Παρασκευή, 5 Μαρτίου 2010

Ανσελ Ανταμς ή η αποθέωση της φωτογραφικής τεχνικής


Το Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς παρουσιάζει στις 3 Μαρτίου υπό την αιγίδα της πρεσβείας των ΗΠΑ, για πρώτη φορά στην Ελλάδα μια επιλογή από το έργο του μεγάλου Αμερικανού φωτογράφου Ανσελ Ανταμς. Ο Ανταμς (1902-1984) συγκαταλέγεται όχι μόνο στους σπουδαιότερους φωτογράφους του 20ου αιώνα, αλλά και στους πρωτοπόρους που αγωνίστηκαν και κατόρθωσαν να «επιβάλουν» την φωτογραφία ως αυτόνομη τέχνη, απελευθερώνοντάς την από τον φορτικό ζυγό της ζωγραφικής. Υπήρξε άλλωστε ένας εκ των ιδρυτών του Φωτογραφικού Τμήματος του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης της Νέας Υόρκης. Στα πρώτα της βήματα η φωτογραφία θεωρείτο αποπαίδι της ζωγραφικής, η οποία αποτελούσε το μέτρο της εικαστικότητας οιασδήποτε φωτογραφικής εικόνας. Ο Ανταμς αντιτέθηκε σθεναρά σε αυτή την αισθητική του πικτοριαλισμού πρεσβεύοντας την «ευκρινή» ή «καθαρή» φωτογραφία.
Οι 72 πρωτότυπες εκτυπώσεις που θα παρουσιαστούν για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό αποτελούν τμήμα μιας ομάδας 75 πρωτότυπων φωτογραφιών (Museum Set) τις οποίες ο επέλεξε ο ίδιος ο Ανταμς ως αντιπροσωπευτικότερες του πελώριου του έργου, τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του. Η τεράστια ζήτηση των εικόνων του και η αγωνία του για την διατήρηση του έργου του στο πέρασμα του χρόνου, τον οδήγησαν τον Δεκέμβριο του 1979 να ξεκινήσει την επιλογή και το τύπωμα των Museum Set. Ομαδοποίησε τα καλύτερα δείγματα της δουλειάς του σε σειρές των 75 και των 25 φωτογραφιών τις οποίες προόριζε για τα μεγαλύτερα μουσεία και τις ιδιωτικές συλλογές του κόσμου. Ο αρχικός του στόχος ήταν να ολοκληρώσει εκατό διαφορετικές σειρές. Τελικά πρόλαβε να τυπώσει λιγότερες από πενήντα σειρές των 25 και μόλις έξι σειρές των 75 φωτογραφιών.
Αν και υπέρμαχος της «καθαρής» φωτογραφίας την οποία υπηρέτησε και ως συνιδρυτής της ομάδας f64, στόχος του Ανταμς δεν ήταν η ακριβής αποτύπωση της πραγματικότητας. Υιοθετώντας την ορολογία της «αντιστοιχίας» του Αλφρεντ Στίγκλιτς και όντας συνάμα επηρεασμένος εξ απαλών ονύχων από τις φιλοσοφικές αρχές του Εμερσον, που πρέσβευε την απευθείας σχέση με τον Θεό μέσω της σχέσης με την φύση, ο Ανταμς εφήρμοσε στο έργο του την ιδέα ότι η φωτογραφία δεν αποτελεί αυτούσια αποτύπωση της πραγματικότητας, αλλά το «αντίστοιχο» της προβολής του προσωπικού βλέμματος και αισθήματος στον κόσμο.
Για να το πετύχει έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην τεχνική λήψης και τυπώματος της φωτογραφίας, θεμελιώνοντας τη θεωρία του «Ζωνικού Συστήματος» η οποία βασίζεται σε μια σειρά κανόνων για την απόδοση όλων των τόνων της τονικής κλίμακας από το λευκό μέχρι το μαύρο.
Οι περισσότεροι φωτογράφοι ανακαλύπτουν τον κόσμο μέσα από τον φωτογραφικό τους φακό. Ο Ανταμς οδηγήθηκε στην φωτογραφία από την αγάπη του για τη φυσική ομορφιά του, ορεινού κυρίως, αμερικανικού τοπίου. Τα φημισμένα του τοπία μοιάζουν άχρονα σαν να προηγούνται ή να έπονται της παρουσίας του ανθρώπου στη γη. Ως αφοσιωμένος μαχητής για την προστασία του περιβάλλοντος ο Ανταμς θέλησε να αποκαλύψει στους συμπατριώτες του το κάλλος του φυσικού τοπίου της χώρας του, μια από τις θεμελιώδης συνιστώσες που διαμόρφωσαν την εθνική τους συνείδηση.

Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

Νέα φιλοσοφική σειρά ΠΕΚ


Η σταδιακή αύξηση, τις πρόσφατες δεκαετίες, των αρκούντως πεπαιδευμένων, όσων δηλαδή διαθέτουν την αναγκαία (προπαρα)σκευή ώστε να αντιπαρατεθούν στα δυσπέλαστα κείμενα της δυτικής γραμματείας, μας έχει χαρίσει τα τελευταία χρόνια ορισμένες καλές μεταφράσεις εμβληματικών έργων.
Ο φιλόσπουδος Ελληνας αναγνώστης έχει πλέον την δυνατότητα να διαβάσει στη γλώσσα του πρωτότυπα κείμενα μεγάλων φιλοσόφων, κοινωνιολόγων, πολιτικών επιστημόνων, όπως ο Αριστοτέλης, ο Καντ, ο Βέμπερ, ο Σπέγκλερ ή ο Σπινόζα, οι μεταφράσεις των οποίων διεύρυναν τον ορίζοντα των επιλογών του. Πρόκειται ωστόσο για μη συστηματικά εγχειρήματα, καθώς οι περισσότεροι εκδότες προσθέτουν απλώς διάσπαρτους τίτλους στον ετερόκλητο εκδοτικό τους κατάλογο. Η έλλειψη εκδοτικών σειρών φιλοσοφικών ή κοινωνικοπολιτικών δοκιμίων, αντίστοιχων των «Routledge Philosophy Guidebooks» ή της «Bibliothèque de Philosophie» των εκδόσεων «Gallimard» που θα αποτελέσουν οδηγό για την εμβάθυνση του αναγνώστη στο εκάστοτε επιστημονικό πεδίο είναι αισθητή τόσο στους επαΐοντες, όσο και στους «ερασιτέχνες» αναγνώστες του φιλοσοφικού ή άλλου δοκιμίου. Οι εξαιρέσεις δεν έλειπαν, αρκεί να θυμηθούμε ενδεικτικά τις δυο εκδοτικές σειρές στην «Γνώση» και στην «Νεφέλη» τις οποίες διεύθυνε ο αείμνηστος φιλόσοφος Παναγιώτης Κονδύλης.

Εχοντας όλα τα προηγούμενα κατά νου, κι έχοντας συνάμα εντρυφήσει σε αντίστοιχες ξενόγλωσσες εκδοτικές σειρές ο υποψήφιος διδάκτορας φιλοσοφίας του πανεπιστημίου της Σορβόνης, Θάνος Σαμαρτζής πρότεινε στον διευθυντή των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης (ΠΕΚ) κ. Στέφανο Τραχανά μια σειρά θεμελιωδών φιλοσοφικών έργων. H σειρά ξεκίνησε υπό την επιμέλεια του κ. Σαμαρτζή και πρόσφατα κυκλοφόρησαν οι δύο πρώτοι τόμοι της «Φιλοσοφικής Βιβλιοθήκης» των ΠΕΚ: το βιβλίο του μεγάλου ιστορικού της Μεσαιωνικής Φιλοσοφίας, Ετιέν Ζιλσόν, «Το Ον και η Ουσία» (Το πρόβλημα της ύπαρξης στη δυτική φιλοσοφία από την αρχαιότητα ως τον εικοστό αιώνα) και η κεφαλαιώδης μονογραφία από τον καθηγητή φιλοσοφίας του Μπέρκλεϊ Χανς Σλούγκα για τον «πατέρα» της αναλυτικής φιλοσοφίας, «Φρέγκε» (Η γέννηση της σύγχρονης λογικής και οι ρίζες της αναλυτικής φιλοσοφίας).

«Στόχος δεν είναι η δημιουργία μιας σειράς εγχειριδίων για την ενίσχυση της εγκυκλοπαιδικής γνώσης των αναγνωστών, αλλά η μετάφραση ορισμένων θεμελιωδών φιλοσοφικών έργων τα οποία θα λειτουργήσουν ως άξονας προσανατολισμού στον κόσμο της φιλοσοφίας, αρχαίας, μεσαιωνικής και νεώτερης. Η στόχευση της Φιλοσοφικής Βιβλιοθήκης είναι προπαιδευτική, να προσφερθούν στον Έλληνα αναγνώστη ορισμένα απαραίτητα εργαλεία ώστε να μπορεί να παρακολουθήσει την κλασική και τη σύγχρονη φιλοσοφική σκέψη» λέει ο κ. Σαμαρτζής.
Ο πρώτος κύκλος της σειράς θα περιλαμβάνει δέκα περίπου τίτλους οι οποίοι αναμένεται να έχουν κυκλοφορήσει μέχρι το 2012. Χάιντς Χάιμζετ «Τα θεμελιώδη προβλήματα της δυτικής μεταφυσικής και οι μεσαιωνικές ρίζες της νεότερης φιλοσοφίας» (2010), Αλαίν ντε Λιμπερά «Η έριδα των Καθόλου, από την αρχαιότητα ως το τέλος του Μεσαίωνα» (2010), Τζον Μακντάουελ «Νους και Κόσμος» (2010), Παναγιώτης Κονδύλης «Η κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη, από τον όψιμο Μεσαίωνα ως τον 20ο αιώνα- ολοκληρωμένη έκδοση» (2011), Ντήτερ Χένριχ «Μεταξύ Καντ και Χεγκελ, παραδόσεις πάνω στον γερμανικό ιδεαλισμό» (2010), Eντρε φον Ιβάνκα «Χριστιανικός πλατωνισμός» (2012), Τέρενς Ιργουιν «Οι πρώτες αρχές του Αριστοτέλη» (2012, Ετιέν Ζιλσόν «Το πνεύμα της μεσαιωνικής φιλοσοφίας» (2012).

Το στοίχημα ήταν μεγάλο τόσο για τον επιμελητή της σιεράς, όσο και για τις ΠΕΚ. Ωστόσο το ειδικό βάρος των βιβλίων (από εκείνα που στο άκουσμα των τίτλων τους οι φιλόσοφοι γνέφουν επιδοκιμαστικά με το κεφάλι), η σκληρή επιστημονική δουλειά που αποπνέουν οι μεταφράσεις, όσο και η απρόσμενη (αναλογικά) εμπορική επιτυχία στις πρώτες εβδομάδες κυκλοφορίας των βιβλίων μοιάζουν να δικαιώνουν τις δύο πλευρές. Και όχι άδικα. Η ποιότητα των βιβλίων διαφαίνεται πέρα από τη προσεγμένη μετάφραση, τόσο από τις μεγάλες, κατατοπιστικές και εμπεριστατωμένες εισαγωγές αλλά ακόμα και από την πρωτότυπη αισθητική των εξωφύλλων.
Η μετάφραση του βιβλίου «το Ον και η Ουσία» απαίτησε την προηγούμενη ενδελεχή έρευνα του τρόπου αμφίπλευρης μετάφρασης των φιλοσοφικών όρων από και προς τα ελληνικά, από τον μεσαίωνα μέχρι σήμερα. Ο επιμελητής της σειράς ανέλαβε με τη σειρά του το δικό του ρίσκο μετακυλώντας την εμπιστοσύνη που δέχθηκε, σε μια νέα ντιζάινερ από το Παρίσι, την Ευαγγελία Κρανιώτη, στην οποία ανέθεσε μετά από μακρά αναζήτηση υποψηφίων, την σύνθεση των εξωφύλλων. Και το αποτέλεσμα δικαίωσε για άλλη μια φορά και τις δύο πλευρές.
Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι τέτοια δείγματα εμπιστοσύνης σε πρόσωπα με γνώμονα το πάθος και το έργο τους και όχι τους περικλεείς τίτλους πραγματικά σπανίζουν, εξ ου και σε κάθε τομέα του κοινωνικού μας βίου ανακυκλώνονται τα ίδια κουρασμένα πρόσωπα. Το ήθος των ανθρώπων των ΠΕΚ, όσο και η ποιότητα του παρεχόμενου έργου, είναι τα δύο βασικότερα παραδείγματα (ευτυχούς) παρέκκλισης από την νεοελληνική πεπατημένη στα οποία θα πρέπει να εστιάσουμε.

Η μετάφραση των δυο βιβλίων, του Ζιλσόν και του Σλούγκα ανοίγουν έναν δρόμο, αλλά κι έναν διάλογο με μια κρίσιμη μερίδα αναγνωστικού κοινού. Από εδώ και πέρα το βάρος πέφτει στους ώμους των επαϊόντων οι οποίοι καλούνται να κρίνουν τις εισαγωγές, τις αναγνώσεις και τις μεταφράσεις των έργων που προτείνει η εν λόγω αξιοζήλευτη ομολογουμένως σειρά. Η εισαγωγή του κ. Σαμαρτζή στο βιβλίο του Ζιλσόν είναι όχι απλώς κατατοπιστική, αλλά φροντίζει να εισαγάγει με τον πιο εύληπτο τρόπο στο έργο και στα μεγάλα φιλοσοφικά ζητήματα που ανακύπτουν, ακόμα και τον πιο αδαή αναγνώστη.
Μου γέννησε ωστόσο μερικά βασικά ερωτήματα: θα ήθελα πολύ να μάθω αν και κατά πόσο δόκιμη είναι για παράδειγμα η μετάφραση της αριστοτελικής «ουσίας» με τον όρο «πράγμα» ή «υπόσταση». Γιατί στην εισαγωγή του επιμελητή δεν γίνεται μνεία της αριστοτελικής διάκρισης σε ουσία πρώτη και ουσία δευτέρα ή γιατί δεν διευκρινίζεται από πότε αρχίζει η ελληνική φιλοσοφία (μετά την κλασική περίοδο οπωσδήποτε) να χρησιμοποιεί τον όρο «υπόσταση». Επίσης σε ποιες συγκυρίες στη Δύση ο όρος «ουσία» μεταφράστηκε ως «substantia» («υπόσταση»). Τέλος, αν ενδεχομένως η προσέγγιση του αριστοτελικού έργου που προτείνει ο κ. Σαμαρτζής δεν γίνεται με γνώμονα την καντιανή οπτική.