Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Βασιλική, μια νουβέλα

Βάσω Νικολοπούλου
«Βασιλική»
Εκδ. Πόλις


Ο τεράστιος όγκος (τηρουμένων των ελληνικών αναλογιών ) της ετήσιας βιβλιοπαραγωγής δυσκολεύει – αν δεν αποκλείει – την δυνατότητα εποπτείας των εκδιδόμενων έργων. Ο άτυπος λοιπόν κανόνας θέλει να περνούν απαρατήρητα καλά ή ακόμα κι εξαιρετικά βιβλία στη θέση των οποίων διαβάζει κανείς μέτρια ή κάκιστα.
Διότι δυστυχώς ο χρόνος είναι περιορισμένος και τα βιβλία άπειρα. Σωτήριες σε τέτοιες περιπτώσεις αποδεικνύονται οι προφορικές κρίσεις αναγνωστών, το λεγόμενο «από στόμα σε στόμα».

Εδώ οφείλω να ομολογήσω πως δεν θα είχα διαβάσει τη νουβέλα της Βάσως Νικολοπούλου, χωρίς τις παραινέσεις του καλού μου φίλου και ήδη, δικαίως διακεκριμένου συγγραφέα της γενιάς μου, Γιάννη Μακριδάκη. Η νουβέλα είναι μικρή, μόλις σαράντα σελίδες. Ομως τα βιβλία δεν τα κάνει ο όγκος. Το αψεγάδιαστο, ειρήσθω εν παρόδω, «Πίστωμα» του Κωνσταντίνου Θεοτόκη δεν ξεπερνάει το ένα χειρόγραφο. Ωστόσο το μικρό κείμενο δεν διαθέτει τις κρυψώνες που επιτρέπουν στο μεγάλο να κρύβει τις αδυναμίες και τις ατέλειές του. Γι΄αυτό και εν προκειμένω η «Βασιλική» χρωστάει στο μικρό μέγεθος πολλές από τις αρετές, αλλά και το εξόφθαλμο των αδυναμιών της.

Η βασικότερη αρετή αυτού του βιβλίου, αυτό που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη, δεν είναι άλλο από το κατεξοχήν λογοτεχνικό χαρακτηριστικό, δηλαδή η γλώσσα. Η ποιητικότητα και η μαεστρία μιας συγγραφέα που ελέγχει το ρυθμό των προτάσεών της, κατέχει την τέχνη της αφήγησης και το μυστικό του ανοίκειου συνδυασμού των λέξεων κάνοντάς τες να σπιθίζουν. Η περιγραφική της ικανότητα να σκιαγραφεί πρόσωπα και καταστάσεις με γρήγορες κοφτές προτάσεις, σαν μικρές πινελιές είναι θαυμαστά. Η πολυφορεμένη, εντούτοις, ιστορία της νοσηρά εξαρτημένης γυναίκας από τον άξεστο εραστή της που την απατά, σώζεται μονάχα χάρη στην φρεσκάδα και την ζωντάνια του γυναικείου μονολόγου. Χάρη στην κλιμάκωση του και το σταδιακό πέρασμα από την γκρίνια, στην εμμονή μέχρι την ψύχωση. Εντυπωσιακή είναι και η ικανότητά της να παρουσιάζει – αναγκαστικά ελλειπτικά – τουλάχιστον τέσσερις χαρακτήρες μέσα σε μόλις τέσσερις δεκάδες σελίδες.

Ωστόσο ο λόγος της γίνεται συχνά υπέρ το δέον ποιητικός, θυμίζοντας ενοχλητικά Κική Δημουλά, ενώ η αδόκιμη χρήση του πληθυντικού στην αποστροφή προς τη μάνα της («Ανεξιχνίαστη μαμά μαμά μου, γιατί δε μου επιτρέψατε να σας κλάψω όπως αρμόζει») στην οποία σκοντάφτει ο αναγνώστης σαν σε χαλασμένο καλντερίμι, καταστρέφουν την λεπτοκαμωμένη ατμοσφαιρικότητα του βιβλίου. Το δε, «μαρκάρει» αντί σουτάρει και γκοολ» του Λεμονή, βγάζει μάτι!

Δεν υπάρχουν σχόλια: