Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

Καταστάλαγμα μιας ζωής, σκέψεις για την τέχνη από τη Ζιζή Μακρή

«Τα έργα μου είναι τα παιδιά μου. Και όταν ολοκληρώνεται η δουλειά, φεύγουν μακριά, σαν τα ενήλικα παιδιά για να ζήσουν τη ζωή τους. Η έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη μου έδωσε μεγάλη χαρά γιατί τα είδα να επιστρέφουν. Θυμήθηκα το παραμικρό σχέδιο, ξαναέζησα την ατμόσφαιρα του ταξιδιού και κυρίως ανακάλυψα ξανά τον εαυτό μου σε σχέση με τη δουλειά μου». Με αυτά τα λόγια περιέγραψε η Ζιζή Μακρή τον αντίκτυπο που είχε πάνω της η έκθεση χαρακτικών και παστέλ από το ταξίδι της στην Κίνα το 1956.


«Ολες τις σημειώσεις τις πήρα επί τόπου. Πρώτα έφτιαξα τα χαρακτικά σε διάστημα δύο χρόνων. Επειτα τα παστέλ, τα οποία τα δούλευα τέσσερα με πέντε χρόνια. Η οπτική εντύπωση παρέμενε τόσο ζωντανή που δεν χρειαζόμουν καμιά άλλη διανοητική επεξεργασία», συμπληρώνει συγκινημένη. Ο ενθουσιασμός και το νεανικό πάθος με τον οποίο η σύζυγος του γλύπτη Μέμου Μακρή, 86 ετών σήμερα μιλάει για την χαρακτική και την τέχνη εν γένει, φανερώνει έναν άνθρωπο που ζει και αναπνέει για την τέχνη, το φίλτρο μέσα από το οποίο προσλαμβάνει τη ζωή. «Εχω μεγάλο σεβασμό για όλους τους –ισμους, έχουν δώσει μεγάλα πράγματα. Αλλά εγώ είμαι έξω από αυτά. Για μένα δεν υπάρχουν. Η δική μου οπτική είναι μία και μοναδική: να εκφράσω ό,τι βλέπω και αισθάνομαι. Να εκφράσω το αίσθημα που μου προκαλούν όσα βλέπω με αυστηρό και απόλυτο, από καλλιτεχνική άποψη, τρόπο. Δίχως να κάνω την παραμικρή παραχώρηση. Δεν ισχυρίζομαι, βέβαια, πώς όσοι κάνουν παραχωρήσεις, κάνουν άσχημα. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Εγώ θέλω να εκφράσω αυτό που βλέπω, το οποίο προσδιορίζεται κατ΄αρχάς από το συναίσθημα και κυρίως από μια απόλυτα έντιμη τεχνική. Χωρίς ζαβολιές. Κατά τη δική μου πάντα γνώμη. Οι νόμοι της τέχνης υπάρχουν και είναι αιώνιοι. Δεν είναι ζήτημα, ας πούμε, «μοντερνισμού». Ή είναι τέχνη ή δεν είναι».

Η Μακρή μυήθηκε στη χαρακτική στην École des Beaux – Arts στο Παρίσι από τον σπουδαίο χαράκτη Δημήτρη Γαλάνη. «Ο Γαλάνης ήταν απόλυτος. Οχι αυστηρός, αλλά είχε αρχές. Ήταν αφοσιωμένος στη χαρακτική. Αυτός μας έμαθε ότι είμαστε ελεύθεροι να κάνουμε ό,τι θέλουμε, αλλά πως από μόνη της η ελευθερία δεν είναι τίποτα. Πρέπει πάντα να αποδεικνύουμε έμπρακτα αυτό που θέλουμε να πούμε». Το 1951 απελάθηκε μαζί με τον Μέμο λόγω πολιτικών πεποιθήσεων από τη Γαλλία και εγκαταστάθηκαν στη Βουδαπέστη, όπου έζησαν και εργάστηκαν μέχρι τα τέλη του ’70. Η σειρά ξυλογραφιών με θέμα την Κίνα (1956-58) που εκτίθενται μέχρι τις 29 Αυγούστου στο Μπενάκη συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα έργα της μαζί με τη σειρά χαρακτικών με θέμα το βιομηχανικό τοπίο του Τσεπέλ της Ουγγαρίας (1958- 60), τη σειρά των ξυλογραφιών (1961 – 1963) που φιλοτέχνησε κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού της στις φυλακές Αβέρωφ και την εικονογράφηση των ποιημάτων του Ελυάρ «Ελλάδα, ρόδο του λογικού μου» (1949).

«Η τέχνή μου είναι ανθρωποκεντρική. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι για μένα η τέχνη είναι ο άνθρωπος συν η τεχνική. Ο άνθρωπός που οφείλω να εκφράσω στο τόπο του και με τον τρόπο με τον οποίο ζει. Συνθέτω τα χρώματα με γνώμονα την ένταση των συναισθημάτων. Η αντίθεση που παράγεται από τη γειτνίαση δυο χρωμάτων εκλύει μια δύναμη. Αν το συναίσθημα είναι δυνατό – μαύρο ή άσπρο, αδιάφορο – χρησιμοποιούμε κόκκινο και μπλε για να το αποδώσουμε. Εγώ δουλεύω με τρία ή τέσσερα χρώματα. Το ένα πάνω στο άλλο - γιατί χρησιμοποιώ πολύ τη διαφάνεια. Με τρια χρώματα μπορώ να φτιάξω μέχρι και εννιά αποχρώσεις. Αλλά αυτό το αποφασίζω εκ τωμ προτέρων. Η τέχνη είναι σαν την μαγειρική. Λίγο αλάτι, λίγο από αυτό ή εκείνο και προκύπτει η εικόνα».

Δεν υπάρχουν σχόλια: