Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010

Αριστείδης Αντονάς: στο μεταίχμιο λογοτεχνίας, φιλοσοφίας και αρχιτεκτονικής


Τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα αντιστέκονται και απαιτούν από τον αναγνώστη να ξεπεράσει κάποια εμπόδια για να κερδίσει την απόλαυση που έχουν να προσφέρουν. Οσο εδραιώνεται η αντίληψη ότι η λογοτεχνία δεν είναι τίποτα παραπάνω από την ευχάριστη αφήγηση ιστοριών, μια πολυτέλεια για οιονεί αργόσχολους, θυμάμαι τα παραπάνω λόγια του καθηγητή μου στο πανεπιστήμιο και νιώθω επιτακτικότερη την ανάγκη για τη λογοτεχνία, που υπερασπίζεται την κοπιαστική (για δημιουργό και αποδέκτη) αποστολή του έργου τέχνης.

Οι αντιδράσεις που εισέπραξα εκφράζοντας την πρόθεση να γράψω για τον λογοτέχνη και αρχιτέκτονα Αριστείδη Αντονά με αφορμή το τελευταίο βιβλίο του «Η τραγουδίστρια και η πολυθρόνα» (εκδ. Αγρα), ότι είναι τάχα δυσνόητος ή κουραστικός, ενέτειναν την πίστη μου ότι έχω να κάνω με μια περίπτωση συγγραφέα που χρησιμοποιεί τη λογοτεχνία ως εργαλείο για να διατυπώσει ερωτήματα σχετικά με τη φύση, τον σκοπό ή τις δυνατότητες της λογοτεχνίας και κατ’ επέκταση της τέχνης στη σημερινή ανερμάτιστη εποχή.

Τα μικρά λογοτεχνικά κείμενα του Αντονά πρέπει να διαβαστούν στο φως των δοκιμίων του, ενός στοχασμού που τα φωτίζει. Τα κείμενα που συνθέτουν το έργο «Αριθμοί» (Αγρα) κυκλοφόρησαν μεμονωμένα από τις εκδόσεις «Στιγμή» (1988-2001) πριν παρουσιαστούν ως ενιαίο λογοτεχνικό εγχείρημα συνοδευόμενα από το αποσαφηνιστικό δοκίμιο «Μετά τους Αριθμούς». Το εν λόγω δοκίμιο δεν αποτελεί απλώς απαραίτητο συμπλήρωμα του λογοτεχνικού έργου, αλλά αναπόσπαστο κομμάτι του, το οποίο μπορεί ενδεχομένως να διαβαστεί και ως πέμπτο λογοτεχνικό κείμενο μετά τα τέσσερα που συνθέτουν τους «Αριθμούς».

Στην «Τραγουδίστρια» κάνει ένα βήμα πιο πέρα παρεμβάλλοντας το δοκίμιο μέσα στην αφήγηση. «Η προσπάθεια που έχω κάνει είναι να δηλητηριάσω το όριο μεταξύ των δύο. Αν κάτι με ενδιαφέρει σήμερα είναι το πώς καταλαβαίνουμε τον λόγο. Ποιος και πώς είναι ο λόγος την ώρα που περιγράφουμε τα πράγματα…», υπογραμμίζει με την ήρεμη και σιγανή φωνή του μέσα στον ορυμαγδό που επικρατεί στο καφέ που έχουμε συναντηθεί.

Ο στοχασμός και η λογοτεχνία του αντλούν κυρίως από τη φιλοσοφία, την αρχιτεκτονική, αλλά και από το θέατρο ή τις εικαστικές τέχνες, στο μέτρο που συναντά αντίστοιχες απόπειρες προσέγγισης του ερωτήματος σχετικά με το οντολογικό αντίκρισμα του λόγου. «Ο Ορθός Λόγος εμφανίστηκε σαν μια έκρηξη ελευθερίας απέναντι σε κάτι που τον καταδυνάστευε». Αυτή όμως η ελευθερία οδήγησε στην σχετικοποίηση κάθε αλήθειας. Χάθηκε το αντίκρισμα αλήθειας του καταφατικού λόγου. Ολες οι αφηγήσεις είναι πλέον ισάξιες, αυτοαναιρούμενες εκδοχές ή θέσεις. Ουσιαστικά ο Αντονάς αναρωτιέται αν και κατά πόσο ο λόγος ως αφήγηση μπορεί να είναι φορέας νοήματος και με ποιον τρόπο.

Σε αντίθεση με τη λογοτεχνία ή την τρέχουσα αντίληψη, η φιλοσοφία απαιτεί από τον αναγνώστη μια πίστη στη μεθοδική δομή του λόγου, στη λογική αλληλουχία των συλλογισμών, οι οποίοι θα οδηγήσουν σε κάποιο συμπέρασμα. Ο Αντονάς αντιμετωπίζει «τη λογοτεχνία σαν έναν τρόπο για να διαβάσει κανείς τη φιλοσοφία χωρίς να την μειώσει». Έναν τρόπο προσέγγισης κάποιας αλήθειας ή νοήματος υπονομεύοντας τον Ορθό λόγο.

«Το πλεονέκτημα της λογοτεχνίας είναι η απόσταση. Δεν προσπαθεί, σε αντίθεση με τη φιλοσοφία, να σε πείσει για κάτι». Η απόσταση που μπορεί να πάρει ο συγγραφέας από τον λόγο των ηρώων του, η δυνατότητα διάστασης μεταξύ συγγραφέα, αφηγητή και ήρωα στην οποία ποντάρει ο Αντονάς, του επιτρέπει να χρησιμοποιήσει τη λογοτεχνία ως εργαλείο αποσταθεροποίησης του αναγνώστη μέσω της ανικανότητας της λογικής να οδηγηθεί σε οριστικά συμπεράσματα.

«Παίρνω αμέσως απόσταση από ό,τι λέγεται εκεί. Το ενδιαφέρον με τη λογοτεχνία είναι ότι αναβάλει το νόημα συνεχώς. Είναι ένα είδος δοκιμής. Δοκιμάζω ένα άλλο είδος γραφής. Εισάγω τους ήρωες μου σε μια λογική κατάσταση με πολύ έντονα αφηγηματικά στοιχεία, στην οποία οφείλουν να αντιδράσουν λογικά. Όμως αυτή η λογική επεξεργασία δεν θα τους δώσει τελικά ποτέ τις λύσεις στο πρόβλημα που τίθεται. Ο τρόπος με τον οποίο λαμβάνεται μια απόφαση στο τέλος, δεν είναι απότοκος του λογικού συλλογισμού. Η λογική λειτουργεί αφηγηματικά ως προετοιμασία μιας κίνησης. Η τελική όμως αντίδραση δεν φαίνεται να σχετίζεται με την προηγούμενη λογική σκέψη».

Οι ήρωές του παλεύουν να αντιμετωπίσουν λογικά μια απροσδιόριστη κατάσταση – συνήθως μια κατάσταση εγκλεισμού – και αντιδρούν λανθασμένα. Αναζητώντας το λογικό λάθος της πράξης τους υποπίπτουν σε νέο λάθος που τους οδηγεί σε νέους λογικούς συλλογισμούς δίχως τέλος. «Όταν λέω ότι χρησιμοποιώ αφηγηματικά τον Ορθό Λόγο εννοώ : ως αφηγηματικό χρόνο, πώς περνάει κανείς από το ένα επιχείρημα στο άλλο. Σαν παλινδρόμηση ανάμεσα σε πιθανές λύσεις. Την ώρα που φτάνει όλη αυτή η λογική παλινδρόμηση κάπου, έχει κάτι χαθεί. Ταυτόχρονα όμως έχει κατασκευαστεί όλος αυτός ο λόγος σαν ένα ήδη αφήγημα. Είναι μια τελετουργία της απουσίας. Ισως το πιο ιερό πράγμα που έχει φτιάξει ο δυτικός κόσμος είναι αυτό το είδος της απουσίας».

Το ερώτημα για το νόημα επανέρχεται εμφατικότερο ως ερώτημα για την αναβολή ή την απουσία νοήματος. Στον πυρήνα του έργου, στο κέντρο της απουσίας η όποια αλήθεια προσεγγίζεται εν τέλει αποφατικά. Με τη θεολογική σημασία του όρου. Δηλαδή ως αποφυγή κάθε παγιωμένης προστακτικής. Κάθε ηθικού διδάγματος.

Ο Αντονάς επιστρέφει σαν τον Βαλερί στις προφορικές ρίζες του λογοτεχνικού λόγου τον οποίο αντιμετωπίζει κι εκείνος με τη σειρά του ως υπνωτικό λόγο, ως «μαγγανεία» (Charme). Στην αντίληψη αυτή του έργου, ως κατασκευή, σημασία έχει το σύνολο, όχι οι συγκεκριμένες λέξεις ή λογικές προτάσεις των ηρώων.

«Υπάρχει εγγενώς κάτι στον ρυθμό του λογοτεχνικού κειμένου, στην αφήγηση, που μας υπνωτίζει. Πρέπει να βγούμε από το κείμενο, να ξυπνήσουμε, για να δούμε τι έγινε. Η λογοτεχνία αναπτύσσεται σαν μια φλυαρία που πρέπει να έχει κάποιο νόημα. Τα αποσπάσματα, οι λέξεις, δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία μπορούν να αντικατασταθούν από άλλα. Ωστόσο κάτι οργανώνεται μέσα στην κίνηση». Η γραμματική του αφηγηματικού, υπνωτικού λόγου που χρησιμοποιεί ο Αντονάς για να αποπροσανατολίσει τον αναγνώστη του είναι το λογικό (πάντα ανεδαφικό ή άχρηστο) επιχείρημα. Η αρχιτεκτονική του προσφέρει το υπόβαθρο για την ανάπτυξη του υπνωτικού λόγου. Γι’ αυτό και προηγείται ο σχεδιασμός του χώρου, (κάθε κείμενο συνοδεύεται από όψεις και κατόψεις του χώρου της δράσης) ο οποίος ενδεχομένως τροποποιείται ανάλογα με την εξέλιξη της πλοκής. Τελικά εκείνο που τον ενδιαφέρει περισσότερο είναι η φόρμα, όχι ως φορμαλισμός, αλλά ως τρόπος δημιουργίας ενός πλαισίου, μέσα στο οποίο «μπορεί να δει κανείς την ουσία, την οντολογία, την πολιτική». Ο Αντονάς χρησιμοποιεί κατά την προσταγή του Βίτγκενστάιν με μη παραστατικό, αποφατικό τρόπο τον λόγο, κινούμενος στο μεσοδιάστημα μεταξύ του «λέω» και του «δείχνω». Επαναπροσεγγίζει δηλαδή, στο μεταίχμιο όλων των τεχνών, τον πραγματικό τόπο της λογοτεχνίας.