημους συγγραφείς και εκδότες. Η θέα των οικείων αυτών προσώπων δεν μετέβαλε στο ελάχιστο την αρχική αμηχανία: Ήταν σαν να ήμασταν όλοι έξω από τα νερά μας.

Όση ώρα διήρκεσε η εξαγγελία της έμμεσης διαφημιστικής εκστρατείας των εν λόγω πολυκαταστημάτων η αμηχανία μου έγινε απογοήτευση και έπειτα θλίψη. Ένιωσα ότι είχαμε μαζευτεί πάνω από το κεφάλι αγαπημένου άρρωστου συγγενή, τον οποίο εμπαίζαμε φορώντας του παράταιρα με την αξιολύπητη κατάσταση του καπέλα και πολύχρωμα φουλάρια. Ότι χασκογελάγαμε αναιδέστατα πλάι στο κρεβάτι του πόνου.

Νομίζω ότι τα ελατήρια και οι προθέσεις του Public δεν ήταν παντελώς ιδιοτελή. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι της διαφήμισης, των πωλήσεων και της "στρατηγικής" τους επιθυμούν, μέσα σε όλα τα άλλα χωρίς τα οποία δεν έχουν μάθει να λειτουργούν, να κάνουν κάτι για το βιβλίο. Δεν έχουν όμως τον τρόπο όχι απλώς να αναζητήσουν μια ικανοποιητική λύση, αλλά ούτε να διαγνώσουν, να διατυπώσουν δηλαδή στις σωστές του βάσεις το πρόβλημα, που σημαίνει σε συνάρτηση με το εντελώς συγκεκριμένο ελληνικό εν δυνάμει αναγνωστικό κοινό που είναι άλλο από το αγγλικό ή το γαλλικό.

Οι γνώσεις της "επιστήμης" του μάνατζμεντ (ο Θεός να την κάνει) που κουβαλάνε μέσα τους δεν έχουν ερίσματα, δηλαδή πόδια για να πατήσουν στη γη, αλλά μονάχα φτερά για να φτεροκοπάνε ασυνάρτητα στον αέρα. Πρόκειται δηλαδή για ένα σύνολο κανόνων που υποτίθενται ότι διέπουν το παγκοσμίως αδιαφοροποίητο πεδίο των πωλήσεων και οι οποίοι είναι εφαρμόσιμοι εν παντί καιρώ και τόπω, βρέξει χιονίσει, ασχέτως δηλαδή του προωθούμενου εμπορεύματος.

Συνεπώς στη δική μας περίπτωση της ελληνικής αναγνωστικής κρίσης δεν κάνουν απλώς λάθος στο πρώτο, αλλά σε κάθε σχεδόν βήμα. Κατ' αρχάς όπως συμβαίνει σε κάθε άλλο πεδίο από την εποχή της επανάστασης του 1821 (για να μην πω από πολύ νωρίτερα) οι άνθρωποι αυτοί αντιλαμβάνονται τον ρόλο τους ως αμιγώς μεταπρατικό. Κοιτάζουν, ρωτούν, μαθαίνουν τι γίνεται έξω και στη συνέχεια προτίνουν την λύση της προτίμησής τους και στους εδώ ιθαγενείς. Σε αυτό προσθέστε ότι η βαθυστόχαστη επιστήμη του μάντατζμεντ στην ουσία της αντιμετωπίζει τον καταναλωτή ως αδιαφοροποίητη μονάδα, είτε βρίσκεται στην Ελλάδα, είτε στη Νορβηγία, είτε στο Μπαγκλαντές.

Μπορεί βέβαια να κάνει μικρές διακρίσεις όσον αφορά τα "γούστα" των καταναλωτών της κάθε χώρας (τα οποία ως έναν βαθμό έχουν ομογενοποιηθεί) αλλά κατά βάθος ο σύγχρονος άνθρωπος αντιμετωπίζεται, χάρη και στη συνδρομή μιας αμιγώς βιολογικής αντίληψης της ύπαρξης που προωθεί μια (περι)ορισμένη κάστα επιστημόνων, ως ένα θηλαστικό το οποίο αντιδρά με τον ίδιο ακριβώς τρόπο στις διαφημιστικές καμπάνιες.

Το πρώτο και αποτελειωτικό για το βιβλίο σφάλμα είναι ότι το αντιμετωπίζουν αποκλειστικά και μόνο ως εμπόρευμα προς πώληση. Διαιωνίζουν δηλαδή με την καμπάνια τη γενεσιουργό αιτία της κρίσης του βιβλίου (η οποία προηγήθηκε κατά πολύ της τρέχουσας οικονομικής). Προτείνουν δηλαδή, αντιγράφοντάς τες άκριτα, λύσεις για την αύξηση των πωλήσεων ενός προϊόντος που λέμε βιβλίο. Ενώ προϋπόθεση για την αύξηση του αναγνωστικού κοινού είναι ακριβώς το αντίθετο: Να δοθεί έμφαση στην φύση του βιβλίου ως πνευματικού/ πολιτιστικού αγαθού, το οποίο μετατρέπεται κατ' ανάγκη και εν μέρει μόνο σε προϊόν προκειμένου να μπορεί να διατεθεί σε μια αντίστοιχη αγορά ως τέτοιο.

Δεν είναι ποτέ δυνατόν να πουλήσεις ένα βιβλίο με τον τρόπο, ήτοι τη νοοτροπία με την οποία προωθείς ένα φόρεμα ή ένα καλλυντικό. Αν και πέρασαν από το Public μάνατζερ που ζητούσαν από τους πωλητές να τα εκθέτουν στις προθήκες κατά χρώμα, να πιέζουν τον αγοραστεί να πάρει μαζί με ένα κόκκινο π.χ. τα Minima Moralia του Αντόρνο κι ένα μπλέ, το σπίτι πλάι στο ποτάμι της Μαντά.

Της ίδιας παγκοσμιοποιημένης καταναλωτικής  λογικής είναι και το σύνθημα της καμπάνιας: “Κάποιο βιβλίο μιλάει για σένα; To έχεις διαβάσει;” Μία παραλλαγή της κλασικής ρήσης πλατινέ συνήθως πωλήτριας η οποία πασχίζει να πείσει τις πελάτισσές της λέγοντας σε όλες: Σας πάει εκπληκτικά! Είναι φτιαγμένο για σας και μόνο! Από το σύνθημα και μόνο, που συμπυκνώνει όλη τη φιλοσοφία του εγχειρήματος καταλαβαίνει κανείς πολλά.

Ξεκινώντας από το πιο προφανές ότι οι εμπνευστές της καμπάνιας όταν μιλάνε για βιβλίο έχουν στο νου τους μονάχα το μυθιστόρημα. Κάνουν μια καμπάνια για τα τροχοφόρα και αναφέρονται μόνο στα Ι.Χ. Αντε και για να τα ταξί. Αν και το γεγονός ότι τα έχουν σχεδόν αποκλείσει από τους πάγκους τους - οι περισσότεροι (μεγάλοι και συνοικιακοί) βιβλιοπωλές -  καταμαρτυρεί ότι αν και η ρήση μπορεί να τα αφορά θεωρητικά, στην πράξη δεν σκέφτονται καθόλου το δικίμιο. Τα βιβλία, ιστορίας, πολιτικής, φιλοσοφίας, ποίησης, αλλά και τέχνης.

Δεν διαβάζω ένα βιβλίο επειδή μιλάει για μένα, δεν το διαβάζω δηλαδή όπως φοράω ένα πανελόνι που μου πάει. Το βιβλίο "που μου πάει" μιλάει σε μένα κι όχι για μένα. Μάλλον όμως η λεπτή αυτή διαφορά χάθηκε στη μετάφραση από τα αγγλικά. Το μοναδικό με τα βιβλία και με τα έργα τέχνης εν γένει είναι ότι μπορούν και αλλάζουν συθέμελα τον άνθρωπο. Μπορεί μετά το διάβασμα ενός σπουδαίου βιβλίου να είμαι άλλος άνθρωπος. Διαφορετικός από εκείνον που ήμουν πριν το διαβάσω. Με τα πόδια διανύουμε υλικές αποστάσεις και με τα βιβλία πνευματικές, αλλάζοντας ως άνθρωποι.

Ακόμα και η φαινομενικά εμπνευσμένη και συμπαθητική λύση της δημιουργίας μικρών δανειστικών βιβλιοθηκών πλάι στις ουρές που ξεροσταλιάζουν οι πολίτες είναι λανθασμένης λογικής. Βασίζεται στη λογική του τηλεοπτικού σποτ που αναγγέλλει ένα πρόγραμμα ή του τραγουδιού που παίζεται στο ραδιόφωνο για να προβάλλει έναν δίσκο.

Πρέπει να είναι εκπληκτική η πένα του συγγραφέα για να κερδίσει έναν αμύητο στο διάβασμα που διάβασε στα όρθια δυο σελίδες. Αν από την άλλη θεωρούν ότι θα τον κερδίσει "η υπόθεση", αφενός ταυτίζουν το βιβλίο με το μυθιστόρημα και αφετέρου ρίχνουν λάδι στη φωτιά που έκαψε την λογοτεχνία δηλαδή σε αυτό που καταγγέλει ο Κούντερα, την εγκληματική υπαγωγή της λογοτεχνίας στο στοιχειώδες στόρι. Το μυθιστόρημα είναι κάτι απέιρως ανώτερο από ένα εν δυνάμει κινηματογραφικό έργο σε γραπτή μορφή. Αν είναι καλό σενάριο θα είναι κακό βιβλίο.


Το δεύτερο γενικό λάθος, απόρροια της ανεγκέφαλης εξίσωσης των ανά τω κόσμω αναγνωστών είναι η ευλαβική πίστη στις στατιστικές. Ο Γερμανός με αιώνες εθισμού στην προτεσταντική ηθική και στις δομές και λειτουργίες του κράτους δύσκολα θα συμμετάσχει σε μια στατιστική έρευνα ή δημοσκόπηση λέγοντας ψέμματα. Ο Έλληνας δύσκολα θα μιλήσει κάπου απρόσωπα με ειλικρίνεια. Δεν θα πει ότι δεν διαβάζει καθόλου ή ένα βιβλίο στα δύο χρόνια. Θα ρωτήσει και θα μάθει ποιοι είναι "οι καλοί" συγγραφείς για να εκφράσει τις προτιμήσεις του. Εξ ου και το ευτράπελο αποτέλεσμα, σύμφωνα με το οποίο οι πιο αγαπημένοι συγγραφείς του ελληνικού κοινού είναι ο Καζαντζάκης, ο Ντοστογιέφσκι, η Βικτόρια Χίσλοπ, ο Καβάφης και η Λένα Μαντά...

Δεν χρειάζονται στατιστικές για να καταλάβει κανείς πόσο διαβάζουν και κυρίως τι διαβάζουν οι Έλληνες. Αρκεί να μπει σε ένα λεωφορείο ή μετρό. Αρκεί να ρίξει μια ματιά στον εργασιακό του περίγυρο. Ακόμα και στις εφημερίδες όπου εργάζονται άνθρωποι που βγάζουν το ψωμί τους γράφοντας, η πλειοψηφία δηλώνει ότι δεν διαβάζει ούτε ένα βιβλίο το χρόνο, ένεκα η κούραση της δουλειάς. Εκεί θα συναντήσει βέβαια κανείς και πολλούς εκπροσώπους του μικρού, αλλά όχι αμελητέου πυρήνα των σοβαρών βιβλιαναγνωστών που ζουν τη ζωή τους μαζί και μέσα από τα βιβλία.

Κατά τα άλλα η αλήθεια είναι ότι είμαστε ένα έθνος, μια κοινωνία τηλεθεατών. Εξ ου και η τόσο υποτονικά αργή αντίδραση μας - χάρη στην ακάματη προσπάθεια των καναλιών - στην οριστική, μετά από τριάντα χρόνια στυγνής κομματοκρατίας - κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος της χώρας.

Ό,τι κάνουμε το κάνουμε ως τηλεθεατές. Γι' αυτό ακριβώς και ότι αντιστρατεύεται με τον έναν ή τον άλλο ή κατά κάποιο τρόπο την τηλεόραση δεν μπορεί να υποστηριχθεί με τηλεοπτικούς, αλλά με αντίθετους όρους. Ζούμε προσπαθώντας να κάνουμε τη ζωή μας να μοιάζει με ονειρώδες διαφημιστικό, έλεγε ο Χρήστος Βακαλόπουλος. Τα βιβλία δεν χωράνε σε κανένα διαφημιστικό, οπότε πρέπει να μιλήσουμε για αυτά με άλλους όρους, άλλη γλώσσα.

Κι αυτό δεν αφορά τους ανθρώπους του πνεύματος ή του βιβλίου. Αυτοί το μικρόβιο της ανάγνωσης το έχουν ήδη. Με άλλη γλώσσα πρέπει να απευθυνθεί κανείς - αλλά με τρόπο του να τον αφορά - στον άνθρωπο της τηλεόρασης. Μόνο τότε θα στρέψει το βλέμμα του μακριά από το φωταγωγημένο γυαλί.

Η διαφημιστική εκστρατεία του Public για τα βιβλία αφορά - μόνο ίσως στις προθέσεις - το ίδιο το βιβλίο που θνήσκει. Όπως ακριβώς με τα προεκλογικά διαφημιστικά των κομμάτων που δεν αφορούν επουδενί - ούτε στις προθέσεις - τη δημοκρατία που τάχα τα τρέχοντα εκλογικά συστήματα υπηρετούν. Η διαφορά είναι ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση ο εμπαιγμός δεν είναι απολύτως συνειδητός γιατί οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν μάθει να βλέπουν το βιβλίο διαφορέτικα. Το κρίνουν από τις πωλήσεις και το εξώφυλλο.

Με άλλα λόγια ο τελευταίος που αναμένεται να βγει κερδισμένος είναι το βιβλίο...

11 σχόλια:

nikos είπε...

επιτέλους ανάρτηση. αν επικρατήσει η ηθική του μεταπράτη, το βιβλίο θα λογίζεται σαν δείκτης ελλείματος και ο συγγραφέας, σαν ορντέβρ τιμοκαταλόγου.

νίκος

τουπίκλην λοξίας είπε...

Ωραίο σχόλιο. Καλό και καίριο.

Ανώνυμος είπε...

Θα μου επιτρέψετε να διαφωνήσω με την προσέγγιση σας. Προφανώς το ότι κάνει κάποιος, κάτι για το βιβλίο μάλλον καλό μου ακούγεται παρά κακό. Το λάθος είναι ότιτο κάνει μία εμπορική εταιρία αντί να το κάνει κάποιος δημόσιος φορέας ή ο σύλλογος εκδοτών . Παρόλα αυτά καλύτερα να γίνεται κάτι παρά τίποτα

τουπίκλην λοξίας είπε...

Επιτρέψτε μου να διαφωνήσω με τη σειρά μου. Η άποψη, καλό είναι ό,τι και να είναι γιατί είναι κάτι καλύτερο από το τίποτα δικαιολογεί και χωράει τα πάντα χωρίς να επιτρέπει το ουσιώδες, δηλαδή τη διάκριση ποιοτήτων. Το να κάνεις μια τρύπα στο νερό είναι οπωσδήποτε κάτι. Κάνεις το κομμάτι σου, που λένε. Αλλά αυτό δεν έχει καμία μα καμία σημασία και επίπτωση στο βιβλίο. Το κάτι αυτό ισοδυναμεί με το τίποτα, αλλά με ένα πολύ ακριβό τίποτα, γιατί κοστίζει μια περιουσία. Σε καιρούς κρίσης κι όταν το ίδιο το Public κόβει μισθούς και θέσεις εργασίας, η σπατάλη καταντάει εξοργιστική. Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση η εν λόγω εκστρατεία διαωνίζει την λογική της εμπορευματοποίησης που πολτοποίησε το βιβλίο επιβάλλοντας το ευπώλητο εφήμερο προϊόν, τύπου βίπερ, νόρα κλπ το οποίο καταλαμβάνει σταδιακά όλο τον χώρο καταδικάζοντας ολόκληρα είδη όπως την ποίηση και το δοκίμιο που πλέον κινδυνεύουν να εξαφανιστούν από τους πάγκους των βιβλιοπωλείων.
Αυτό το κάτι λοιπόν είναι χειρότερο από το τίποτα γιατί εντείνει την αιχμαλωσία του βιβλίου σε μια νοοτροπία και αντίληψη που το αναιρεί, απειλώντας την επιβίωσή του.

Ανώνυμος είπε...

Πρώτον σας ευχαριστω πολύ για το χρόνο που βρήκατε να μου απαντήσετε κάτι το οποίο το θεωρώ αρκετά τιμητικό. Επί τω προκειμένω. Θα πρέπει να προβληματίζεστε ακόμα περισσότερο διότι η εν λόγω ενέργεια έχει την υποστήριξη, όπως παρατήρησα, του ΕΚΕΒΙ το οποίο απαρτίζεται από συγγραφείς σας εσάς, αν δεν κάνω λάθος. Επίσης δεν μπορώ να καταλάβω, από τα λεγόμενά σας, τι ακριβώς προτείνετε ώστε να "γνωρίσουν" το βιβλίο όλο και περισσότεροι άνθρωποι και να το εντάξουν στην ζωή τους. Εκτός και αν είστε αντίθετος στην λογική να ενταχθεί το βιβλίο στη ζωή των Ελληνών και να παραμείνει μία απόλαυση για λίγους.

τουπίκλην λοξίας είπε...

Κατ' αρχάς εγώ σας ευχαριστώ για το αρχικό σχόλιο και την ευγενική σας διάθεση για συζήτηση. Θεωρώ κρίμα που το ΕΚΕΒΙ συμμετέχει χωρίς δεύτερη σκέψη σε οποιαδήποτε πρωτοβουλία για το βιβλίο,λόγω της μεγάλης πενίας τέτοιων πρωτοβουλιών. Θα έπρεπε να εξετάσει σοβαρά τη σοβαρότητα του εγχειρήματος και να υπολογίσει τον πιθανό του αντίκτυπο. Δεν νομίζω ότι το δήθεν "κωμικό" σποτάκι στο ραδιόφωνο όπου οι ατάκες μεταξύ ενός εργοδότη κι ενός αυθάδη εργαζόμενου που τελικά απολύεται παραπέμπουν σε τίτλους βιβλίων που ως περιέχόμενο δεν έχουν καμία σχέση με τον ανόητο διάλογο, συμβάλλει στην ανάπτυξη της αναγνωσιμότητας.
Ας διέθεταν πολύ μικρότερο κονδύλι για να επιμορφώσουν τους πωλητές και τους βιβλιοπώλες οι οποίοι έρχονται σε επαφή με τους πελάτες των βιβλιοπωλείων, ώστε να μπορούν ευκολότερα να προτείνουν τίτλους που να ταιριάζουν όντως στον κάθε έναν από αυτούς. Ας είχε η καμπάνια τους λίγο περισσότερη σχέση με το βιβλίο. Αυτή κάνει μπαμ ότι γράφτηκε από ανθρώπους που δεν διαβάζουν. Ο μάνατζερ του PUblic που μίλησε τη μέρα της παρουσίασης παραδέχθηκε ότι διαβάζει από ελάχιστα ως καθόλου. Δεν διαβάζει κανείς βιβλία που μιλούν για τον ίδιοα, αλλά στον ίδιο. Ηδη από το καλημέρα σας το βασικό σύνθημα πάσχει.
Θα μπορούσαν επίσης να χρηματοδοτήσουν και να οργανώσουν μια υψηλού επιπέδου ελληνική τηλεοπτική εκπομπή για το βιβλίο η οποία να κατορθώνει να χρησιμοποιεί το μέσο, την εικόνα προς όφελός της. Να χρηματοδοτούσαν εκπομπές ανάγνωσης βιβλίου στο ραδιόφωνο από εξαιρετικούς αναγώνστες όπως η ανάγνωση της Οδύσσειας από τον Σπαθάρη που ηχογράφησε το Τρίτο Πρόγραμμα. Να το έκαναν με εύστοχο τρόπο - ίσως και με μικρά σποτ με επιλεγμένα αποσπάσματα - και στην τηλεόραση.

