Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2010

Μικρά κοσμήματα της γραφής


Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου
«Ο θησαυρός των αηδονιών»
εκδ. Γαβριηλίδης, σελ. 107.


Σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ο Αλεξάντερ Σολζενίτσιν στρίμωχνε μικροσκοπικές λέξεις σε κάτι μικρά αυτοσχέδια τετράδια. Πρόθεσή του ήταν να επαναφέρει στη χρήση της ρωσικής γλώσσας εκφραστικότατες λέξεις που είχαν περιπέσει σε αχρηστία, δημιουργώντας ένα λεξικό 50.000 περίπου λημμάτων. Πανέμορφες λέξεις, οι οποίες θα μπορούσαν να υπηρετήσουν ένα κείμενο χωρίς να το καταποντίσουν. Σε μια εποχή που ο γραπτός λόγος δεν είναι παρά προφορικός ξαπλωμένος στο χαρτί, έχει παγιωθεί η εντύπωση ότι η προσφυγή σε παλαιότερες (για πολλούς παρωχημένες) δομές και η εξόρυξη λέξεων από τα βαθύτερα στρώματα της γλώσσας δημιουργεί είτε αναχρονιστικά (αδιάβαστα) κείμενα ή τέρατα. Η ανάλαφρη και απέριττη πρόζα του Ηλία Παπαδημητρακόπουλου έρχεται για μια ακόμη φορά να μας υπενθυμίσει όχι μόνο τον λεκτικό πλούτο και τις εκφραστικές δυνατότητες σύνολης της ελληνικής γλώσσας, αλλά καταδεικνύει το εύρος των δυνατοτήτων που αυτή παρέχει στα χέρια ενός πολύπειρου μάστορα της γραφής. Mας εξαναγκάζει επίσης να προσφύγουμε, ενίοτε και να χαθούμε σε ανεξερεύνητες περιοχές του λεξικού, να (ξανα)διαβάσουμε, δηλαδή, με τον πιο ουσιαστικό τρόπο λογοτεχνία. Τα δώδεκα μικρά διηγήματα της νέας συλλογής του συγγραφέα του κομψοτεχνήματος «Τόποι τέσσερις συν τρεις» (εκδ. Στιγμή) διαθέτουν ένα σφρίγος και μια αλαφράδα που θα ζήλευαν τα περισσότερα κάθιδρα από την αγωνία του «σύγχρονου» και του «πρωτοποριακού», λογοτεχνήματα. Ακολουθώντας την πρακτική όλων των προηγούμενων συλλογών από την «Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη» μέχρι τον «Οβολό» (Εκδ. Νεφέλη) ο Παπαδημητρακόπουλος πατάει στην αφήγηση προσωπικών εμπειριών ή ανυπόληπτων συμβάντων μέσω των οποίων ανάγεται στο οικουμενικό και πανανθρώπινο. Με δόλωμα τη ρέουσα αφηγηματική γλώσσα και το ακονισμένο ένστικτο του παραμυθά που μετατρέπει σε θελκτική ιστορία το παραμικρό ασήμαντο συμβάν, ο συγγραφέας άγει και φέρει τον αναγνώστη, σαν καρυδότσουφλο σε ορμητικό ποτάμι. Ενώ τρέχει στον ανοιχτό δρόμο αφηγούμενος π.χ. πώς κόλλησε ελονοσία στα μικράτα του και πώς κατέβηκαν οικογενειακώς στην Αθήνα «για αλλαγή αέρος» (Πλασμώδιο falciparum) σε πετάει απότομα σε μια αδιόρατη παρακαμπτήριο όπου εξιστορεί με δύο υπαινικτικές εικόνες τον θάνατο του ξαδέλφου του, Αγγελου στην κατοχή. Η ικανότητά του ακόμα και στη μικρότερη δυνατή φόρμα (όπου συναγωνίζεται το «Πίστωμα» του Θεοτόκη) να κορυφώσει την ένταση ή το συναίσθημα στις τελευταίες αράδες, είναι άξια μεγάλου θαυμασμού. Παρά όμως τη φαινομενική απλότητά της, η γραφή του Παπαδημητρακόπουλου είναι καρπός μεγάλου μόχθου. Γι’ αυτό και πλείστοι άλλοι που πασχίζουμε να βρούμε το ύφος μας ψαρεύοντας λέξεις από το άπατο γλωσσικό καζάνι, κολυμπάμε τόσο στα ρηχά.