Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Η βαθιά απελπησία ενός πολυβραβευμένου συγγραφέα

Τόμας Μπέρνχαρντ
«Τα Βραβεία μου»
Μετάφραση Σπύρος Μοσκόβου,Εκδόσεις Εστία
σελ. 134.


H βράβευση αποτελεί μια από τις ευτυχέστερες στιγμές στη ζωή ενός συγγραφέα. Για όλους, πλην του βιτριολικού βιρτουόζου της γραφής, Τόμας Μπέρχαρντ. Στα αυτοβιογραφικά κείμενα που απαρτίζουν τα 3/4 του βιβλίου, ο Αυστριακός συγγραφέας περιγράφει με υπονομευτική ειρωνεία, η οποία βαθμιδόν μετατρέπεται σε απελπισία, τον δραματικό τρόπο με τον οποίο βίωσε την απονομή εννέα έγκριτων λογοτεχνικών βραβείων.
Ακολουθούν τρεις λακωνικές ομιλίες που εκφώνησε κατά την απονομή των βραβείων του δήμου της Βρέμης, του αυστριακού κρατικού βραβείου και του βραβείου Μπύχνερ, καθώς και ενός κειμένου αιτιολόγησης της παραίτησής από την επιτροπή της Ακαδημίας Γλώσσας και Ποίησης της Αυστρίας.

Οι ομιλίες, όπου και κορυφώνεται η ζοφερή απελπισία του, είναι βαθιά υπαρξιακά κείμενα, αποκαλυπτικά τόσο της ιδιοσυγκρασίας (του μένους του κατά του αυστριακού μικροαστισμού) αλλά και της οντολογίας του σκοτόφρωνος Τόμας Μπέρνχαρντ. Ενδεικτική είναι η τυπική μπερνχαρντική φράση «Πώς τις μισώ αυτές τις μετρίου μεγέθους πόλεις με τα περίφημα μνημεία τους, που παραμορφώνουν τους κατοίκους τους δια βιου» που εκστομίζει λίγο πριν την απονομή του βραβείου του Συνδέσμου Γερμανών Βιομηχάνων στο Ρέγκενσμπουργκ. Με άλλα λόγια τα τέσσερα καταληκτικά κείμενα του βιβλίου αποτελούν εξαιρετική εισαγωγή στο εκκεντρικό, αλλά βαθιά λογοτεχνικό κόσμο του σπουδαίου μυθιστοριογράφου και θεατρικού συγγραφέα.

Το βιβλίο ανοίγει με το εξαιρετικά απολαυστικό κείμενο «Το βραβείο Γκρίλπάρτσερ» όπου ο Μπέρνχαρντ αφηγείται πώς λίγες ώρες πριν την απονομή αποφάσισε να αγοράσει ένα κοστούμι από ένα ακριβό κατάστημα όπου συνήθιζε να ψωνίζει κάλτσες! Στο ενδιάμεσο μεταξύ της αγοράς και της αλλαγής του στενού κουστουμιού, ο Μπέρνχαρντ αφηγείται - παρεμπιπτόντως - την επεισοδιακή βράβευση. Ο Μπέρναρντ βιώνει το κλασικό συγγραφικό όνειρο - τη βράβευση - σαν έναν επαναλαμβανόμενο καφκικό εφιάλτη ο οποίος επανέρχεται παραλλαγμένος και τον τυραννάει: «Μερικοί κύριοι με συνόδευαν στο δημαρχείο και είχα την εντύπωση ότι με προσήγαγαν σε δίκη».

Τα βαθιά εξομολογητικά αυτά κείμενα, όπου όχι απλώς δεν κρύβει, αλλά υπογραμμίζει διαρκώς τον ενοχικό φαύλο κύκλο της αποδοχής και της περιφρόνησης του εαυτού του (καθώς αποδέχεται τα βραβεία μόνο γιατί έχει ανάγκη το χρηματικό έπαθλο), σκιαγραφούν το θλιβερό πορτρέτο μιας μίζερης και απελπισμένης ύπαρξης. Χαρακτηριστική είναι η εμμονή με την οποία αναζητεί τέσσερις τείχους όπου θα μπορεί να κλειδωθεί.

Οπως όμως σε όλα του τα έργα το σκοτάδι είναι η άλλη όψη του φωτός. Η μισανθρωπία του, η οποία εκφράζει βαθιά απογοήτευση για την χαμέρπεια του ανθρώπου, κρύβει βαθιά ανθρωπιά. Το μίσος του προς τους (δήθεν) συγγραφείς από έναν απεριόριστο θαυμασμό για τους λογοτέχνες όπως ο Μπύχνερ ή ο Κανέττι. Ο Μπέρνχαρντ υποφέρει βαθιά όπως όλοι όσοι βάζουν τον πήχη ψηλά.

6 σχόλια:

Johnny Panic είπε...

Διαβάζοντας αυτά τα κείμενα ένιωθα την εμμονική(σαν ενοχή) προσπάθεια του συγγραφέα να κουρελιάσει αυτό ακριβώς το "στενό κουστούμι",αυτό που αναγκάζεται να φοράει στους χώρους των θλιβερών τελετών,απ’όπου ξεχειλίζει "ιδρώτας και αξιοπρέπεια".Αν αναγνωρίσουμε την βράβευση ως έναν παγιωμένο αστικό μύθο,ο Μπέρνχαρντ εδώ επιχειρεί ένα χρονικό αντιστροφής του μύθου,υποστηρίζοντας πως η βράβευση ενός καλλιτέχνη μπορεί να εννοηθεί ως πράξη ακραίας ταπείνωσης και εκμηδενισμού,ώστε ένας έπαινος συχνά μοιάζει εξίσου ή και περισσότερος διαβρωτικός από μια ύβρη.Το τραγελαφικό περιστατικό της άγνοιας του ονόματός του μπορεί να διαβαστεί και μεταφορικά: Οι κριτικές επιτροπές δεν ξέρουν επί της ουσίας ποιον βραβεύουν και ο βραβευθείς με τη σειρά του αδυνατεί να αναγνωρίσει το Πρόσωπό του στον βραβευθέντα των κριτικών επιτροπών.Επίσης,η απελπισία του καλλιτέχνη ορίζεται και ως παράγωγο του αναπόφευκτα δισυπόστατου της φύσης του,εφόσον ο Μπέρνχαρντ,ισχυρός κι ατρόμητος πίσω από τα Τείχη της γραφής,βιώνει στην Κοινωνία την εμπειρία μιας ευτελούς εκπόρνευσης εξ αιτίας της σωματικής του ύπαρξης,που πρέπει δυστυχώς να συντηρηθεί.Συμφωνώ πολύ με την τελευταία παράγραφο της ανάρτησης,καθώς ποτέ δεν ερμήνευσα τη λογοτεχνία του Αυστριακού ως απολογία του νιχιλισμού,παρά τη ζοφερότητά της.Ο Μπέρχαρντ,όπως και οι ήρωές του,υπέφερε πιεζόμενος συντριπτικά από το βάρος του ιδεώδους. Η μόνη μου επιφύλαξη είναι σχετικά με τις "ομιλίες" στο τέλος του βιβλίου,που μου φάνηκαν κάπως σπασμωδικές,πυρετώδεις.Αυτή η δονούμενη φωνή ίσως τους δίνει και την αξία που τους αναγνωρίζεις,ωστόσο κάτι με ενόχλησε,σε ορισμένα σημεία εγώ διάβασα απλώς ανακυκλωμένες υπαρξιστικές κοινοτοπίες.Ίσως όμως φταίει που πάντα περιμένω πάρα πολλά από τον Τ.Μ. Να σημειώσω εν κατακλείδι ότι στον εξαιρετικό "Ανιψιό του Βίτγκενστάιν",αφηγούμενος μια βράβευσή του,συναιρεί παιγνιωδώς τον κορμό του "βραβείου Γκριλπάρτσερ" με την καρναβαλική έξοδο του υπουργού του "Αυστριακού Κρατικού Βραβείου Λογοτεχνίας".


Ζητώ συγνώμη για το μακροσκελές του σχολίου μου και κλείνω με την αγαπημένη μου ερώτηση! Ποιο απ'όσα έργα του έχεις διαβάσει είναι το αγαπημένο σου;

τουπίκλην λοξίας είπε...

Σε ευχαριστώ πολύ για το σχόλιό σου. «Ο ανιψιός του Βίντγκενστάιν» είναι από τα πολύ αγαπημένα, όπως και «Ο αποτυχημένος». Δεν έχω ακόμα διαβάσει τα μεγάλα του, κυρίως δε την αυτοβιογραφία του. Ξεκίνησα τους «Παλιούς δασκάλους» και τους παράτησα, γιατί με ενόχλησαν. Κορυφαίο του θεωρώ το θεατρικό που διάβασα στα γαλλικά, «Πλατεία Ηρώων».

Johnny Panic είπε...

Λοιπόν,κι εμένα ο "Ανιψιός του Βιτγκενστάιν" και ο "Αποτυχημένος" είναι από τα πιο αγαπημένα μου,ενώ επίσης δεν έχω διαβάσει την "Αυτοβιογραφία"(τα υπόλοιπα μεταφρασμένα,ναι).Δυστυχώς όμως κανένα θεατρικό του,ούτε την περίφημη "Πλατεία ηρώων".Λυπάμαι που δε σε αφήνω σε ησυχία,αλλά όπως καταλαβαίνεις η περιέργειά μου με ωθεί να σε ρωτήσω τι ήταν αυτό που σε ενόχλησε τόσο στους "Παλαιούς Δασκάλους" ώστε να τους παρατήσεις...

τουπίκλην λοξίας είπε...

Το μένος του και ο απόλυτος τρόπος - η τύφλωσή του για να δανειστώ τον τίτλο του εξαιρετικού βιβλίου του Κανέττι- με τον οποίο στηλίτευε βάζοντας τους στο ίδιο τσουβάλι μεγάλα ονόματα της γερμανικής σκέψης.

nikos είπε...

τα συγχαρητήρια μου για τον ιστό αυτό και την κουβέντα. "η διόρθωση" από τον εξάντα ήταν το βιβλίο που με την αφαίρεση του με σημάδεψε, αλλά και ο δυσοίωνος "αποτυχημένος".

τουπίκλην λοξίας είπε...

Σε ευχαριστώ πολύ Νίκο. Η «Διόρθωση» είναι στα προς διάβασμα βιβλία.