Mύρων Κατσούνας είπε...

Ι. Το γεγονός ότι μιλάτε ελεύθερα, παρά το ότι η εφημερίδα σας φιλοξενεί το επίμαχο διαφημιστικό σπότ (και μάλιστα, οποία ειρωνεία, παρά πόδας της κριτικής για το βιβλίο σας!)σας τιμά.

ΙΙ. Υπέρ ημών και όχι περί ημών. Εδώ φαίνεται καλύτερα η διαφορά του "the book speaks to you/about you"
Το τι πρέπει να γίνει για το βιβλίο το γνωρίζουμε. Αρκεί να δούμε τι κάνει ο κ. Τροχόπουλος στην Βέροια.

Γερμανία δεν θα γίνουμε, αλλ' ας κάνουμε κάτι. Μόνο και μόνο για να διορθώσουμε τα ανελλήνιστα ελληνικά μας.

τουπίκλην λοξίας είπε...

Κύριε Κατσούνα Χριστός Ανέστη. Επιτρέψτε μου να θεωρώ ότι ούτε η βραβευμένη πρασπάθεια του κ. Τροχόπουλου έχει πολλά να κάνει για το βιβλίο. Στη συνέντευξη που μου παραχώρησε λίγο μετά την βράβευσή του και πριν την απονομή του βραβείου υπερηφανευόταν ότι είχε να παραγγείλει καινούγιο τίτλο για την βιβλιοθήκη του έναν χρόνο. Την μετέτρεψε σε ένα καλό πολιτιστικό κέντρο όπου κανείς μπορεί να περάσει όμορφα τον καιρό του (σικ) παιζοντας ηλεκτρονικά παιχνίδια ή μετέχοντας σε ομάδες χειροτεχνίας ή εκμάθησης γλώσσας. Το βιβλίο είναι το τελευταίο που τον ενδιαφέρει γιατί δεν προσελκύει πελάτες. Θεωρεί δε ότι το πέρασμα στην ηλεκτρονική μορφή θα εξαφανίσει το συμβατικό βιβλίο γι' αυτό κι οι βιβλιοθήκες πρέπει να βρουν έναν νέο ρόλο να παίξουν. Σύμφωνοι. Αλλά γιατί να εξακολουθούν να λέγονται βιβλιοθήκες;

Mύρων Κατσούνας είπε...

Αληθώς ανέστη.
Μετά χαράς θα (ξανα)διάβαζα τη συνέντευξη που σας παραχώρησε, αλλά δεν βρίσκω το link.
Δεν αμφιβάλλω ότι πρέπει να αξιολογήσουμε κριτικά το θετικό στη γενικότητά του πείραμα Τροχόπουλου.
Μία πρόσθετη δυσκολία της ελληνικής περίπτωσης μπροστά στους νέους ψηφιακούς καιρούς είναι ότι στερείται μιας στέρεας φιλαναγνωστικής παράδοσης (με επίκεντρο τη δημόσια βιβλιοθήκη), που γνώρισαν άλλες χώρες.
Από την άλλη, πάλι, πώς κερδίσεις νέους αναγνώστες, εάν δεν τους κερδίσεις πρώτα στο ψηφιακό πεδίο;
Αλλ' εδώ σταματώ γιατί οι γνώσεις μου της κοινωνιολογίας του βιβλίου είναι περιορισμένες.
Με θερμές ευχές,
ΜΚ

ΥΓ: Λαμβάνετε τα μέηλ μου;

enthalpy είπε...

Χριστός Ανέστη. Παρακολουθώ την πολλή ενδιαφέρουσα ανταλλαγή σκέψεων για το βιβλίο και δεν κρατήθηκα τελικά να μην ακολουθήσω.
Υπάρχουν δύο τρόποι για να γνωρίσεις έναν άνθρωπο ή ένα βιβλίο. Εκείνος, για τα μάτια του κόσμου, που …λες ένα τυπικό χαίρω πολύ, ανταλλάσεις μια κοινωνική χειραψία και …τέλος, αφού έχεις ικανοποιήσει στο δικό σου πρώτα μυαλό και έπειτα της ομήγυρης την κοινωνική σου υποχρέωση. Υπάρχει και ο άλλος που δεν «γνωρίζεις» σε dt τον άλλο αλλά τον συναντάς, ξοδεύεις λίγο χρόνο προσωπικό για να τον ακούσεις ό,τι έχει να πει.
Εννοώ ΄τι το βιβλίο έχει γίνει καταναλωτικό προϊόν εδώ και πολύ καιρό και ίσως δεν μπορούμε πια αλλιώς. Οι περισσότεροι άνθρωποι διαβάζουν για να πουν ότι διαβάζουν. Ως ένα στοιχείο life style απαιτούμενο για το κοινωνικό βιογραφικό τους. Λένε το χαίρω πολύ σε ένα βιβλίο που κουβαλάει την απαιτούμενη δόση αίγλης που αναζητούν.
Υπάρχει βέβαια και η περίπτωση που κάποιος σου είπε ότι θα βρεις μαγική λύση για κάποιο πρόβλημά σου (κοινωνικό, ψυχολογικό, υγείας), σε κάποιο βιβλίο εγγυημένο (best seller) που «σα να γράφτηκε για σένα», σε απλή γλώσσα, και γι΄αυτό αξίζει να του ρίξεις μια ματιά.
Στα σχολεία οι σύλλογοι γονέων πουλάνε μπλουζάκια, καπελάκια, βιβλία για να μαζέψουν τα παιδιά χρήματα για την εκδρομή.
Ως προϊόν γνωρίζουν οι άνθρωποι το βιβλίο και γι΄αυτό ήταν πια ώριμο ως σκέψη, ως φυσική συνέπεια, η επίσημη μεταχείρισή του ως προϊόν. Γιατί απορείτε;
Όσο για το ψηφιακό βιβλίο… μετά από δύο επίπεδα επιμόρφωσης στις ΤΠΕ στην εκπαίδευση και αρκετές δοκιμές στην ψηφιακή τάξη, μέσω και της θεωρίας αλλά και του πειράματος, πιστεύω ακράδαντα ότι αν κάποιος δεν αγαπήσει πρώτα το βιβλίο με την πρωτόγονη χειραψία δεν θα το γνωρίσει –ούτε βέβαια θα το αγαπήσει- ψηφιακά.

nikos είπε...

αγαπητέ σπύρο και φίλοι, μια πρώτη σκέψη από τα τελευταία γεγονότα: η βία δεν παίζει κρυφτό πια, παίζει τα ρέστα της. έχει αντικαταστίσει πλήρως τον δημόσιο λόγο. όλοι εναντίον όλων. το κέντρο μοιάζει με φαφούτα γριά. οι λέξεις ευτελήζονται. ένας επιπλέον φόβος για το βιβλίο...

νίκος