Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2010

Ανοιχτομάτης, κυνικός μα κι οξυδερκής ταξιδευτής

Πολυτεχνίτης, αλλά όχι ερημοσπίτης ο κατά κόσμον Σάμουελ Λάνγκχορν Κλέμενς γνωστός ως Μαρκ Τουαίην υπήρξε ένα από τα πιο αεικίνητα και ανήσυχα πνεύματα του αμερικανικού 19ου αιώνα. Στα 12 του χρόνια, μετά τον θάνατο του πατέρα του ξεκινάει τον πολυτάραχο βίο του ως μαθητευόμενος τυπογράφος. Εργάζεται ως δημοσιογράφος σε εφημερίδες της Φιλαντέλφια και του Σαιντ Λιούις, ως δόκιμος πλοηγός σε ποταμόπλοιο του λατρεμένου του Μισισιπή, ως έμμισθος ταξιδιωτικός συγγραφέας και ως εκδότης.


Τα δημοσιογραφικά του άρθρα και κυρίως οι διαλέξεις του εδραιώνουν την φήμη του, η οποία μετά την κυκλοφορία των αριστουργημάτων του «Τομ Σόγιερ» (1876) και «Οι περιπέτειες του Χωκ Φιν» (1884) διασχίζει τον ατλαντικό και κατακτά ολόκληρη την Ευρώπη. Υπήρξε φλεγματικός, κυνικός, βλάσφημος, οξυδερκής, βαθιά πεσιμιστής κι ανασφαλής και παρά τον ζηλευτό σε έργα και ημέρες βίο του στο τέλος βυθίστηκε στον απαισιόδοξο μηδενισμό που έχει διαποτίσει τα τελευταία έργα του. Πέθανε χρεωμένος και δυστυχής στις αρχές του 20ου αιώνα (1910).

Το πρώτο όμως βιβλίο με το οποίο έγινε διάσημος, αλλά και πλούσιος είναι το ταξιδιωτικό «Οι αφελείς ταξιδεύουν» (1869), αποσπάσματα του οποίου συνθέτουν το «Καν-καν, γάτες και πόλεις από στάχτη» που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά: (Αζόρες, Μαρόκο, Γαλλία, Ιταλία και Ελλάδα).

Στις 10 Ιουνίου του 1867 σε ηλικία 33 χρονών επιβιβάζεται, καταβάλλοντας ναύλο 1250 δολαρίων, στο ατμόπλοιο «Κουάκερ Σίτι» το οποίο αποπλέει από το λιμάνι της Νέας Υόρκης προκειμένου να κάνει σαν άλλος Φιλέας Φογκ τον γύρο του κόσμου. Σύμφωνα με την αναγγελία της ταξιδιωτικής εταιρίας πρόκειται για ένα «ταξίδι στους Αγιους Τόπους, την Αίγυπτο, την Κριμαία, την Ελλάδα και άλλους ενδιάμεσους ενδιαφέροντες προορισμούς». Στην ουσία όμως στη διάρκεια της πεντάμηνης κρουαζιέρας οι ταξιδιώτες σκόπευαν να επισκεφτούν τις Αζόρες, το Γιβραλτάρ, την Ισπανία, τη Γαλλία, την οποία θα διέσχιζαν με τρένο από τη Μασσαλία, την Ελβετία, τη Γένοβα, την Βερόνα, την Πάντοβα, την Βενετία, την Φλωρεντία, την Πίζα, την Νάπολη, την Κορσική, την Ρώμη, την Πομπηία, τον Βεζούβιο, την Αθήνα, την Κωνσταντινούπολη, τη Σεβαστούπολη, τη Σμύρνη, την Βηρυτό, την Δαμασκό, τη Γιάφα, την Ιερουσαλήμ, τη Δαμασκό, τη Γαλιλαία, τη Σαμάρεια, την Αλεξάνδρεια και το Κάιρο και πίσω πάλι την Μαγιόρκα και τις Βερμούδες πριν επιστρέψουν στα πάτρια εδάφη. Το ταξίδι του Τουαίην είχε χρηματοδοτηθεί από την εφημερίδα «Alta Californian» προκειμένου να καταγράψει λεπτομερώς τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις μεταφέροντας εξωτικό άρωμα Ευρώπης και Ανατολής στους Αμερικανούς αναγνώστες.

Το βιβλίο που προέκυψε δεν πρέπει να έχει προηγούμενο στην ιστορία της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας. Οι αναρίθμητοι περιηγητές που σκόνισαν τα παπούτσια τους στους δρόμους των αρχαιότερων ή πιο ένδοξων πόλεων στην ιστορία της οικουμένης προσπάθησαν να ανταποκριθούν στις προσδοκίες ενός απομακρυσμένου κοινού που ταύτιζε τον τόπο με το κλέος. Με άλλα λόγια πάσχιζαν αφενός να εντοπίσουν στοιχεία που να βοηθούν στην ανασύνθεση της κυρίαρχης εικόνας που είχαν οι σύγχρονοί τους για τον εκάστοτε τόπο κι αφετέρου να αποδώσουν την σύγχρονη εικόνα του τόπου.

Ο Τουαίην από τη μεριά του μοιάζει να ενδιαφέρεται πρωτίστως για τις γυναίκες και το χρήμα. «Κατάφερα να ρίξω μια γρήγορη ματιά στα πρόσωπα αρκετών Μαυριτανών γυναικών», σημειώνει κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στο Μαρόκο, «και ένιωσα δέος μπροστά στη σοφία που τις οδηγεί να καλύπτουν μια τέτοια φρικτή ασχήμια». Ενώ μετά από μια πρώτη βόλτα στη Γένοβα ανακοινώνει ότι: «Θα προτιμούσα να παραμείνω εδώ. Να μην προχωρήσω άλλο. Ισως, σε άλλα μέρη της Ευρώπης, να υπάρχουν ωραιότερες γυναίκες, αλλά πολύ αμφιβάλλω. Ο πληθυσμός της Γένοβας είναι 120.000 και τα δύο τρίτα αυτών των γυναικών είναι ωραίες». Για να επανέλθει λίγο παρακάτω: «Κοιτούσα προσεκτικά κάθε γυναικείο πρόσωπο που περνούσε από μπροστά μου και μου φάνηκε πως όλα ήταν όμορφα. Ποτέ πριν δεν έχω ξαναδεί τόσο κάλλος. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς ένας άνδρας με συνήθη αποφασιστικότητα χαρακτήρα μπορεί να παντρευτεί εδώ αφού πριν προλάβει καλά-καλά να καταλήξει σε κάποια θα μπορούσε να ερωτευτεί άλλη».

Οπου κι αν βρεθεί διατρανώνει αυτή τη συνήθη αποικιοκρατική υπεροψία του ταξιδιώτη με πολύ πιο ισχυρό νόμισμα. «Το συνηθισμένο μέγεθος ενός καταστήματος στην Ταγγέρη είναι το ανάλογο ενός λουτρού στον πολιτισμένο κόσμο. (…) Μπορείς να νοικιάσεις ολόκληρο το τετράγωνο με αυτές τις τρύπες για πενήντα δολάρια το μήνα». Αυτό βέβαια στην προκειμένη περίπτωση ουδόλως δηλώνει περιορισμένης αντιληπτικότητας, κοντόφθαλμο άνθρωπο. Ο Τουαίην, ο οποίος διανθίζει τις σημειώσεις του με καίριες παρατηρήσεις για την αρχιτεκτονική, την ιστορία, τη λαογραφία και την οικονομία κάθε τόπου, κατορθώνει να μεταγγίσει στο βιβλίο του το ανθρώπινο κλίμα, να μετρήσει τον ζωντανό σφυγμό των πόλων που επισκέπτεται.

Το εξαιρετικό ενδιαφέρον στο ταξιδιωτικό βιβλίο του Μάρκ Τουαίην έγκειται στο γεγονός ότι αποτελεί πρώιμη έκφραση του βαθιά ευδαιμονικού πνεύματος του ανατέλλοντος 20oυ αιώνα. Πρώτιστο μέλημα του είναι να περάσει καλά. Αν περιγράφει με γλαφυρό τρόπο την επεισοδιακή γαϊδουροκαβαλαρία στις Αζόρες ή το περιπετειώδες ξύρισμα στο υπόπτου υγιεινής μπαρμπέρικο του Παρισιού είναι γιατί αυτό που επιθυμούσε πάνω από όλα είναι μια βόλτα με γάιδαρο ή ένα καλό ξύρισμα. Ως βέρος Αμερικανός σαγηνεύεται μέχρι το μεδούλι από το καινούργιο και το άγνωστο που θα εξαλείψει τη βαρεμάρα του: «Επιθυμούσαμε κάτι εντελώς ξένο – ξένο από την κορυφή μέχρι τα νύχια – ξένο από το κέντρο μέχρι την περιφέρεια – ξένο μέσα κι έξω – τίποτα πάνω του να μη νοθεύει την ξενικότητά του – τίποτα που να μας θυμίζει άλλους ανθρώπους ή άλλη γη κάτω από τον ήλιο».

Στο «Καν-καν, γάτες και πόλεις από στάχτη» και κατ’ επέκταση στο «Οι αφελείς ταξιδεύουν» βλέπουμε εν δράση τον ανθρωπολογικό τύπο που στην εξέλιξή του ενσάρκωσε αυτό το είδος μονήρους, συχνά ακοινώνητου, καταναλωτικής αυτάρκειας ατόμου το οποίο στις μέρες μας αντιλαμβάνεται αναγκαστικά πλέον τα πεπερασμένα όριά του. Με την ειδοποιό διαφορά, η οποία καθιστά σήμερα αδύνατη την ύπαρξη του απολαυστικού, πιπεράτου, κυνικά υπεροπτικού χιούμορ του Τουαίην, ήτοι τη σημερινή καθολική επικράτηση ενός κατεστημένου καθωσπρεπισμού ή politically correct που απαγορεύει μετά τη φρικωδία της αποικιοκρατίας και του ναζισμού σχόλια σαν το παρακάτω που αποτελούσαν το αλατοπίπερο του Τουαίην: «Ο πληθυσμός αποτελείται κυρίως από Πορτογάλους – πράμα που σημαίνει πως είναι αργόστροφοι, φτωχοί, αδαείς, νωθροί και τεμπέληδες».

Δεν υπάρχουν σχόλια: