Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

H ένταση της ανθρώπινης φιγούρας. Συνέντευξη με τον Μάκη Θεοφυλακτόπουλο

Σαράντα-τέσσερα χρόνια μετά την επαινετική κριτική του καθηγητή Γ.Π. Σαββίδη (διακεκριμένου επιμελητή των καβαφικών και των σεφερικών εκδόσεων) για τους «μοτοσυκλετιστές» του Μάκη Θεοφυλακτόπουλου, η οποία ανέδειξε τον τότε άγνωστο φοιτητή της ΑΣΚΤ, το Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς παρουσιάζει μέσα από 250 περίπου έργα την καλλιτεχνική διαδρομή του 72χρονου σήμερα ζωγράφου σε μια μεγάλη αναδρομική έκθεση που εγκαινιάζεται την ερχόμενη Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου. Οι ανθρώπινες φιγούρες των γιγάντιων έργων του, αρχικά πιο περιγραφικές, πριν εξελιχθούν σταδιακά σε έντονα περιγράμματα, μπορούν να ιδωθούν ως ολοένα λακωνικότερες, αλλά και εντονότερες εκφράσεις του ψυχισμού του απομόναχου ατόμου. Υπό μια έννοια, ο Θεοφυλακτόπουλος φιλοτεχνεί ποικίλα πορτρέτα της ψυχής μας.


Ο πρώην μαθητής του Μόραλη και μετέπειτα καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών Θεσσαλονίκης, ο ακατάτακτος κατά πολλούς ζωγράφος με τη φήμη του πολυτάραχου βίου (το πάθος του για τον τζόγο και την ταχύτητα) να επηρεάζει την προσέγγιση του έργο του, μιλάει στην «Κ» μέσα στο άδειο του ατελιέ στο Παλαιό Φάληρο. Λίγο πριν από τη μεγάλη έκθεση αναφέρεται στην πάλη της ζωγραφικής δημιουργίας, στην ένταση που πασχίζει να μεταδώσει στα έργα του και στους μεγάλους δασκάλους που τον ενέπνευσαν.

Κάθε αναδρομική έκθεση είναι μια ανακεφαλαίωση. Πόσο δύσκολη και ποια μπορεί να είναι η συνέχεια;

Σε όλη μου τη ζωή έχω συνηθίσει να υπάρχω μέσα από τη ζωγραφική. Οταν ήμουν νεότερος έκανα και πολλά άλλα. Τώρα αυτά τα υπόλοιπα λιγοστεύουν και μου μένει μόνο η ζωγραφική.Θα υπάρξουν και πιέσεις, ενδεχομένως και απογοητεύσεις, π.χ, διότι κάποια πράγματα μπορεί να μην έχουν αντέξει στον χρόνο. Σίγουρα θα υπάρχουν και καλές στιγμές, λιγότερο καλές και ίσως μερικές πολύ καλές. Το ευχάριστο είναι ότι έτυχε τα τελευταία μου έργα, του 2010 να είναι καλά. Να είναι δυνατά, οπότε δεν θα έχω την δύσκολη στιγμή που μπορεί ένας ζωγράφος κοιτώντας την αναδρομική του να πει: κοίταξε όταν ήμουνα νέος τι ωραία πράγματα έκανα και τώρα... αντίθετα μπορώ να πω πως τώρα που γέρασα, μάλλον τα καταφέρνω καλύτερα.

Προσθέτετε διαρκώς υλικό, ζωγραφίζοντας. Όσο όμως προσθέτετε τόσο αφαιρείτε από την φιγούρα. Είναι σαν να σβήνετε προσθέτοντας...

Αυτό είναι αλήθεια. Η πλούσια ζωγραφική ύλη αποτελούσε ανέκαθεν εκφραστική μου ανάγκη. Το «γράψιμο» και η ματιέρα προκύπτουν μέσα από τις ανάγκες του σχεδίου και του χώρου. Αυτή λοιπόν η ματιέρα, αυτή η ύλη, η υφή είναι λειτουργική. Αυτές οι αλλεπάλληλες προσθήκες, σε συνδυασμό με τα απομεινάρια ή τα ίχνη που βρίσκονται από κάτω εμπλουτίζουν σιγά σιγά με μικρά στοιχεία τη μεγάλη επιφάνεια και έτσι ζωντανεύει. Είναι ό τρόπος με τον οποίο μπορώ να φτιάξω κάτι που να έχει ενδεχομένως μιαν αξία.

Δυνητικά ένας πίνακας μπορεί να μην τελειώσει ποτέ;

Όχι με την έννοια του ενός. Με την έννοια πολλών. Ο ένας πίνακας τελειώνει γιατί θέλεις να έχεις μια δεύτερη ευκαιρία να κάνεις κάτι άλλο, μπας και είναι καλύτερο. Είναι ένα παιχνίδι που για να έχει ενδιαφέρον πρέπει να διαθέτει δύο πράγματα: την χαρά του παιχνιδιού η οποία όμως είναι δεμένη με τον στόχο να πετύχεις. Η πάλη λοιπόν προκύπτει επειδή πρέπει να κερδίσεις το παιχνίδι, ει δυνατόν καλύτερα από ότι τα προηγούμενα. Όταν λοιπόν το κερδίσεις τελειώνει. Μετά όμως αρχίζει η άλλη προσπάθεια, οπότε όλα αυτά μαζί, ναι, δεν τελειώνουν ποτέ. Αλλά ως κομμάτια που συνθέτουν ένα τεράστιο έργο.

Ομως την επιτυχία, την καλή στιγμή, δεν την έχεις στο χέρι. Κάποια στιγμή για κάποιους λόγους, θα’λεγα πάρα πολλούς, άπειρους λόγους, που συνδυάζονται μεταξύ τους, βγαίνει μια καλή στιγμή. Μέσα στην πάλη αυτό ζητάμε: δηλαδή μπας και πετύχεις τη στιγμή. Και όταν δουλεύεις πολύ, πρέπει να είσαι πολύ άτυχος, αλλιώς κάποια στιγμή θα έχεις κι εσύ μια τύχη. Οπότε όταν την βρεις, τις πιο πολλές φορές το αισθάνεσαι πολύ βαθιά. Σαν να είσαι σφιγμένος και μετά κάτι γίνεται και αναπνέεις. Μπορείς όμως να πέσεις κι έξω. Δηλαδή να σε ξεγελάσει. Μερικές φορές κουράζεται κανείς ή εγώ θα΄λεγα, βλέπω ότι θέλω να διευκολύνω τον εαυτό μου κι ενώ δεν έχω πραγματικά νιώσει αυτό το άνοιγμα, ψάχνω να βρω με τη λογική μου τα καλά του έργου. Προσπαθώ να το εκλογικεύσω. Αλλά όταν πραγματικά έχει γίνει δεν ψάχνεις να το εξηγήσεις. Αυτό που περιμένω να συμβεί είναι αυτή η στιγμή να ορίζεται από μια εκπομπή, θα έλεγα, μια επιφάνειας ζωγραφισμένης, που ένα κύριο χαρακτηριστικό της είναι η ένταση. Η ένταση και αυτό που λέμε βάθος.

Πόσο σας έχουν επηρεάσει ζωγράφοι που ασχολήθηκαν με την ανθρώπινη φιγούρα όπως ο Μπέικον ή ο Τζιακομέτι;

Οι επιδράσεις θα ‘λεγα στην δική μου τη δουλειά είναι πολλές. Ο Μπέικον σε μια παλιότερη περίοδο: οι πιο πολλοί ζωγράφοι που ασχολήθηκαν με την φιγούρα σκόνταψαν πάνω του. Η επίδρασή του ήταν μεγάλη. Τώρα το θέμα είναι ότι μπορεί να υπάρχει λίγος Μπέικον, αλλά και πόσος Μάκης υπάρχει. Γιατί και στον Μπέικον υπάρχει και Πικάσο, αλλά είναι Μπέικον.
Ο Τζιακομέτι ως καλλιτέχνης με είχε επηρεάσει βαθύτατα. Τον θεωρώ πολύ μεγάλο. Σίγουρα πιο μεγάλο από τον Μπέικον. Επηρεάστηκα όμως κι από κάποιον που δεν είχε ανθρώπους στα έργα του: τον Ρόθκο. Δηλαδή από αυτό το βάθος του χρώματος που χωρίς να έχει καμία αναφορά στο συγκεκριμένο, δημιουργεί συγκεκριμένο έργο που στέκεται ισοδύναμα πλάι σε ένα κομμάτι της Φύσης. Συμπαντικό, θα έλεγα, στην περίπτωση του Ρόθκο. Γιατί δεν είναι μόνο τα περάσματα του, είναι κι αυτή η σχέση των χρωμάτων που σαν να ανοίγεται σε έναν χώρο συμπαντικό.

Το πέρασμα και η σπουδή στην κλασική ζωγραφική ως φοιτητής και ως δάσκαλος στην Καλών Τεχνών ήταν αναγκαίο εφόδιο για την διαμόρφωση του έργου που ακολούθησε;

Στην αρχή αντιδρούσα. Εχει στη ζωγραφική κανείς ανάγκη να μιλήσει. Να πει πράματα. Αλλά δεν μπορεί να αρθρώσει λόγο, δεν ξέρει πως. Ετσι λοιπόν όπως και στις πιο πολλές τέχνες η πειθαρχία είναι μια απαραίτητη προϋπόθεση. Μάλιστα κάποια σπουδαία προσωπικότητα είχε πει κάτι που μου άρεσε πολύ: ο ταλαντούχος συνειδητοποιεί από μόνος του την αναγκαιότητα της πειθαρχίας.

Μετά από κάποιες αντιδράσεις σε αυτή την πειθαρχία, πειθάρχησα και πολύ. Και αυτό πρότεινα και στους φοιτητές που είχα αργότερα. Για να αποκτήσουν ένα πλούσιο λεξιλόγιο στην γλώσσα την εικαστική για να μπορέσουνε να έχουν μια ευκαιρία να κάνουν κάτι. Χωρίς αυτό δε γίνεται. Ακόμα και οι αυτοδίδακτοι - οι καλοί - από μόνοι τους πειθαρχούν. Δεν γίνεται αλλιώς. Πρέπει να βάλεις στο χάος μια τάξη. Και για να την βάλεις πρέπει να έχεις μάθει κάποια πράματα. Και ή θα πας σε κάποιο σχολείο ή θα αναγκαστείς να τα μάθεις μόνος του.

Πολλοί θεατές έχουν την αίσθηση βλέποντας ένα περίγραμμα ότι δεν είναι τίποτα...

...σου λένε: αυτό το κάνω κι εγώ. Το λένε φίλες της κόρης μου. Τώρα που θα δουν τα έργα στην αναδρομική, που θα δουν και τίποτα άλλο, θα πουν, α! Αυτό δεν μπορώ να το κάνω (γέλια). Είναι εξαιρετικά δύσκολο να το σχεδιάσεις με ακρίβια γιατί γκρεμίζεται διαρκώς και δεν διορθώνεται. Το έργο συνέχεια γκρεμίζεται. Είτε γιατί η σχέση με το φόντο είναι πολύ σκληρή, είτε γιατί είναι πολύ μαλακιά, γιατί μια γραμμή πήγε λίγο πιο αριστερά, ενώ έπρεπε να είναι λίγο πιο δεξιά – κι αυτό δεν διορθώνεται – ή γιατί όλα σωστά είναι, αλλά το έργο δεν μου αρέσει. Οπότε γίνεται ξανά και ξανά και ξανά. Όπως γίνεται και στο μεγαλύτερο μέρος της τέχνης. Έτσι δουλεύουν οι ζωγράφοι. Πολεμάνε συνέχεια, κουνάνε τις φόρμες, τα μέσα... βέβαια μερικοί μπορεί να δουλεύουνε προσθετικά μέχρι να φτάσουν κάπου. Άλλα ταμπεραμέντα διαλύουν συνεχώς το έργο και μέσα από τα απομεινάρια φτιάχνουν κάτι άλλο. Αλλά η μάχη, ο κόπος, οι αλλαγές πάνω στο σχέδιο και στα χρώματα είναι κοινό χαρακτηριστικό όλων των ζωγράφων.

Νιώθετε ότι η περίοδος που σας εκφράζει περισσότερο είναι κάθε φορά η τελευταία;

Ναι. Δηλαδή όταν πετυχαίνεις κάποια πράγματα. Εχω τη βεβαιότητα ότι κάποια έργα που έχω κάνει τώρα, το 2010, μπορώ να πω ότι είναι από τα πιο ουσιαστικά που έχω κάνει στη ζωή μου. Υπήρχε μια εποχή που είχα φτιάξει κάτι πολύ πετυχημένους μοτοσυκλετιστές.
Κάποια είναι αρκετά δυνατά ακόμα και σήμερα. Αντέχουνε στον χρόνο, έχουνε μια δύναμη και μια αλήθεια. Γιατί έργο χωρίς αλήθεια δεν μπορεί να είναι δυνατό. Απλά δεν είναι αληθινό.

Και το αληθινό πως το εννοώ; Μέσα από τις επιδράσεις ένα μεγάλο μέρος του έργου είναι δικό σου. Αυτό έλεγα και στην Σχολή στα παιδιά. Το δικό μου, αυτό που αναζητούμε ως μια επιλογή που μας αφορά περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, ποιο είναι; Το κέρδος το χειροπιαστό όταν την προσεγγίσουμε ποιο είναι; Δεν είναι ότι θα πάμε σε μια γκαλερί και θα πούμε αυτό είναι δικό μου. Αυτό είναι δευτερεύον. Οταν είναι δικό σου μπορείς να το εξυπηρετήσεις και καλύτερα. Όταν βρεις αυτό που σε αφορά περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, αυτό σε βοηθάει να κάνεις καλύτερη ζωγραφική. Αν είσαι έξω από αυτό, δεν μπορείς να αξιοποιήσεις τον χώρο στον οποίο βρίσκεσαι γιατί δεν του ανήκεις πλήρως.

Μπορείς να κάνεις το καλύτερο δυνατό εάν προσεγγίσεις με αρκετή ακρίβεια αυτό που σε αφορά. Δηλαδή μου αρέσει να ζωγραφίζω έτσι. Πώς; Άτσαλα. Όχι γιατί είδα κάτι άτσαλο και μ’αρέσει, αλλά γιατί η γραφή μου δεν μπορεί να είναι διαφορετική. Είμαι έτσι φτιαγμένος. Είναι απαραίτητο σε έναν καλλιτέχνη να κινηθεί μέσα σε έναν χώρο που τον αφορά βαθιά, που είναι φτιαγμένος για αυτόν. Αυτό με κάποιο τρόπο είναι ελευθερία. Αλλά η ελευθερία, η σχετική ελευθερία, πράγμα ζωτικό για τον καλλιτέχνη χάνεται εύκολα. Ερχονται οι άλλοι από δίπλα και λένε αυτό δεν φοριέται σήμερα, φοριέται το άλλο και τον επηρεάζουν. Έτσι με κάποιο τρόπο στρίβει κανείς προς άλλες κατευθύνσεις πιο «πιασάρικες» και έτσι σιγά σιγά το έργο παύει να μυρίζει το άρωμα της τέχνης. Μπορεί να είναι της μόδας, αλλά δεν μυρίζει το άρωμα της τέχνης.

Αρκεί να πάρεις τη μυρωδιά από ένα έργο του Θεόφιλου, που είναι τέχνη με τα όλα της, εκεί αμέσως βλέπεις ότι ακόμα και πάρα πολύ καλοί ζωγράφοι, όλοι αυτοί που σπούδασαν στην Γερμανία, ο Λύτρας, ο Γύζης, ο Βολανάκης, φοβερά ταλέντα κατασκευής, αλλά δυστυχώς για αυτούς δεν είναι το άνθος της τέχνης αυτό. Είναι η Ακαδημία που μόλις βάλεις έναν Θεόφιλο ή έναν Μπουζιάνη δίπλα, τα κάνει άψυχα.

Ενω ζωγραφίζετε χωρίς να κάνετε προσχέδια στους πίνακες, παρόλα αυτά όμως τα σχέδια που κάνετε παράλληλα είναι σαν να λειτουργούν ως μελέτες.

Κάνω πάρα πολλά σχέδια, μα συνέχεια. Ένα μέρος από αυτά δεν είναι απαραίτητα δημιουργικές στιγμές. Όταν δεν νιώθω αρκετά δυνατός για να παλέψω στα ψηλά βουνά, κάνω ένα είδος εργασιοθεραπείας. Παίρνω διάφορα χαρτιά και κάνω ό,τι μου έρχεται. Χωρίς να έχω στόχο να κάνω κάτι. Απλά περνάω την ώρα μου και το μόνο που προσέχω είναι να μην τα δει κανείς (γέλια). Στη συνέχεια πετιόνται όλα αυτά ως άχρηστα. Μερικές φορές πριν τα πετάξω μπορεί να κρατήσω κάτι για να επέμβω πάνω του με λάδι. Όλα αυτά τα χρόνια με όλα αυτά τα σχέδια που έγιναν με αυτόν τον τρόπο κάτι περνάει με κάποιο τρόπο μέσα στα λάδια.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.