Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Βασιλική, μια νουβέλα

Βάσω Νικολοπούλου
«Βασιλική»
Εκδ. Πόλις


Ο τεράστιος όγκος (τηρουμένων των ελληνικών αναλογιών ) της ετήσιας βιβλιοπαραγωγής δυσκολεύει – αν δεν αποκλείει – την δυνατότητα εποπτείας των εκδιδόμενων έργων. Ο άτυπος λοιπόν κανόνας θέλει να περνούν απαρατήρητα καλά ή ακόμα κι εξαιρετικά βιβλία στη θέση των οποίων διαβάζει κανείς μέτρια ή κάκιστα.

Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

Μέτρια γραφή, νοσηρές και βίαιες ιστορίες

Guillermo Arriaga
Ρετόρνο 201
Εκδ. Πάπυρος
Σελ. 229.

Το γράψιμο, ιδίως όταν γράφει κανείς λογοτεχνία, είναι μια οριακή διαδικασία. Μια επικίνδυνη κρημνοβασία. Ο συγγραφέας που σκάβει μέσα του με την πένα του, που την χρησιμοποιεί κι ως δεκανίκι σε κάθε του υπαρξιακό βήμα, πορεύεται επί ξηρού ακμής δοκιμάζοντας σε κάθε βιβλίο τα όρια του εαυτού του. Η πορεία του, όπως και κάθε άλλη πορεία δεν είναι ούτε υποχρεωτικά προοδευτική, ούτε οπωσδήποτε γραμμική.

Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

Επίκαιρο... Κείμενο της Σιμόν Βέιλ για την κομματοκρατία

Τα σπουδαία κείμενα δεν έχουν ηλικία. Κι αυτό διότι έχουν τη δυνατότητα να φωτίζουν, ανεξαρτήτως εποχής, κομβικές όψεις του παρόντος. Στο μικρό της δοκίμιο «Σημείωμα περί της καθολικής κατάργησης των πολιτικών κομμάτων» γραμμένο γύρω στα 1940 και δημοσιευμένο στο περιοδικό «La Table Ronde» τον Φεβρουάριο του 1950 η Σιμόν Βέιλ, ένα από τα διαυγέστερα πνεύματα του 20ου αιώνα, προβλέπει και στηλιτεύει την μετεξέλιξη της Δημοκρατίας σε Κομματοκρατία. Επανεξετάζει τον ρολό των πολιτικών κομμάτων υπό το πρίσμα των αρχών «Κοινωνικού Συμβολαίου» του Ρουσώ που αποτελούν τη βάση της σύγχρονης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, προτείνοντας την κάθοδο στην πολιτική προσωπικοτήτων εκτός πολιτικών σχηματισμών.

Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

Τηλε-ψώνια ή τηλεοπτικά ψώνια

Η διείσδυση της διαφήμισης σε όλο το φάσμα του τηλεοπτικού προγράμματος δεν αποτελεί είδηση. Πρόκειται αντίθετα για μια δεδομένη κατάσταση την οποία η πλειοψηφία των τηλεθεατών έχει πάψει να παίρνει είδηση.

Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

H ένταση της ανθρώπινης φιγούρας. Συνέντευξη με τον Μάκη Θεοφυλακτόπουλο

Σαράντα-τέσσερα χρόνια μετά την επαινετική κριτική του καθηγητή Γ.Π. Σαββίδη (διακεκριμένου επιμελητή των καβαφικών και των σεφερικών εκδόσεων) για τους «μοτοσυκλετιστές» του Μάκη Θεοφυλακτόπουλου, η οποία ανέδειξε τον τότε άγνωστο φοιτητή της ΑΣΚΤ, το Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς παρουσιάζει μέσα από 250 περίπου έργα την καλλιτεχνική διαδρομή του 72χρονου σήμερα ζωγράφου σε μια μεγάλη αναδρομική έκθεση που εγκαινιάζεται την ερχόμενη Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου. Οι ανθρώπινες φιγούρες των γιγάντιων έργων του, αρχικά πιο περιγραφικές, πριν εξελιχθούν σταδιακά σε έντονα περιγράμματα, μπορούν να ιδωθούν ως ολοένα λακωνικότερες, αλλά και εντονότερες εκφράσεις του ψυχισμού του απομόναχου ατόμου. Υπό μια έννοια, ο Θεοφυλακτόπουλος φιλοτεχνεί ποικίλα πορτρέτα της ψυχής μας.

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

Το νέο γαλλικό βιβλιοπωλείο της Αθήνας

Σε μια εποχή που κεντρικοί δρόμοι της πόλης μεταμορφώνονται από τα διαδοχικά λουκέτα, ένα νέο γαλλικό βιβλιοπωλείο κάνει την εμφάνιση του στην οδό Σόλωνος 77, απέναντι από το Χημείο. Ο Ρομολό Λοβερανί και ο Φιλίπ Μινιόν, δύο Γάλλοι με μακρά θητεία στο ιστορικό γαλλικό βιβλιοπωλείο Κάουφμαν από το 1984 άνοιξαν το βιβλιοπωλείο «Le Livre Ouvert» (Το Ανοιχτό Βιβλίο) σε μια προσπάθεια να μην αφήσουν να κλείσει το κεφάλαιο του γαλλικού βιβλίου στην Ελλάδα.

Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2010

Ενας (ακόμα) επίκαιρος Ρώσσος λογοτέχνης

Η ρωσική λογοτεχνία διαθέτει μερικούς από τους πιο βαθιά συνταρακτικούς συγγραφείς: Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Τσέχωφ, Γκόγκολ… Ωστόσο τα μεγάλα της αναστήματα δεν εξαντλούνται στα λίγα πασίγνωστα ονόματα. Η απόσταση που χωρίζει τα εν λόγω μεγαθήρια από το εν πολλοίς - όχι οπωσδήποτε άγνωστο - αλλά περισσότερο αδιαφοροποίητο για τους πολλούς, πλήθος των υπολοίπων δεν είναι, όπως συχνά νομίζουμε, αβυσσαλέο. Αν εξαιρέσει κανείς τον συγγραφέα των Καραμάζωφ, (από μόνος του μια λογοτεχνία) συγγραφείς όπως π.χ. ο Αντρέγιεφ, ο Λεσκώφ, ο Πάστερνακ, ο Σαλάμωφ, ο Γκρόσμαν, ο Σολζενίτσιν, δεν έχουν πολλά να ζηλέψουν από τους αρχικούς τρεις. Και η λίστα αυτή προεκτείνεται εύκολα και χωρίς εκπτώσεις για πολύ.

Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

Τηλεόραση ή η συγχώνευση των αντιθέσεων

Ενα από τα ειδοποιά χαρακτηριστικά της τηλεόρασης έγκειται στην ικανότητα της να συμβιβάζει, αν όχι να αφομοιώνει απαλείφοντάς τες, τις οξύτερες αντιθέσεις της. Μια από αυτές συνίσταται στο γεγονός ότι υπηρετεί ταυτοχρόνως την ανάγκη διαφυγής εκτός της ανιαρής, πεζής, καταπιεστικής πραγματικότητας και την θεμελιώδη ανάγκη του κοινού να αναγνωρίζει στο γυαλί τον εαυτό του.

Παρασκευή, 20 Αυγούστου 2010

Αναγνώστες του θέρους

Το καλοκαίρι είναι εκτός των άλλων συνυφασμένο με την ανάγνωση. Κι αυτό διότι το βιβλίο συγκαταλέγεται στα χρειώδη εκείνα, όπως το μαγιό, το αντηλιακό και την πετσέτα που καταχωρίζονται πρώτα στην καλοκαιρινή βαλίτσα. Είναι η εποχή του περιστασιακού διαβάσματος στην οποία ομνύουν οι εκδότες, η εποχή που οι διψασμένοι για ανάπαυλα ταξιδιώτες ταξιδεύουν ταυτόχρονα στο κατάστρωμα του πλοίου και στις σελίδες κάποιου ογκώδους συνήθως μυθιστορήματος.

Αλεξάνδρα Μωρέτη

Μια αρχοντική γυναίκα και σπουδαία μορφή της προπολεμικής γενιάς αρχιτεκτόνων η Αλεξάνδρα Μωρέτη απεβίωσε πριν από λίγες μέρες (στις 11 Αυγούστου) στην Φιλοθέη, σε ηλικία 98 ετών.

Τετάρτη, 18 Αυγούστου 2010

Ράλλης Κοψίδης

Ο ζωγράφος και αγιογράφος Ράλλης Κοψίδης, σημαντική μορφή της σύγχρονης ελληνικής ζωγραφικής, γνωστός μεταξύ άλλων από την ρηξικέλευθη εικονογράφηση του πατριαρχικού κέντρου στο Σαμπεζί της Ελβετίας, πέθανε στις 14 Αυγούστου, σε ηλικία 81 ετών στο σπίτι του στη Γλυφάδα.

Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2010

Περί γαλλικής ή άλλης παρακμής.

Η Ελλάδα βιώνει όλο και πιο έντονα τα σημάδια μιας βαθιάς κρίσης. Η επιμονή μας, ωστόσο, να αντιμετωπίζουμε την κρίση ως αποκλειστικά οικονομική, θεωρώντας την πολιτική συνέπεια ή συνέχεια της πρώτης (καθώς μοιάζει αδύνατο να διακρίνει κανείς τα όριά τους) θυμίζει εκείνον που βλέπει το δέντρο και χάνει το δάσος.

Δευτέρα, 19 Ιουλίου 2010

Ισλαμικό Μουσείο Μπενάκη: Ενα μικρό κόσμημα

Κατεβαίνοντας καταμεσήμερο την έρημη οδό Ασωμάτων κι αφήνοντας πίσω μου το Θησείο αισθάνομαι ότι περπατώ ξαφνικά σ’ έναν επαρχιακό δρόμο. Ισως να φταίνε οι μνήμες από την εποχή που έφερνα ομάδες Γάλλων τουριστών, λίγο πιο κάτω, στο μίζερο «Jason Inn», πιστό αντίγραφο των θλιβερών ξενοδοχείων της Τρίπολης ή της Σπάρτης που παλεύουν να ξεκλέψουν λίγο κλέος από αρχαία ονόματα.

Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2010

Τα κοράκια και οι γύπες

Παραφράζοντας το χριστοδουλικό «ελάτε όπως είστε» σε «παίξε όπως είσαι» με την ίδια ωστόσο δόση αναγνωρίσιμης υποκρισίας τα διαδικτυακά καζίνο έσπευσαν να εξαργυρώσουν την απελπισία που γεννάει η οικονομική κρίση εκμεταλλευόμενα τον άνθρωπο στην στιγμή της αδυναμίας του. Σαν τους γύπες που κόβουν κύκλους πάνω από το κεφάλι του αποκαμωμένου που καρκινοβατεί στην έρημο, τα καζίνο γέμισαν με αφίσες την πρωτεύουσα ενορχηστρώνοντας την μελλοντική επίθεση στη λαβωμένη λεία τους.

Τρίτη, 13 Ιουλίου 2010

Περί λογοτεχνίας και κριτικής. Συνέντευξη με τον Λουκά Κούσουλα.

Φωτο. Νίκος Κοκκαλιάς

Με τα βιβλία, όπως ακριβώς και με τους ανθρώπους, ο καθένας πορεύεται με τις αγάπες και τις φιλίες του. Εξ ου και ο ελάχιστα επαρκής αναγνώστης δεν διαβάζει με γνώμονα τις εφήμερες μόδες του συρμού (π.χ τα εκάστοτε ευπώλητα) ούτε απολύτως σύμφωνα με τις επιταγές του λογοτεχνικού κανόνα. Συνήθως το ένα βιβλίο τον πάει στο άλλο, όπως μέσω μιας φιλίας γεννιέται η επόμενη.

Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2010

Ανοιχτομάτης, κυνικός μα κι οξυδερκής ταξιδευτής

Πολυτεχνίτης, αλλά όχι ερημοσπίτης ο κατά κόσμον Σάμουελ Λάνγκχορν Κλέμενς γνωστός ως Μαρκ Τουαίην υπήρξε ένα από τα πιο αεικίνητα και ανήσυχα πνεύματα του αμερικανικού 19ου αιώνα. Στα 12 του χρόνια, μετά τον θάνατο του πατέρα του ξεκινάει τον πολυτάραχο βίο του ως μαθητευόμενος τυπογράφος. Εργάζεται ως δημοσιογράφος σε εφημερίδες της Φιλαντέλφια και του Σαιντ Λιούις, ως δόκιμος πλοηγός σε ποταμόπλοιο του λατρεμένου του Μισισιπή, ως έμμισθος ταξιδιωτικός συγγραφέας και ως εκδότης.

Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010

Η αντίσταση ως αριστοκρατική υπεροψία

«Αλλά που τα ξέρετε εσείς όλα αυτά; Εσείς ζείτε σε κανονικές εποχές», αποκρίνεται με ενοχλημένη υπεροψία κατά τη διάρκεια φανταστικού νεκρικού διαλόγου με τον συγγραφέα η μεγάλη κόρη του ήρωα του βιβλίου Μαρί-Λουίζε Φον Χάμερσταϊν.

Στην μεταιχμιακή μας εποχή, ραγδαίων επί τα χείρω, εξελίξεων το υβριδικό βιβλίο του Εντσενσμπέργκερ μοιάζει να κουβαλάει φρικτές εικόνες, σπαράγματα από το μέλλον.

Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

Κρεμασμένος από τις τιράντες του...

«Κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο προσβλέπω με ευχαρίστηση στο μέλλον και στο όσα θα μου προσφέρει το επόμενο κεφάλαιο της ζωής μου, όμως τώρα ήρθε η ώρα να κρεμάσω τις τιράντες μου».

Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010

Σκεύη κεραμέως...

Ολοι οι τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας λειτουργούν, όπως κι ο άνθρωπος, ως βιολογικές οντότητες διαγράφοντας την φυσική πορεία της ανάπτυξης, της άνθισης και του μαρασμού. Μέσα από αυτό το πρίσμα είδαν μεταξύ άλλων και την οικονομία πολλές προσωπικότητες ανά τους αιώνες από τον Αριστοτέλη ως τον Εζρα Πάουντ. Ολο αυτό βέβαια πολύ πριν την εμφάνιση της νοοτροπίας της πριμοδότησης του αχαλίνωτου δανεισμού προς τέρψιν ενός ακόρεστου καταναλωτισμού, ανεξάρτητα των αποθεμάτων ή της παραγωγικότητας του εκάστοτε κράτους ή ατόμου.

Πέμπτη, 24 Ιουνίου 2010

Επάγγελμα: Παίκτης ριάλιτι

Στο απόγειο της επιτυχίας των πρώτων τηλεοπτικών ριάλιτι, ήδη από την εποχή του πρώτου «Big Brother» δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι οποίοι διαπίστωναν απογοητευμένοι την αλλαγή της τηλεοπτικής πραγματικότητας. Μέχρι τότε στη μικρή οθόνη εμφανίζονταν ως επι το πλείστον μεγάλες προσωπικότητες. Ανθρωποι που είχαν κάτι να καταθέσουν από την προσωπική τους πορεία, που οφείλαν την παρουσία τους σε κάποιο επίτευγμα.

Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010

Το μικρό βιβλιόφιλο κοινό και η οικονομική κρίση

«Υπάρχει πράγματι μια μικρή, ιδιαίτερη κίνηση, έτσι θα τη χαρακτήριζα, ιδιαίτερη, στα βιβλία που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την κρίση», μου εκμυστηρεύεται, σχεδόν συνωμοτικά, η γνωστή βιβλιοπώλης της «Εστίας» Μαρία Παπαγεωργίου. Είναι ένα ζεστό καλοκαιρινό απόγευμα Παρασκευής και καθόμαστε σε μια στριμωγμένη άκρη πίσω από τον πάγκο του σχεδόν άδειου βιβλιοπωλείου.

Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2010

Ποιητική πρόζα υψηλού επιπέδου

Μιχάλης Γκανάς
«γυναικών μικρές και πολύ μικρές ιστορίες»
Εκδ. Μελάνι
Σελ. 98

Όταν ο ποιητής στρέφεται στην πρόζα βγάζει ολότελα διαφορετικό εργόχειρο από εκείνο του πεζογράφου. Κι αυτό γιατί έχει γερή προπαίδεια σε άλλους ρυθμούς και τρανόπετρους τόπους της γλώσσας. Ισως γιατί ο ποιητής τείνει να φτιάξει γλώσσα, ομιλία που θα μιληθεί, λαλιά που θα κελαηδηθεί, ενώ ο πεζογράφος αποτυπώνει και πλαισιώνει την προφορική γλώσσα με περιγραφές κι όλα τα συμπαρομαρτούντα που απαιτεί η αφήγηση. Οι μικρές και πολύ μικρές ιστορίες γυναικών του Μιχάλη Γκανά φωνάζουν πως βγήκαν από χέρια ποιητή.

Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

Καταστάλαγμα μιας ζωής, σκέψεις για την τέχνη από τη Ζιζή Μακρή

«Τα έργα μου είναι τα παιδιά μου. Και όταν ολοκληρώνεται η δουλειά, φεύγουν μακριά, σαν τα ενήλικα παιδιά για να ζήσουν τη ζωή τους. Η έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη μου έδωσε μεγάλη χαρά γιατί τα είδα να επιστρέφουν. Θυμήθηκα το παραμικρό σχέδιο, ξαναέζησα την ατμόσφαιρα του ταξιδιού και κυρίως ανακάλυψα ξανά τον εαυτό μου σε σχέση με τη δουλειά μου». Με αυτά τα λόγια περιέγραψε η Ζιζή Μακρή τον αντίκτυπο που είχε πάνω της η έκθεση χαρακτικών και παστέλ από το ταξίδι της στην Κίνα το 1956.

Τετάρτη, 2 Ιουνίου 2010

Ζέμπαλντ ο πλάνης

Ακόμα και ο ίδιος ο χρόνος γερνά». Τούτη η φράση του Ζέμπαλντ θα μπορούσε κάλλιστα να επέχει θέση motto χαρακτηρίζοντας ολόκληρο το βιβλίο. Ο πρόωρα χαμένος συγγραφέας, ασυνήθιστο κράμα Γερμανού που εγκατοικεί στην Αγγλία, υπήρξε φανατικός οδοιπόρος, ένας πλάνης με την μπωντλερική έννοια του όρου.

Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

Χορός εκατομμυρίων

Το ποσό των 250.000 στερλίνων ήτοι 290.00 ευρώ προσφέρει στον Βρετανό πρώην πρωθυπουργό Τόνι Μπλερ ο παραγωγός του χορευτικού ριάλιτι «Dancing with the stars» Κόνραντ Γκριν για να εξασφαλίσει τη συμμετοχή του στην εκπομπή την επόμενη τηλεοπτική σεζόν. Το ριάλιτι «Dancing with the stars» του ABC η αμερικανική εκδοχή του αγγλικού «Strictly Come Dancing» καλεί διασημότητες όπως μοντέλα, ηθοποιούς, πολιτικούς ακόμα και πορνοστάρ να διαγωνιστούν στο χορό ενώπιον του τηλεοπτικού κοινού, το οποίο με τη σειρά του βραβεύει μέσω διαδοχικών ψηφοφοριών το καλύτερο χορευτικό ζευγάρι.

Παρασκευή, 28 Μαΐου 2010

Η μπάλα φέρνει το τηλεοπτικό χρήμα...

Σαν το μάννα εξ ουρανού περιμένουν ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά κανάλια Βρετανίας, Ιρλανδίας και κατ’ επέκταση σύνολης της Ευρώπης την έναρξη, στις 11 Ιουνίου, του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρού στα γήπεδα της Νότιας Αφρικής.

Τρίτη, 25 Μαΐου 2010

Απατηλός καθρέφτης

Tόσο η Δημοκρατία μας όσο και ο βασικότερος καθρέφτης της, η τηλεόραση στηρίζονται σε μια σειρά δεδομένων αξιωματικών αρχών (π.χ. της ισονομίας) οι οποίες όμως στην πράξη αναιρούνται ενίοτε πλήρως. To CSA, το γαλλικό ΕΣΡ, εκδίδει για δέκα χρόνια μια έκθεση για την «εκπροσώπηση των μειονοτήτων στην τηλεόραση». Οι εκθέσεις αυτές, οι οποίες διαπιστώνουν κάθε χρόνο «την εντυπωσιακά ανεπαρκή εκπροσώπηση των μειονοτήτων στα ΜΜΕ» μοιάζουν μεταξύ τους σαν φωτοτυπίες.

Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

Η ανεκτίμητη αξία της τέχνης

Το ψιθυριστό ξέσπασμα στο αυτί του διπλανού, η οργίλη αντίδραση του απηυδισμένου κόσμου στην προπετή ραθυμία και στη δεικτική ειρωνεία των υπαλλήλων στο ΙΚΑ Καλλιθέας, το ψιθυριστό «άι σιχτίρι» που χθες το πρωί έγινε ευχή για την επίσπευση των καρατομήσεων στο δημόσιο, έμοιαζε με εικόνα από το εγγύς βίαιο μέλλον.

Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

Κανταρέ

Ο ρατσισμός έχει πολλά πρόσωπα. Πρόσωπα φανερά, αλλά και προσωπεία που επιτρέπουν την αδικοπραγία εκ του ασφαλούς. Το δε καλύτερο -μακράν- είναι εκείνο του θύματος. Το προσωπείο που ποτέ τους δεν φορούν οι πραγματικοί παθόντες, οι οποίοι αρκούνται στο δικό τους πρόσωπο, που είναι πάντοτε σπαθί.

Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

Η κρίση του βιβλίου

Κάθε άνθρωπος έχει το στέκι του. Εγώ συχνά απαγκιάζω στην «Κουκίδα». Ενα μικρό βιβλιοπωλειάκι, πραγματική τρύπα, σε μια πάροδο της πλατείας της Νέας Σμύρνης. Ο χώρος είναι ελάχιστος. Tα βιβλία καλύπτουν σαν ταπετσαρία όλους τους τοίχους αφήνοντας μονάχα την προθήκη και τα κουφώματα ελεύθερα. Κάθε που αφαιρείς ένα αντίτυπο από το ράφι νιώθεις σαν να βγάζεις ένα τούβλο από τον τοίχο. Ο χαμηλοτάβανος χώρος αποπνέει μια ζεστασιά, μια αίσθηση οικειότητας, την οποία ενισχύει η παρουσία της Τάνιας και της Γιούλας. Στην ευρύτερη περιοχή υπάρχουν άλλα δύο παγερά βιβλιοπωλεία, παραρτήματα αλυσίδων, που θυμίζουν σουπερμάρκετ. Η «Κουκίδα» αν και αντιστέκεται σθεναρά στον πειρασμό του χαρτοβιβλιοπωλείου – φωτοτυπείου – ψιλικατζίδικου, κάθε χρόνο συρρικνώνεται. Κι όντας εξ ορισμού κουκίδα, απειλείται με εξαφάνιση.
Στην αρχή το απέδιδα όπως όλοι μας σήμερα, όλα σχεδόν τα φλέγοντα προβλήματα, στην οικονομική κρίση. Η κρίση όμως ήταν απλώς το κερασάκι στην πολυώροφη τούρτα.

Το βασικό πρόβλημα είναι η εξωφρενική παραγωγή τίτλων σε σχέση με το σταθερά συρρικνωνόμενο αναγνωστικό κοινό. Το 2009 κυκλοφόρησαν πάνω από 9.500 τίτλοι. Οι εκδότες λειτουργούν αυτοκτονικά. Εκδίδουν διαρκώς τίτλους κυνηγώντας την καλή (best seller), κυνηγώντας τον έναν τίτλο που θα θρέψει τους υπόλοιπους. Το ξεχείλωμα της παραγωγής είχε ως συνέπεια το βεβιασμένο ή εικονικό ξεχείλωμα του αναγνωστικού κοινού.

Εξαιρετικά εύρωστες σήμερα εκδόσεις (Λιβάνης, Ψυχογιός κ.α.) πόνταραν αποκλειστικά και μόνο στην (φτηνή) παραλογοτεχνία και τα τύπου Νόρα ή βίπερ, τα οποία πωλούν (ακριβά) ως πραγματικά μυθιστορήματα. Διεύρυναν (πλασματικά) το αναγνωστικό κοινό, εμφανίζοντας μια αγορά 150 -200.000 ανθρώπων, η οποία στη συντριπτική της πλειοψηφία δεν έχει ουδεμία σχέση ούτε με τη λογοτεχνία, ούτε με το βιβλίο.

Εστρεψαν δηλαδή τους παραδοσιακούς εκδότες και βιβλιοπώλες σε μια κατεύθυνση, καλώντας τους να παίξουν σε ένα γήπεδο, όπου δεν θα είχαν καμία τύχη. Ο κόσμος που ανακυκλώνει (δεν καλείται διάβασμα αυτό) τον ίδιο αυτό τύπο «θεληματικού» βιβλίου δεν πρόκειται να απλώσει το χέρι στη λογοτεχνία ή στο δοκίμιο.

Ταυτόχρονα βάλθηκαν να πολτοποιούν παλαιότερους τίτλους (ερήμην του συγγραφέα), είτε να τους υποτιμούν λογιστικά ρίχνοντας την τιμή τους (από τα 15 στα 5 ή 3 ευρώ) πριν τους αποσύρουν οριστικά. Αυτό το τελευταίο έπαθε κι ο φίλος μου Βαγγέλης Ραπτόπουλος με δυο βιβλία που είχε βγάλει στον Πατάκη.

Αλλη κοινή πρακτική είναι η σκανδαλώδης, βαθιά προσβλητική, μείωση των συγγραφικών δικαιωμάτων. Κυρίως των πιο αδυνάτων: Οι νέοι συγγραφείς υποχρεώνονται να υπογράψουν με μέχρι και ποσοστό 6%. Ενίοτε μετά την εξάντληση των πρώτων 500 ή 1000 αντιτύπων.

Η κρίση του (καλού) βιβλίου και των μικρών βιβλιοπωλείων δεν προκλήθηκε κατά κύριο λόγο από την ευρύτερη οικονομική.

Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

Για την έκθεση Τσαρούχη στο Μπενάκη (19/12/2009 - 14/03/2010)


Η πρώτη μεγάλη αναδρομική έκθεση του Τσαρούχη στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα μείζονα καλλιτεχνικά γεγονότα της χρονιάς.
Περιδιαβαίνοντας, ωστόσο, ολίγον κοπαδιαστά την τεράστια αναδρομική έκθεση των 680 έργων και όντας – άθελά μου – ωτακουστής ευφάνταστων σχολίων από τα πέριξ, άρχισα να αναρωτιέμαι τι ακριβώς ζητάμε ως θεατές και μαζί με μας οι διοργανωτές από αυτό το καλλιτεχνικό γεγονός.

Για τον Τσαρούχη, έναν καλλιτέχνη ορόσημο μιας παρελθούσας αν και τόσο κοντινής εποχής, η ζωγραφική ήταν μια διαρκής αναζήτηση : «Από μικρό παιδί ήθελα να μάθω τι είναι η ζωγραφική που τόσο με τραβούσε. Πώς γίνεται, και πώς τη μαθαίνει κανείς». Για τους θεατές που σχολίαζαν, χορεύοντας «πολλά βαρύ» ζεϊμπέκικο μπροστά στον ομώνυμο πίνακα ή χωράτευαν με τις ανατομικές λεπτομέρειες των εικονιζόμενων μοντέλων και τη σεξουαλική ζωή του ζωγράφου, σημασία δεν είχε προφανώς η «έκθεση», αλλά το ότι επρόκειτο για κάτι «μεγάλο», για ένα event που δεν πρέπει κανείς να χάσει.


Πολύ φοβάμαι όμως – κι ας με συγχωρέσουν αν τους αδικώ - ότι οι ίδιοι οι διοργανωτές έδωσαν έμφαση στο ευμεγέθες της αναδρομικής έκθεσης, στη μοναδικότητα δηλαδή του γεγονότος σε βάρος της μοναδικότητας του έργου. Η αναδρομική, οιονεί εξαντλητική, έκθεση δεν έκανε νομίζω καλό στο μεγάλο ζωγράφο. Η παρουσίαση εντελώς πρωτόλειων κι αδέξιων έργων από τα μικράτα του όχι μόνο δεν προσθέτει κάτι στην συνολική εικόνα που έχει κανείς για το έργο του, αλλά μας απομακρύνει από το βαθύτερο πνεύμα του Τσαρούχη, παρουσιάζοντάς τον ως (άλλο ένα) παιδί θαύμα.

Η θεώρηση αυτή συρρικνώνει την τέχνη στην επιφοίτηση (ταλέντο). Μια δωρεά που στιγματίζει τον αποδέκτη της, τοποθετώντας τον απέναντι, αν όχι στο περιθώριο της κοινωνίας όπου σπαταλάει τη ζωή του «παίζοντας» σαν τον μάγο της φυλής με αυτό το «ταλέντο». Η ιδρυτική αγωνία και η βαθιά πνευματική αναζήτηση του δημιουργού, εν προκειμένω του Τσαρούχη, πάει περίπατο. Το μόνο που απομένει να μοιραστούμε είναι το υπερθέαμα ως κυριακάτικο περίπατο.

Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010

Τζών Φώουλς το καπρίτσιο της λογοτεχνίας


Ο Τζων Φώουλς πρέπει να λογίζεται ως ένας από τους ικανότερους μάστορες της μυθιστορηματικής τέχνης του περασμένου αιώνα. Στην εποχή όπου το μυθιστόρημα λίγο πολύ εξαντλείται στη στρωμένη αφήγηση μιας πορείας, διαμέσου ενός (ενίοτε αστυνομικού) λαβυρίνθου, την οποία ακολουθεί ο ήρωας και κατ’ επέκταση ο αναγνώστης μέχρι το (ευτυχές) τέλος, ο Φώουλς υπήρξε μυθιστοριογράφος με την πιο πλέρια και μεστή έννοια του όρου: Ηξερε πώς να κινεί τα νήματα της αφήγησης σαγηνεύοντας τον αναγνώστη του σε βαθμό που να μην μπορεί να αφήσει το βιβλίο από τα χέρια.

Δεν χειριζόταν απλώς σαν τρυφερός εραστής την αγγλική γλώσσα, αλλά διεύρυνε τα όριά της, χτίζοντας ένα ξεχωριστό προσωπικό ύφος που, όπως συμβαίνει με όλους τους μεγάλους, βρίσκεται στα πρόθυρα να εγκαινιάσει ένα νέο λογοτεχνικό είδος. Ο πρώην καθηγητής της Αναργυρίου Σχολής είχε τη σπάνια ικανότητα να μπορεί να στήνει μπροστά στα μάτια μας τις πιο αληθοφανείς σκηνές παρελθοντικών εποχών με τη λεπτομεριμνησία αυτόπτη μάρτυρα. Ηταν ένας συγγραφέας που εξαντλούσε την ευρηματικότητά του όχι στο αστραφτερό επιφανειακό εφέ, αλλά στη διαρκή ανακάλυψη νέων τρόπων για να ξαφνιάσει τον αναγνώστη του. Με άλλα λόγια η γραφή του Φώουλς προχωράει ξαφνιάζοντας με όλα τα μέσα.

Γι’ αυτό και διαβάζοντας τα εμβληματικότερα έργα του, όπως «Ο Μάγος», «Η ερωμένη του Γάλλου ανθυποπλοιάρχου» ή τον «Συλλέκτη» (Εστία) η μνήμη συγκρατεί για καιρό λίγο από όλα: ανεξίτηλες φράσεις, εικόνες, ανατροπές της πλοκής και ένα έντονο αίσθημα της σαγήνης της οποίας είχε πέσει θύμα κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Στο κύκνειο άσμα του «Ενα καπρίτσιο» ο παλιός καλός Φώουλς επιστρατεύει όλες τις αφηγηματικές του ικανότητες για ένα τελευταίο μεγάλο, άλλης όμως τάξης, ξάφνιασμα του αναγνώστη του.

Με το «καπρίτσιο» ο Φώουλς δημιουργεί ένα υβριδικό είδος στο οποίο μπλέκει το αφηγηματικό (ιστορικό), το αστυνομικό και το επιστολικό μυθιστόρημα, το θέατρο (ορισμένα κεφάλαια αποτελούν καταγραφή ανακρίσεων σε μορφή διαλόγου) και τον δοκιμιακό στοχασμό. Δίνοντας αρχικά έμφαση στην αστυνομική πλοκή του έργου, την εξιχνίαση του θανάτου του κωφάλαλου υπηρέτη ενός εκκεντρικού με τα μέτρα της εποχής (1736) αριστοκράτη ο Φώουλς προβαίνει σε μια άνευ προηγουμένου (βαθιά ειρωνική) κριτική της σύγχρονης λογοτεχνίας.

Παίζοντας με το λογοτεχνικό υλικό του όπως το παιδί με τον πηλό, στηλιτεύει την γενικευμένη τάση που ταυτίζει το μυθιστόρημα με την πλοκή και δει την αστυνομική, για να ανοιχτεί στη συνέχεια σε ένα πολύ ευρύτερο πεδίο από εκείνο της λογοτεχνίας. «Maggot [καπρίτσιο] είναι η προνυμφιακή φάση ενός φτερωτού πλάσματος», τονίζει στην πρώτη φράση της εισαγωγής του. Το ξάφνιασμά δεν αφορά τόσο τον αναγνώστη του (αστυνομικού) μυθιστορήματος όσο τον σημερινό συγγραφέα. Ο άθεος επικριτής όλων των θρησκειών ανασταίνει μια άκρως συντηρητική θρησκευτική σέκτα του 18ου αιώνα και παρασύρει με μια απότομη στροφή τον αναγνώστη του εκτός λογοτεχνίας για να του μιλήσει για την αγάπη. Για το παναθρώπινο αίτημα των ανθρώπων για λιγότερο πόνο και «περισσότερη αγάπη».

Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010

Αριστείδης Αντονάς: στο μεταίχμιο λογοτεχνίας, φιλοσοφίας και αρχιτεκτονικής


Τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα αντιστέκονται και απαιτούν από τον αναγνώστη να ξεπεράσει κάποια εμπόδια για να κερδίσει την απόλαυση που έχουν να προσφέρουν. Οσο εδραιώνεται η αντίληψη ότι η λογοτεχνία δεν είναι τίποτα παραπάνω από την ευχάριστη αφήγηση ιστοριών, μια πολυτέλεια για οιονεί αργόσχολους, θυμάμαι τα παραπάνω λόγια του καθηγητή μου στο πανεπιστήμιο και νιώθω επιτακτικότερη την ανάγκη για τη λογοτεχνία, που υπερασπίζεται την κοπιαστική (για δημιουργό και αποδέκτη) αποστολή του έργου τέχνης.

Οι αντιδράσεις που εισέπραξα εκφράζοντας την πρόθεση να γράψω για τον λογοτέχνη και αρχιτέκτονα Αριστείδη Αντονά με αφορμή το τελευταίο βιβλίο του «Η τραγουδίστρια και η πολυθρόνα» (εκδ. Αγρα), ότι είναι τάχα δυσνόητος ή κουραστικός, ενέτειναν την πίστη μου ότι έχω να κάνω με μια περίπτωση συγγραφέα που χρησιμοποιεί τη λογοτεχνία ως εργαλείο για να διατυπώσει ερωτήματα σχετικά με τη φύση, τον σκοπό ή τις δυνατότητες της λογοτεχνίας και κατ’ επέκταση της τέχνης στη σημερινή ανερμάτιστη εποχή.

Τα μικρά λογοτεχνικά κείμενα του Αντονά πρέπει να διαβαστούν στο φως των δοκιμίων του, ενός στοχασμού που τα φωτίζει. Τα κείμενα που συνθέτουν το έργο «Αριθμοί» (Αγρα) κυκλοφόρησαν μεμονωμένα από τις εκδόσεις «Στιγμή» (1988-2001) πριν παρουσιαστούν ως ενιαίο λογοτεχνικό εγχείρημα συνοδευόμενα από το αποσαφηνιστικό δοκίμιο «Μετά τους Αριθμούς». Το εν λόγω δοκίμιο δεν αποτελεί απλώς απαραίτητο συμπλήρωμα του λογοτεχνικού έργου, αλλά αναπόσπαστο κομμάτι του, το οποίο μπορεί ενδεχομένως να διαβαστεί και ως πέμπτο λογοτεχνικό κείμενο μετά τα τέσσερα που συνθέτουν τους «Αριθμούς».

Στην «Τραγουδίστρια» κάνει ένα βήμα πιο πέρα παρεμβάλλοντας το δοκίμιο μέσα στην αφήγηση. «Η προσπάθεια που έχω κάνει είναι να δηλητηριάσω το όριο μεταξύ των δύο. Αν κάτι με ενδιαφέρει σήμερα είναι το πώς καταλαβαίνουμε τον λόγο. Ποιος και πώς είναι ο λόγος την ώρα που περιγράφουμε τα πράγματα…», υπογραμμίζει με την ήρεμη και σιγανή φωνή του μέσα στον ορυμαγδό που επικρατεί στο καφέ που έχουμε συναντηθεί.

Ο στοχασμός και η λογοτεχνία του αντλούν κυρίως από τη φιλοσοφία, την αρχιτεκτονική, αλλά και από το θέατρο ή τις εικαστικές τέχνες, στο μέτρο που συναντά αντίστοιχες απόπειρες προσέγγισης του ερωτήματος σχετικά με το οντολογικό αντίκρισμα του λόγου. «Ο Ορθός Λόγος εμφανίστηκε σαν μια έκρηξη ελευθερίας απέναντι σε κάτι που τον καταδυνάστευε». Αυτή όμως η ελευθερία οδήγησε στην σχετικοποίηση κάθε αλήθειας. Χάθηκε το αντίκρισμα αλήθειας του καταφατικού λόγου. Ολες οι αφηγήσεις είναι πλέον ισάξιες, αυτοαναιρούμενες εκδοχές ή θέσεις. Ουσιαστικά ο Αντονάς αναρωτιέται αν και κατά πόσο ο λόγος ως αφήγηση μπορεί να είναι φορέας νοήματος και με ποιον τρόπο.

Σε αντίθεση με τη λογοτεχνία ή την τρέχουσα αντίληψη, η φιλοσοφία απαιτεί από τον αναγνώστη μια πίστη στη μεθοδική δομή του λόγου, στη λογική αλληλουχία των συλλογισμών, οι οποίοι θα οδηγήσουν σε κάποιο συμπέρασμα. Ο Αντονάς αντιμετωπίζει «τη λογοτεχνία σαν έναν τρόπο για να διαβάσει κανείς τη φιλοσοφία χωρίς να την μειώσει». Έναν τρόπο προσέγγισης κάποιας αλήθειας ή νοήματος υπονομεύοντας τον Ορθό λόγο.

«Το πλεονέκτημα της λογοτεχνίας είναι η απόσταση. Δεν προσπαθεί, σε αντίθεση με τη φιλοσοφία, να σε πείσει για κάτι». Η απόσταση που μπορεί να πάρει ο συγγραφέας από τον λόγο των ηρώων του, η δυνατότητα διάστασης μεταξύ συγγραφέα, αφηγητή και ήρωα στην οποία ποντάρει ο Αντονάς, του επιτρέπει να χρησιμοποιήσει τη λογοτεχνία ως εργαλείο αποσταθεροποίησης του αναγνώστη μέσω της ανικανότητας της λογικής να οδηγηθεί σε οριστικά συμπεράσματα.

«Παίρνω αμέσως απόσταση από ό,τι λέγεται εκεί. Το ενδιαφέρον με τη λογοτεχνία είναι ότι αναβάλει το νόημα συνεχώς. Είναι ένα είδος δοκιμής. Δοκιμάζω ένα άλλο είδος γραφής. Εισάγω τους ήρωες μου σε μια λογική κατάσταση με πολύ έντονα αφηγηματικά στοιχεία, στην οποία οφείλουν να αντιδράσουν λογικά. Όμως αυτή η λογική επεξεργασία δεν θα τους δώσει τελικά ποτέ τις λύσεις στο πρόβλημα που τίθεται. Ο τρόπος με τον οποίο λαμβάνεται μια απόφαση στο τέλος, δεν είναι απότοκος του λογικού συλλογισμού. Η λογική λειτουργεί αφηγηματικά ως προετοιμασία μιας κίνησης. Η τελική όμως αντίδραση δεν φαίνεται να σχετίζεται με την προηγούμενη λογική σκέψη».

Οι ήρωές του παλεύουν να αντιμετωπίσουν λογικά μια απροσδιόριστη κατάσταση – συνήθως μια κατάσταση εγκλεισμού – και αντιδρούν λανθασμένα. Αναζητώντας το λογικό λάθος της πράξης τους υποπίπτουν σε νέο λάθος που τους οδηγεί σε νέους λογικούς συλλογισμούς δίχως τέλος. «Όταν λέω ότι χρησιμοποιώ αφηγηματικά τον Ορθό Λόγο εννοώ : ως αφηγηματικό χρόνο, πώς περνάει κανείς από το ένα επιχείρημα στο άλλο. Σαν παλινδρόμηση ανάμεσα σε πιθανές λύσεις. Την ώρα που φτάνει όλη αυτή η λογική παλινδρόμηση κάπου, έχει κάτι χαθεί. Ταυτόχρονα όμως έχει κατασκευαστεί όλος αυτός ο λόγος σαν ένα ήδη αφήγημα. Είναι μια τελετουργία της απουσίας. Ισως το πιο ιερό πράγμα που έχει φτιάξει ο δυτικός κόσμος είναι αυτό το είδος της απουσίας».

Το ερώτημα για το νόημα επανέρχεται εμφατικότερο ως ερώτημα για την αναβολή ή την απουσία νοήματος. Στον πυρήνα του έργου, στο κέντρο της απουσίας η όποια αλήθεια προσεγγίζεται εν τέλει αποφατικά. Με τη θεολογική σημασία του όρου. Δηλαδή ως αποφυγή κάθε παγιωμένης προστακτικής. Κάθε ηθικού διδάγματος.

Ο Αντονάς επιστρέφει σαν τον Βαλερί στις προφορικές ρίζες του λογοτεχνικού λόγου τον οποίο αντιμετωπίζει κι εκείνος με τη σειρά του ως υπνωτικό λόγο, ως «μαγγανεία» (Charme). Στην αντίληψη αυτή του έργου, ως κατασκευή, σημασία έχει το σύνολο, όχι οι συγκεκριμένες λέξεις ή λογικές προτάσεις των ηρώων.

«Υπάρχει εγγενώς κάτι στον ρυθμό του λογοτεχνικού κειμένου, στην αφήγηση, που μας υπνωτίζει. Πρέπει να βγούμε από το κείμενο, να ξυπνήσουμε, για να δούμε τι έγινε. Η λογοτεχνία αναπτύσσεται σαν μια φλυαρία που πρέπει να έχει κάποιο νόημα. Τα αποσπάσματα, οι λέξεις, δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία μπορούν να αντικατασταθούν από άλλα. Ωστόσο κάτι οργανώνεται μέσα στην κίνηση». Η γραμματική του αφηγηματικού, υπνωτικού λόγου που χρησιμοποιεί ο Αντονάς για να αποπροσανατολίσει τον αναγνώστη του είναι το λογικό (πάντα ανεδαφικό ή άχρηστο) επιχείρημα. Η αρχιτεκτονική του προσφέρει το υπόβαθρο για την ανάπτυξη του υπνωτικού λόγου. Γι’ αυτό και προηγείται ο σχεδιασμός του χώρου, (κάθε κείμενο συνοδεύεται από όψεις και κατόψεις του χώρου της δράσης) ο οποίος ενδεχομένως τροποποιείται ανάλογα με την εξέλιξη της πλοκής. Τελικά εκείνο που τον ενδιαφέρει περισσότερο είναι η φόρμα, όχι ως φορμαλισμός, αλλά ως τρόπος δημιουργίας ενός πλαισίου, μέσα στο οποίο «μπορεί να δει κανείς την ουσία, την οντολογία, την πολιτική». Ο Αντονάς χρησιμοποιεί κατά την προσταγή του Βίτγκενστάιν με μη παραστατικό, αποφατικό τρόπο τον λόγο, κινούμενος στο μεσοδιάστημα μεταξύ του «λέω» και του «δείχνω». Επαναπροσεγγίζει δηλαδή, στο μεταίχμιο όλων των τεχνών, τον πραγματικό τόπο της λογοτεχνίας.

Παρασκευή, 12 Μαρτίου 2010

Louis Ferdinand Céline: Ενα μόνιμο σκάνδαλο


Στην εποχή που κανένας δημιουργός δεν είναι νοητός δίχως κάποια ετικέτα -προϋπόθεση κάθε διακινούμενου εμπορεύσιμου προϊόντος- ο Σελίν τοποθετείται στους αντίποδες του politically correct και προωθείται ως «σκάνδαλο».

Πέρα και ξέχωρα από τα σκανδαλώδη αντισημιτικά του λιβελογραφήματα, ο μυθιστοριογράφος Σελίν εξακολουθεί να αποτελεί «σκάνδαλο». Σκάνδαλο για την θρυμματισμένη γλώσσα του, σκάνδαλο για την ωμότητα και την απανθρωπία του μηδενισμού του, σκάνδαλο για την αντίθεσή του σε κάθε παραδεδομένη αξία.
Εισερχόμενος στον περίκλειστο, εντός της λογοτεχνίας, αενάως όμως ανοικτό, κόσμο του Σελίν αντιλαμβάνεται γρήγορα κανείς ότι πρόκειται για ένα έργο που τοποθετείται ηθελημένα στους αντίποδες. Στους αντίποδες κάθε πτυχής του νεωτερικού πολιτισμού.

Το έργο του Σελίν δεν υπερασπίζεται κάποια θέση ή ερμηνεία, δεν υποστηρίζει μιαν άποψη ή οπτική του κόσμου. Καταλαμβάνει απλώς μια θέση: εκείνη των αντιπόδων. Κι από εκεί πυροβολεί (σχεδόν αδιακρίτως) απέναντι.
«Οι συνομιλίες με τον καθηγητή Υ» είναι ένα έργο του Σελίν με ήρωα τον Σελίν ως «σκάνδαλο». Ενα λογοτεχνικό έργο βαθιά ριζωμένο στο νεωτερικό μας παρόν, δηλαδή επίκαιρο, προφητικό, παραμόνιμο, «αιώνιο» κλπ, με θέμα το ίδιο του το υλικό, την λογοτεχνία. Ενα βιβλίο, όπως όλα του Σελίν, αντίστοιχο του οποίου δεν θα μπορούσε όχι μόνο να κυκλοφορήσει, αλλά ούτε καν να γραφτεί σήμερα.

Ξεκινώντας (στα 1955) από τη διαπίστωση της κρίσης του βιβλίου, ότι το μόνο που πουλάει είναι τα αισθηματικά και τα αστυνομικά, ξεγυμνώνει σταδιακά τους συγγραφείς και τους εκδότες με άμεσες αναφορές στα πιο περικλεή ονόματα της εποχής. Οι πρώτοι γράφουν («μυθιστορήματα σενάρια λίγο-πολύ εμπορικά, ορφανά από σκηνοθέτη») προκειμένου να πουλήσουν τον εαυτό τους, να αποθεώσουν το «εγώ» τους, κυνηγώντας κατά κύριο λόγο τα βραβεία, τη δημοσιότητα (όχι τη μεταθανάτια δόξα) και δευτερευόντως το χρήμα, οι δε άλλοι αποκλειστικά και μόνον το χρήμα.


Ο λογοτεχνικός λυρισμός παράγει (παρ)όμοια και αδιαφοροποίητα έργα που φέρνουν βραβεία και εξασφαλίζουν την είσοδο στην Ακαδημία, αλλά που αδυνατούν να συγκινήσουν το (καταναλωτικό) κοινό.
Στους αντίποδες βρίσκεται ο αποδιοπομπαίος (με την ζιραρική έννοια) Σελίν ο οποίος επιδεικνύει (αυτό είναι το εξομολογητικό εύρημα του βιβλίου) την μικρή του ανακάλυψη που συναγωνίζεται mutantis mutandis την διάσπαση του ατόμου. Τον τρόπο να διοχετεύσει στο γραπτό ανασταίνοντάς την, τη «συγκίνηση του προφορικού λόγου». Αυτό το κατορθώνει, ανατινάσσοντας τη γλώσσα (κατ’ ουσίαν την λογικότητα, το επιχείρημα και το καταληκτικό συμπέρασμα της τέλειας γραμματικοσυντακτικής πρότασης) σε κομματιαστές φράσεις. Στις μόνες ικανές, στην εποχή της παντοκρατορίας της εικόνας και της ισοπέδωσης κάθε νοήματος, να ψελλίσουν την αποτρόπαιη πραγματικότητα ενός παρανοϊκού κόσμου. Κομματιασμένες φράσεις που μεταφέρουν θραύσματα νοήματος ανασυνθέτοντας διαρκώς την ίδια αλήθεια. Την οδυνηρή αλήθεια ότι «η ανθρώπινη ροπή είναι σαρκοβόρα», ότι « το εκπληκτικό ‘εγώ’ καταβροχθίζει τα πάντα... απαιτεί τα πάντα!».

Στις «συνομιλίες με τον καθηγητή Υ» Ο Σελίν αποκαλύπτει τις σκαλωσιές και όλα τα μυστικά της τέχνης του για να καταδώσει για ακόμη μια φορά τον νεωτερικό μας πολιτισμό. Τον γιγαντιαίο αυτό μηχανισμό που στήθηκε από την Αναγέννηση και δώθε για να κουκουλώσει την εγγενή φονικότητα του ανθρώπου.

Παρασκευή, 5 Μαρτίου 2010

Ανσελ Ανταμς ή η αποθέωση της φωτογραφικής τεχνικής


Το Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς παρουσιάζει στις 3 Μαρτίου υπό την αιγίδα της πρεσβείας των ΗΠΑ, για πρώτη φορά στην Ελλάδα μια επιλογή από το έργο του μεγάλου Αμερικανού φωτογράφου Ανσελ Ανταμς. Ο Ανταμς (1902-1984) συγκαταλέγεται όχι μόνο στους σπουδαιότερους φωτογράφους του 20ου αιώνα, αλλά και στους πρωτοπόρους που αγωνίστηκαν και κατόρθωσαν να «επιβάλουν» την φωτογραφία ως αυτόνομη τέχνη, απελευθερώνοντάς την από τον φορτικό ζυγό της ζωγραφικής. Υπήρξε άλλωστε ένας εκ των ιδρυτών του Φωτογραφικού Τμήματος του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης της Νέας Υόρκης. Στα πρώτα της βήματα η φωτογραφία θεωρείτο αποπαίδι της ζωγραφικής, η οποία αποτελούσε το μέτρο της εικαστικότητας οιασδήποτε φωτογραφικής εικόνας. Ο Ανταμς αντιτέθηκε σθεναρά σε αυτή την αισθητική του πικτοριαλισμού πρεσβεύοντας την «ευκρινή» ή «καθαρή» φωτογραφία.
Οι 72 πρωτότυπες εκτυπώσεις που θα παρουσιαστούν για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό αποτελούν τμήμα μιας ομάδας 75 πρωτότυπων φωτογραφιών (Museum Set) τις οποίες ο επέλεξε ο ίδιος ο Ανταμς ως αντιπροσωπευτικότερες του πελώριου του έργου, τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του. Η τεράστια ζήτηση των εικόνων του και η αγωνία του για την διατήρηση του έργου του στο πέρασμα του χρόνου, τον οδήγησαν τον Δεκέμβριο του 1979 να ξεκινήσει την επιλογή και το τύπωμα των Museum Set. Ομαδοποίησε τα καλύτερα δείγματα της δουλειάς του σε σειρές των 75 και των 25 φωτογραφιών τις οποίες προόριζε για τα μεγαλύτερα μουσεία και τις ιδιωτικές συλλογές του κόσμου. Ο αρχικός του στόχος ήταν να ολοκληρώσει εκατό διαφορετικές σειρές. Τελικά πρόλαβε να τυπώσει λιγότερες από πενήντα σειρές των 25 και μόλις έξι σειρές των 75 φωτογραφιών.
Αν και υπέρμαχος της «καθαρής» φωτογραφίας την οποία υπηρέτησε και ως συνιδρυτής της ομάδας f64, στόχος του Ανταμς δεν ήταν η ακριβής αποτύπωση της πραγματικότητας. Υιοθετώντας την ορολογία της «αντιστοιχίας» του Αλφρεντ Στίγκλιτς και όντας συνάμα επηρεασμένος εξ απαλών ονύχων από τις φιλοσοφικές αρχές του Εμερσον, που πρέσβευε την απευθείας σχέση με τον Θεό μέσω της σχέσης με την φύση, ο Ανταμς εφήρμοσε στο έργο του την ιδέα ότι η φωτογραφία δεν αποτελεί αυτούσια αποτύπωση της πραγματικότητας, αλλά το «αντίστοιχο» της προβολής του προσωπικού βλέμματος και αισθήματος στον κόσμο.
Για να το πετύχει έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην τεχνική λήψης και τυπώματος της φωτογραφίας, θεμελιώνοντας τη θεωρία του «Ζωνικού Συστήματος» η οποία βασίζεται σε μια σειρά κανόνων για την απόδοση όλων των τόνων της τονικής κλίμακας από το λευκό μέχρι το μαύρο.
Οι περισσότεροι φωτογράφοι ανακαλύπτουν τον κόσμο μέσα από τον φωτογραφικό τους φακό. Ο Ανταμς οδηγήθηκε στην φωτογραφία από την αγάπη του για τη φυσική ομορφιά του, ορεινού κυρίως, αμερικανικού τοπίου. Τα φημισμένα του τοπία μοιάζουν άχρονα σαν να προηγούνται ή να έπονται της παρουσίας του ανθρώπου στη γη. Ως αφοσιωμένος μαχητής για την προστασία του περιβάλλοντος ο Ανταμς θέλησε να αποκαλύψει στους συμπατριώτες του το κάλλος του φυσικού τοπίου της χώρας του, μια από τις θεμελιώδης συνιστώσες που διαμόρφωσαν την εθνική τους συνείδηση.

Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

Νέα φιλοσοφική σειρά ΠΕΚ


Η σταδιακή αύξηση, τις πρόσφατες δεκαετίες, των αρκούντως πεπαιδευμένων, όσων δηλαδή διαθέτουν την αναγκαία (προπαρα)σκευή ώστε να αντιπαρατεθούν στα δυσπέλαστα κείμενα της δυτικής γραμματείας, μας έχει χαρίσει τα τελευταία χρόνια ορισμένες καλές μεταφράσεις εμβληματικών έργων.
Ο φιλόσπουδος Ελληνας αναγνώστης έχει πλέον την δυνατότητα να διαβάσει στη γλώσσα του πρωτότυπα κείμενα μεγάλων φιλοσόφων, κοινωνιολόγων, πολιτικών επιστημόνων, όπως ο Αριστοτέλης, ο Καντ, ο Βέμπερ, ο Σπέγκλερ ή ο Σπινόζα, οι μεταφράσεις των οποίων διεύρυναν τον ορίζοντα των επιλογών του. Πρόκειται ωστόσο για μη συστηματικά εγχειρήματα, καθώς οι περισσότεροι εκδότες προσθέτουν απλώς διάσπαρτους τίτλους στον ετερόκλητο εκδοτικό τους κατάλογο. Η έλλειψη εκδοτικών σειρών φιλοσοφικών ή κοινωνικοπολιτικών δοκιμίων, αντίστοιχων των «Routledge Philosophy Guidebooks» ή της «Bibliothèque de Philosophie» των εκδόσεων «Gallimard» που θα αποτελέσουν οδηγό για την εμβάθυνση του αναγνώστη στο εκάστοτε επιστημονικό πεδίο είναι αισθητή τόσο στους επαΐοντες, όσο και στους «ερασιτέχνες» αναγνώστες του φιλοσοφικού ή άλλου δοκιμίου. Οι εξαιρέσεις δεν έλειπαν, αρκεί να θυμηθούμε ενδεικτικά τις δυο εκδοτικές σειρές στην «Γνώση» και στην «Νεφέλη» τις οποίες διεύθυνε ο αείμνηστος φιλόσοφος Παναγιώτης Κονδύλης.

Εχοντας όλα τα προηγούμενα κατά νου, κι έχοντας συνάμα εντρυφήσει σε αντίστοιχες ξενόγλωσσες εκδοτικές σειρές ο υποψήφιος διδάκτορας φιλοσοφίας του πανεπιστημίου της Σορβόνης, Θάνος Σαμαρτζής πρότεινε στον διευθυντή των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης (ΠΕΚ) κ. Στέφανο Τραχανά μια σειρά θεμελιωδών φιλοσοφικών έργων. H σειρά ξεκίνησε υπό την επιμέλεια του κ. Σαμαρτζή και πρόσφατα κυκλοφόρησαν οι δύο πρώτοι τόμοι της «Φιλοσοφικής Βιβλιοθήκης» των ΠΕΚ: το βιβλίο του μεγάλου ιστορικού της Μεσαιωνικής Φιλοσοφίας, Ετιέν Ζιλσόν, «Το Ον και η Ουσία» (Το πρόβλημα της ύπαρξης στη δυτική φιλοσοφία από την αρχαιότητα ως τον εικοστό αιώνα) και η κεφαλαιώδης μονογραφία από τον καθηγητή φιλοσοφίας του Μπέρκλεϊ Χανς Σλούγκα για τον «πατέρα» της αναλυτικής φιλοσοφίας, «Φρέγκε» (Η γέννηση της σύγχρονης λογικής και οι ρίζες της αναλυτικής φιλοσοφίας).

«Στόχος δεν είναι η δημιουργία μιας σειράς εγχειριδίων για την ενίσχυση της εγκυκλοπαιδικής γνώσης των αναγνωστών, αλλά η μετάφραση ορισμένων θεμελιωδών φιλοσοφικών έργων τα οποία θα λειτουργήσουν ως άξονας προσανατολισμού στον κόσμο της φιλοσοφίας, αρχαίας, μεσαιωνικής και νεώτερης. Η στόχευση της Φιλοσοφικής Βιβλιοθήκης είναι προπαιδευτική, να προσφερθούν στον Έλληνα αναγνώστη ορισμένα απαραίτητα εργαλεία ώστε να μπορεί να παρακολουθήσει την κλασική και τη σύγχρονη φιλοσοφική σκέψη» λέει ο κ. Σαμαρτζής.
Ο πρώτος κύκλος της σειράς θα περιλαμβάνει δέκα περίπου τίτλους οι οποίοι αναμένεται να έχουν κυκλοφορήσει μέχρι το 2012. Χάιντς Χάιμζετ «Τα θεμελιώδη προβλήματα της δυτικής μεταφυσικής και οι μεσαιωνικές ρίζες της νεότερης φιλοσοφίας» (2010), Αλαίν ντε Λιμπερά «Η έριδα των Καθόλου, από την αρχαιότητα ως το τέλος του Μεσαίωνα» (2010), Τζον Μακντάουελ «Νους και Κόσμος» (2010), Παναγιώτης Κονδύλης «Η κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη, από τον όψιμο Μεσαίωνα ως τον 20ο αιώνα- ολοκληρωμένη έκδοση» (2011), Ντήτερ Χένριχ «Μεταξύ Καντ και Χεγκελ, παραδόσεις πάνω στον γερμανικό ιδεαλισμό» (2010), Eντρε φον Ιβάνκα «Χριστιανικός πλατωνισμός» (2012), Τέρενς Ιργουιν «Οι πρώτες αρχές του Αριστοτέλη» (2012, Ετιέν Ζιλσόν «Το πνεύμα της μεσαιωνικής φιλοσοφίας» (2012).

Το στοίχημα ήταν μεγάλο τόσο για τον επιμελητή της σιεράς, όσο και για τις ΠΕΚ. Ωστόσο το ειδικό βάρος των βιβλίων (από εκείνα που στο άκουσμα των τίτλων τους οι φιλόσοφοι γνέφουν επιδοκιμαστικά με το κεφάλι), η σκληρή επιστημονική δουλειά που αποπνέουν οι μεταφράσεις, όσο και η απρόσμενη (αναλογικά) εμπορική επιτυχία στις πρώτες εβδομάδες κυκλοφορίας των βιβλίων μοιάζουν να δικαιώνουν τις δύο πλευρές. Και όχι άδικα. Η ποιότητα των βιβλίων διαφαίνεται πέρα από τη προσεγμένη μετάφραση, τόσο από τις μεγάλες, κατατοπιστικές και εμπεριστατωμένες εισαγωγές αλλά ακόμα και από την πρωτότυπη αισθητική των εξωφύλλων.
Η μετάφραση του βιβλίου «το Ον και η Ουσία» απαίτησε την προηγούμενη ενδελεχή έρευνα του τρόπου αμφίπλευρης μετάφρασης των φιλοσοφικών όρων από και προς τα ελληνικά, από τον μεσαίωνα μέχρι σήμερα. Ο επιμελητής της σειράς ανέλαβε με τη σειρά του το δικό του ρίσκο μετακυλώντας την εμπιστοσύνη που δέχθηκε, σε μια νέα ντιζάινερ από το Παρίσι, την Ευαγγελία Κρανιώτη, στην οποία ανέθεσε μετά από μακρά αναζήτηση υποψηφίων, την σύνθεση των εξωφύλλων. Και το αποτέλεσμα δικαίωσε για άλλη μια φορά και τις δύο πλευρές.
Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι τέτοια δείγματα εμπιστοσύνης σε πρόσωπα με γνώμονα το πάθος και το έργο τους και όχι τους περικλεείς τίτλους πραγματικά σπανίζουν, εξ ου και σε κάθε τομέα του κοινωνικού μας βίου ανακυκλώνονται τα ίδια κουρασμένα πρόσωπα. Το ήθος των ανθρώπων των ΠΕΚ, όσο και η ποιότητα του παρεχόμενου έργου, είναι τα δύο βασικότερα παραδείγματα (ευτυχούς) παρέκκλισης από την νεοελληνική πεπατημένη στα οποία θα πρέπει να εστιάσουμε.

Η μετάφραση των δυο βιβλίων, του Ζιλσόν και του Σλούγκα ανοίγουν έναν δρόμο, αλλά κι έναν διάλογο με μια κρίσιμη μερίδα αναγνωστικού κοινού. Από εδώ και πέρα το βάρος πέφτει στους ώμους των επαϊόντων οι οποίοι καλούνται να κρίνουν τις εισαγωγές, τις αναγνώσεις και τις μεταφράσεις των έργων που προτείνει η εν λόγω αξιοζήλευτη ομολογουμένως σειρά. Η εισαγωγή του κ. Σαμαρτζή στο βιβλίο του Ζιλσόν είναι όχι απλώς κατατοπιστική, αλλά φροντίζει να εισαγάγει με τον πιο εύληπτο τρόπο στο έργο και στα μεγάλα φιλοσοφικά ζητήματα που ανακύπτουν, ακόμα και τον πιο αδαή αναγνώστη.
Μου γέννησε ωστόσο μερικά βασικά ερωτήματα: θα ήθελα πολύ να μάθω αν και κατά πόσο δόκιμη είναι για παράδειγμα η μετάφραση της αριστοτελικής «ουσίας» με τον όρο «πράγμα» ή «υπόσταση». Γιατί στην εισαγωγή του επιμελητή δεν γίνεται μνεία της αριστοτελικής διάκρισης σε ουσία πρώτη και ουσία δευτέρα ή γιατί δεν διευκρινίζεται από πότε αρχίζει η ελληνική φιλοσοφία (μετά την κλασική περίοδο οπωσδήποτε) να χρησιμοποιεί τον όρο «υπόσταση». Επίσης σε ποιες συγκυρίες στη Δύση ο όρος «ουσία» μεταφράστηκε ως «substantia» («υπόσταση»). Τέλος, αν ενδεχομένως η προσέγγιση του αριστοτελικού έργου που προτείνει ο κ. Σαμαρτζής δεν γίνεται με γνώμονα την καντιανή οπτική.

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2010

Η ζωή αντιγράφει τα ριάλιτι


Πώς θα σας φαινόταν αν βλέπατε το αφεντικό σας να εργάζεται – έστω για μια μόνο μέρα – ως απλός υπάλληλος, να αντιμετωπίζεται ως ο τελευταίος τροχός της αμάξης;
Εκμεταλλευόμενοι το καταπιεσμένο (συχνά αυθαίρετο) αίσθημα αδικαίωτου που κρύβουμε μέσα μας, στελέχη του ομίλου CBS έφτιαξαν (τι άλλο;) ένα ακόμα ριάλιτι για να ξεδώσουμε συναισθηματικά. Η ιστορία είναι πολύ παλιά. Μια από τις άπειρες μέσα στον χρόνο παραλλαγές της ρωμαϊκής γιορτής των Σατουρναλίων, της αντίστροφης εκείνης μέρας του χρόνου, όπου οι σκλάβοι έπαιρναν τη θέση των αρχόντων και τανάπαλιν.

Φυσικά, όπως υπογραμμίζει εμφατικά η Αλεξάνδρα Στάνλεϊ των «New York Times», οι παραγωγοί του «Undercover Boss» δεν κατάφεραν να υποχρεώσουν κάποιο μεγάλο αφεντικό, σαν τον διευθυντή της Goldman Sach’s Λόιντ Μπλανκφέιν να μπει στο παιχνίδι. Στο πρώτο επεισόδιο ο διευθυντής μιας εταιρίας ανακύκλωσης σκουπιδιών Λόρενς Ο’ Ντόνελ, προσλαμβάνεται ως απλός εργάτης στην ίδια του την εταιρία. Αφού περνάει του λιναριού τα πάθη από έναν ανηλεή προϊστάμενο στη αλυσίδα παραγωγής, τελικά απολύεται καθώς κρίνεται ανεπαρκής για τη δουλειά. Στο μεταξύ έχει αντιληφθεί στο άσχημα καταπονημένο πετσί του το οριακά απάνθρωπο άχθος της δουλειάς και τον αρπακτικό συναγωνισμό των τρομοκρατημένων συναδέλφων του. Το επεισόδιο έχει το κλασικό ζαχαρωμένο χολιγουντιανό χάπι εντ. Αυξήσεις αποδοχών και βελτίωση συνθηκών εργασίας για όλους.

H εντυπωσιακότερη αποκάλυψη δεν είναι η προφανής διαπίστωση της σκληρής εργασιακής πραγματικότητας σε μια εποχή παγκοσμιοποιμένης εργασιακής και οικονομικής κρίσης. Πηγάζει από την εν παρόδω διαπίστωση του Ο’ Ντόνελ ότι τόσο οι προϊστάμενοι, όσο και οι συνάδελφοί του ανταγωνίζονταν ο ένας τον άλλο με την εξοντωτική λύσσα των παικτών ριάλιτι. Η πραγματικότητα έχει αρχίσει να αντιγράφει τον τηλεοπτικό φακό. Μόνο που το έπαθλό δεν είναι οικονομικό. Είναι το καθημερινό τους ψωμί.

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2010

Μουσείο Χατζηκυριάκου-Γκίκα και γενιάς του Μεσοπολέμου


Ένα πανόραμα της ελληνικής καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργίας από τον Μεσοπόλεμο μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’60, θα μας προσφέρει το νέο κτίριο του Μουσείο Μπενάκη της οδού Κριεζώτου 3.
Τη δυνατότητα να αντιληφθούμε τη συνύπαρξη, τους συσχετισμούς και κυρίως τα αιτήματα, όλων σχεδόν των δημιουργών στη γονιμότερη, ίσως, περίοδο της νεώτερης Ελλάδας.

Γκίκας, Κεφαλληνός, Οικονομίδης, Στέρης, Κ. Δοξιάδης, Α. Κωνσταντινίδης, Σεφέρης, Λορεντζάτος, Καρούζος, Κ. Πολίτης, Γκάτσος, Παπατσώνης, Σπαθάρης, Χαρισιάδης, Απάρτης, Μητρόπουλος, Σίμων Καρράς, Σκαρίμπας, Κακριδής, Κουν, Πολυξένη Ματέυ, Βαμβακάρης, Παπαϊωάννου, Ορλάνδος, Γ. Κορδάτος, είναι μερικά μόνο από τα ονόματα που απαρτίζουν το μουσείο Γκίκα και της γενιάς του Μεσοπολέμου, το οποίο όμως δεν έχει ακόμα όνομα.
Ο Νίκος Χατζηκυριάκος - Γκίκας δεν θα βρίσκεται στο επίκεντρο του νέου μουσείου απλώς και μόνο διότι στο οίκημα αυτό έζησε και εργάστηκε για δεκαετίες, ούτε επειδή κληροδότησε εν ζωή για τις επόμενες γενιές, το εργαστήρι και την εύρωστη πινακοθήκη του.
Ο Γκίκας δεν αποτελεί απλώς το έναυσμα για τη δημιουργία πέριξ αυτού, ενός μουσείου για την γενιά του Μεσοπολέμου, τη γενιά του ’30 και τους επιγόνους της. Ο μαθητής του Παρθένη και του Γαλάνη αποτελεί το κλειδί ή μάλλον καλύτερα τον αναγκαίο μίτο για την περιδιάβαση του μουσείου. Για την κατανόηση μιας εποχής. Ο,τι συμβαίνει σε μικρογραφία με τον Γκίκα, ισχύει σε μεγαλύτερη κλίμακα για όλους τους δημιουργούς που ανταμώνουν στο νέο μουσείο. Η σχέση του πέρα από τη ζωγραφική με τη γλυπτική, τη χαρακτική, την αρχιτεκτονική, την σκηνογραφία, την ενδυματολογία την λογοτεχνία (ως πρώτος μεταφραστής αποσπασμάτων του «Οδυσσέα» του Τζόις), αποτελεί έναυσμα για την ανακάλυψη αντίστοιχων δεσμών και αναφορών σε πολλές τέχνες, στους υπόλοιπους δημιουργούς.
Στο ίδιο συμπέρασμα, από άλλο μονοπάτι, μας οδηγούν και οι προσωπικές του φιλίες : Τεριάντ, Ζερβός, Λε Κορμπιζιέ, Χατζηδάκης, Ραλλού Μάνου, Εμπειρίκος, Πικιώνης, Κόντογλου, Τόμπρος, Αγγελική Χατζημιχάλη, Στρατής Δούκας, Παπαλουκάς, Πάτρικ Λι Φέρμορ, Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν. Εν ολίγοις οι τέχνες και οι φιλίες του Γκίκα αποκαλύπτουν το modus vivendi των πνευματικών μορφών μιας εποχής : τη σύμπλευση και τη συνεργασία.

Μπαίνοντας στο κτίριο χρειάστηκε να κρατήσω ανοιχτή τη μεγάλη σιδερένια πόρτα της εισόδου για να περάσουν μέσα τρεις μαστόροι με τα τρυπάνια και τα εργαλεία τους. Το νέο μουσείο στήνεται ενώ συνεχίζονται οι εργασίες αναδιαμόρφωσης και συντήρησής του. Στον 1ο και στον 2ο όροφο που θα αποτελέσει κομμάτι της γενιάς του Μεσοπολέμου και των επιγόνων της, κάποιοι τοίχοι επιδεικνύουν ήδη, σαν παράσημα κρεμασμένα στο στήθος, πίνακες και έργα, ενώ άλλοι ανακοινώνουν απλώς – ένα όνομα γραμμένο με μαρκαδόρο πάνω σε ένα κομμάτι κολλητικής ταινίας – τον καλλιτέχνη που πιθανόν θα φιλοξενήσουν.
Στο πάτωμα κάτω από τους άδειους τοίχους περιμένουν ομαδόν, επιλεγμένοι πίνακες και σχέδια, την ανάρτησή τους. Πιο δίπλα ένας ξυλουργός κι ο βοηθός του μετρούν και σημειώνουν σ’ ένα τεφτέρι κάποιες διαστάσεις : ίσως σχεδιάζουν τις μελλοντικές προθήκες, όπου θα εκτεθούν οι πρώτες εκδόσεις, τα χειρόγραφα και τα προσωπικά αντικείμενα ποιητών, πεζογράφων κ.α.
Πιο κάτω το βλέμμα μου σκαλώνει σε μια φιγούρα Καραγκιόζη μέσα σε ένα αερόστατο, που υπερίπταται της παράταξης των χειροτεχνημάτων του Ευγένιου Σπαθάρη.
Στον 3ο δυο αντικριστοί τοίχοι είναι γεμάτοι μικρά αντίγραφα φωτογραφιών του Μπαλάφα και του Τλούπα. Σε μια πρώτη αίθουσα αρκετοί πίνακες από την πλούσια συλλογή του Γκίκα.
Στο βάθος μιας δεύτερης, πιο ευρύχωρης, χωρίς κολόνες που μοιάζει πελώρια, βρίσκεται το μεγάλο γραφείο, μια τάβλα πάνω σε δυο τριγωνικές βάσεις, του Αγγελου Δεληβοριά. Ο διευθυντής του μουσείου μιλάει ζωηρά στο τηλέφωνο έχοντας μπροστά του απλωμένα πλήθος χαρτιά. Το μάτι μου πιάνει έναν κατάλογο με ονόματα, τον οποίο θα συμβουλευτεί λίγο αργότερα κατά τη διάρκεια της συνέντευξης. Διαγωνίως απέναντι, σε ένα αντίστοιχο γραφείο εκστρατείας δυο νεαροί έχουν χωμένες τις μύτες τους μέσα σε διάστικτα χαρτιά και έγχρωμες φωτοτυπίες έργων. Παραδίπλα ένας συντηρητής παλεύει να συνεφέρει μια παλιά πολυθρόνα.

Από την δεύτερη κιόλας ερώτησή, την οποία δεν κατορθώνω να ολοκληρώσω ποτέ, με την αναφορά μου στη γενιά του ’30, ο Δεληβοριάς κλωτσάει: «Δεν μου αρέσει ο όρος, ας τον ξεχάσουμε… Δεν είναι μόνο η παρέα του Κατσίμπαλη, ο Σεφέρης κλπ. Είναι και πολλοί που δεν ανήκουν σε αυτή τη γενιά. Πολλοί από αυτούς που χάρη στον Οκτάβιο και τη Μέπλω Μερλιέ μπήκαν στο «Ματαρόα» έφυγαν για το Παρίσι και γλίτωσαν τον εμφύλιο, όπως ο Μέμος Μακρής. Κι άλλοι όπως ο Τάκης Χατζής που δεν ανήκουν σ’ αυτή».

Το γεγονός ότι οι αναφορά στις γενιές και στους επιγόνους τους μας δυσκολεύει – ούτε και ο όρος «γενιά του Μεσοπολέμου» τον ικανοποιεί απόλυτα – με βοηθάει να καταλάβω ότι το «μυστικό» του μουσείου, αυτό που συνδέει τα πρόσωπα μεταξύ τους είναι η σχέση τους με τα μεγάλα ρεύματα και με τα μεγάλα ερωτήματα που έθεσε η εποχή: η πρόσληψη και η συνομιλία με τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό, η σχέση ή η αντίθεση με μια πολύχρονη παράδοση που ανακαλύφθηκε από την αρχή. Εν ολίγοις το αίτημα για μια ριζωμένη τέχνη που θα μπορούσε να συγκεράσει το ντόπιο με το ξένο, το προσωπικό με το οικουμενικό.

«Εδώ λόγου χάρη», λέει, τονίζοντας αργά τις λέξεις, σαν να τις γεύεται, δείχνοντας μου ένα τεράστιο έργο που κρέμεται αριστερά πίσω στον τοίχο, «είναι ‘Το γλέντι στην ακρογιαλιά’, ένα έργο ζωγραφισμένο το ’31, το οποίο όμως δεν το έχουμε, βρίσκεται σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Εχουμε όμως την ταπισερί που έγινε με την εποπτεία του Γκίκα από τον Φαϊτάκη. Αυτό που μας ενδιαφέρει δηλαδή είναι να δείξουμε τις διασταυρώσεις αυτού του κόσμου εντός και εκτός Ελλάδος. Και είναι συγκινητικό. Θα βρεις τον Γκίκα με τον Τόμπρο και τον Βάρναλη».

Το στήσιμο του μουσείου είναι ένα τιτάνειο έργο, όχι λόγο του πλήθους των ονομάτων, αλλά των έργων. Την επιλογή την κάνει μόνος του ο Δεληβοριάς. «Την κάνω εγώ. Αλλα έχω και πάρα πολλούς φίλους που μου συμπαραστέκονται και λένε, γιατί αυτός κι όχι αυτός. Γίνονται ομηρικοί, αλλά γόνιμοι κι αποδοτικοί καβγάδες. Είναι επίσης συγκινητική η ανταπόκριση όχι μόνο όσων σχετίζονται με αυτόν τον κόσμο, αλλά και όσων ακούν για το μουσείο».
Ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο. Μετά τον εγκάρδιο χαιρετισμό, αρχίζει να ζητάει συμπληρώματα: φωτογραφίες, χειρόγραφα, προσωπικά αντικείμενα… Κλείνει και συνεχίζει. Ο εκκωφαντικός θόρυβος ενός πριονιού καλύπτει τη φωνή του. «Τώρα δουλεύω με τον Κουν: Τι θα μπει, τι δεν θα μπει. Είναι αναρίθμητα πράγματα. Δεν μπορείς να φλομώσεις τον επισκέπτη σαν να είναι διδάκτωρ της θεατρολογίας. Πρέπει να επισημάνεις την αξία κάποιων απολύτως συγκεκριμένων πραγμάτων: πέντε-δέκα. Ούτε ένα παραπάνω. Ένα μουσείο δεν είναι εγκυκλοπαίδεια».

Ο 4ος κι ο 5ος περιμένουν, σχεδόν έτοιμοι, το κοινό που θα προσέλθει – καλώς εχόντων των πραγμάτων – στα τέλη του έτους. Στον 4ο βρίσκεται το σπίτι με την πρώην τραπεζαρία, το σαλόνι, το καθιστικό και το γραφείο (όλα με τα έπιπλα τους) και μια εντοιχισμένη βιβλιοθήκη. Σε μια μακρόστενη αίθουσα το φημισμένο τεράστιο τρίπτυχο έργο «Κηφισιά» δεσπόζει στον χώρο. Στο μικρό γραφείο, το έντονο βλέμμα του πορτρέτου του πατέρα, σε μαγνητίζει. Διαγωνίως απέναντι δυο γυναίκες ακόμα κουτσομπολεύουν. Επάνω στον 5ο το ατελιέ είναι ανέπαφο. Τα μπαστούνια του Γκίκα σε ένα καλάθι στην γωνιά, πλάι στην φορτωμένη βιβλιοθήκη, σου δίνουν την εντύπωση ότι μόλις βγήκε, και δεν θα αργήσει. Μόνο τα πινέλα, οι μπογιές και προσωπικά μικροαντικείμενα βρίσκονται πίσω από πλεξιγκλάς.
Απ’ το ταβάνι κρέμονται δυο πελώρια φώτα πάνω σε ράγες, τα οποία χρησιμοποιούσε όταν ζωγράφιζε τα βράδια. Την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε σπίτι καλλιτέχνη, ενισχύει η χειροποίητη τσιμεντένια βιβλιοθήκη και τα σκαλισμένα σχήματα που μεταμορφώνουν τους μπετονένιους τοίχους σε χειροτέχνημα. «Είναι σπάνιο. Ατελιέ ζωγράφου και μάλιστα τόσο πλούσιο, εκτός από του Τσαρούχη δεν υπάρχει στην Αθήνα», υπογραμμίζει μειλίχια η επιμελήτρια της πινακοθήκης, Ιωάννα Προβίδη.
Κατεβαίνοντας προς την έξοδο ξαναπερνάω επί τροχάδην από τις αίθουσες. Μια έκφραση του Πικιώνη μου έρχεται στο νου: «το καθολικό αισθητικό σχήμα μιας εποχής». Αυτό είναι το νέο μουσείο.

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2010

Για τη διαφήμιση και πάλι...


Κατάπληξη και τρόμο στις μεγάλες διαφημιστικές εταιρίες Γαλλίας και Γερμανίας προκαλούν σύμφωνα με την «Figaro» τα αποτελέσματα έρευνας σχετικά με τη χρησιμότητα της διαφήμισης (με κυρίαρχη την τηλεοπτική) που διεξήγαγε η εταιρία σφυγμομέτρησης Nielsen. Για πρώτη λοιπόν φορά η Παγκόσμια Ομοσπονδία Διαφημιζόμενων ανέθεσε στη Nielsen τη διεξαγωγή έρευνας σε 25.500 καταναλωτές από 50 χώρες, σχετικά με τη σημασία που αποδίδουν στο διαφημιστικό μήνυμα. Στη λατινική και στη βόρεια Αμερική, στη Μέση Ανατολή, στην Ασία και στην Ανατολική Ευρώπη το ποσοστό όσων αναγνωρίζουν την αξία και τη σημασία (κυρίως οικονομική) της διαφήμισης κυμαίνεται στο 60 με 70%. Ομως στη Δυτική Ευρώπη και κυρίως στη Γερμανία και στη Γαλλία, όπου ο ένας στους δύο πολίτες (πελάτες) αντιμετωπίζουν θετικά τη διαφήμιση, το ποσοστό εκείνων που ενοχλούνται από τον βομβαρδισμό διαφημιστικών μηνυμάτων αγγίζει το 37% και το 35% αντίστοιχα. Ποσοστό αρκούντως ικανό να προκαλέσει πανικό στις τάξεις των πολυεθνικών και των διαφημιστικών εταιριών. Ωστόσο μια λογική (ή άλλης λογικής, αντίθετη από την ανησυχητικά μονότροπη του κέρδους) αντιμετώπιση των αποτελεσμάτων θα έπρεπε να βυθίζει στον τρόμο και στην απελπισία τον όποιο εχέφρονα νου, για τους ακριβώς αντίθετους λόγους.
Διότι η εποχή (αν υπήρξε ποτέ τέτοια) που η διαφήμιση αρκείτο στο να υποδαυλίζει τον υγιή οικονομικό ανταγωνισμό συντελώντας στη μείωση των τιμών των προϊόντων, όπως έσπευσαν να δηλώσουν άμα τη δημοσίευση της έρευνας, τα στελέχη των διαφημιστικών, έχει παρέλθει προ πολλού. Διότι κι εδώ έγκειται το τερατώδες και εφιαλτικό της διαφήμισης, η ίδια και η αδάμαστη μηχανή του ακόρεστου κέδρους που την κινεί, αποτελεί κατ’ ουσίαν τον τελειότερο μηχανισμό μαζικής πλύσης εγκεφάλου ο οποίος διαμορφώνει έναν ενιαίο, ομογενοποιημένο, νεοβάρβαρο πολιτισμό της αέναης κατανάλωσης ως αυτοσκοπού. Το μεγάλο «παυσίλυπο» όπλο για την αντιμετώπιση της μοναξιάς και της κατάθλιψης του περιχαρακωμένου ανθρώπου, δημιούργημα της φαντασιώδους ατομικής αντίληψης ευτυχισμένου βίου που η ίδια εγκαθίδρυσε.

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2010

Ποίηση και διαφήμιση...


Δεν είναι η τηλεόραση αμοραλιστική. Η διαφήμιση – ως κατεξοχήν μηχανισμός ολοκληρωτικής προπαγάνδας – είναι εκείνη που στο όνομα της προώθησης συγκεκριμένου προϊόντος δεν ορρωδεί προ ουδενός. Κι επειδή η διαφήμιση μετατράπηκε από υπηρέτη σε δυνάστη της τηλεόρασης, την οποία χρησιμοποιεί ως μέσο για το ξέπλυμα εγκεφάλων και την παραγωγή ζεστού χρήματος, ό,τι βγαίνει στο γυαλί υφίσταται –συνήθως- ανεπανόρθωτη βλάβη: συρρικνώνεται και ομογενοποιείται ώστε να ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές που το διαφημιστικό μήνυμα έχει επιβάλει στην τηλεόραση. Το πιο πρόσφατο θύμα της διαφήμισης, είναι απ’ ότι φαίνεται, ούτε λίγο, ούτε πολύ, η ίδια η ποίηση. Σύμφωνα με άρθρο του «Guardian» όλο και περισσότερες εταιρίες αναζητούν στην «ποίηση» το νέο μέσο για την βέλτιστη διάθεση των προϊόντων τους. Αφορμώμενος από τη ρήση του ποιητή Ρόμπερτ Γκρέιβς πως «δεν υπάρχουν χρήματα στην ποίηση, αλλά ούτε ποίηση στο χρήμα», ο συντάκτης του άρθρου παρατηρεί ότι η ποίηση ήταν για αιώνες ταυτισμένη με τη ανέχεια, αλλά σήμερα, χάρη στη διαφήμιση, μπορεί να αποτελέσει πηγή κέρδους για τον σύγχρονο περιστασιακό τεχνίτη του λόγου. Πολύ χειρότερο, κι αφάνταστα πιο αποκαρδιωτικό και αξιολύπητο από το γεγονός ότι μέχρι και τα McDonald’s έβαλαν «ποίηση» (δηλαδή ηλίθια τραγουδάκια με ρίμα) στις διαφημίσεις τους, ποντάροντας στην «συναισθηματική της γοητεία», είναι η αντίληψη για την ύψιστη αυτή μορφή λόγου την οποία φαίνεται να ενστερνίζεται μέχρι και ο αρθρογράφος του αφυούς άρθρου. Η «ποίηση» ταυτίζεται με τη ομοιοκαταληξία στη χειρότερη εκδοχή της: τα παιδαριώδη ομοιοκατάληκτα τραγουδάκια. Ο δε «ποιητής» δεν είναι παρά ένας λεξιγνώστης, που απλώς έχει μπει στον κόπο να καταπιεί το λεξικό (στα αγγλογαλλικά υπάρχουν και λεξικά ομοιοκαταληξίας), ένας γοργογράφος λεξιπλόκος που ξεπετάει ένα ποιηματάκι στην καθισιά του. Η ποίηση, ένα περιστασιακό χόμπι για αργόσχολους, που ενδέχεται να αποφέρει εκτός από δόξα και χρήμα...
Δεν είναι η τηλεόραση αμοραλιστική είναι η διαφήμιση ένας δολοφονικός Μίδας.

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2010

Μικρά κοσμήματα της γραφής


Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου
«Ο θησαυρός των αηδονιών»
εκδ. Γαβριηλίδης, σελ. 107.


Σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ο Αλεξάντερ Σολζενίτσιν στρίμωχνε μικροσκοπικές λέξεις σε κάτι μικρά αυτοσχέδια τετράδια. Πρόθεσή του ήταν να επαναφέρει στη χρήση της ρωσικής γλώσσας εκφραστικότατες λέξεις που είχαν περιπέσει σε αχρηστία, δημιουργώντας ένα λεξικό 50.000 περίπου λημμάτων. Πανέμορφες λέξεις, οι οποίες θα μπορούσαν να υπηρετήσουν ένα κείμενο χωρίς να το καταποντίσουν. Σε μια εποχή που ο γραπτός λόγος δεν είναι παρά προφορικός ξαπλωμένος στο χαρτί, έχει παγιωθεί η εντύπωση ότι η προσφυγή σε παλαιότερες (για πολλούς παρωχημένες) δομές και η εξόρυξη λέξεων από τα βαθύτερα στρώματα της γλώσσας δημιουργεί είτε αναχρονιστικά (αδιάβαστα) κείμενα ή τέρατα. Η ανάλαφρη και απέριττη πρόζα του Ηλία Παπαδημητρακόπουλου έρχεται για μια ακόμη φορά να μας υπενθυμίσει όχι μόνο τον λεκτικό πλούτο και τις εκφραστικές δυνατότητες σύνολης της ελληνικής γλώσσας, αλλά καταδεικνύει το εύρος των δυνατοτήτων που αυτή παρέχει στα χέρια ενός πολύπειρου μάστορα της γραφής. Mας εξαναγκάζει επίσης να προσφύγουμε, ενίοτε και να χαθούμε σε ανεξερεύνητες περιοχές του λεξικού, να (ξανα)διαβάσουμε, δηλαδή, με τον πιο ουσιαστικό τρόπο λογοτεχνία. Τα δώδεκα μικρά διηγήματα της νέας συλλογής του συγγραφέα του κομψοτεχνήματος «Τόποι τέσσερις συν τρεις» (εκδ. Στιγμή) διαθέτουν ένα σφρίγος και μια αλαφράδα που θα ζήλευαν τα περισσότερα κάθιδρα από την αγωνία του «σύγχρονου» και του «πρωτοποριακού», λογοτεχνήματα. Ακολουθώντας την πρακτική όλων των προηγούμενων συλλογών από την «Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη» μέχρι τον «Οβολό» (Εκδ. Νεφέλη) ο Παπαδημητρακόπουλος πατάει στην αφήγηση προσωπικών εμπειριών ή ανυπόληπτων συμβάντων μέσω των οποίων ανάγεται στο οικουμενικό και πανανθρώπινο. Με δόλωμα τη ρέουσα αφηγηματική γλώσσα και το ακονισμένο ένστικτο του παραμυθά που μετατρέπει σε θελκτική ιστορία το παραμικρό ασήμαντο συμβάν, ο συγγραφέας άγει και φέρει τον αναγνώστη, σαν καρυδότσουφλο σε ορμητικό ποτάμι. Ενώ τρέχει στον ανοιχτό δρόμο αφηγούμενος π.χ. πώς κόλλησε ελονοσία στα μικράτα του και πώς κατέβηκαν οικογενειακώς στην Αθήνα «για αλλαγή αέρος» (Πλασμώδιο falciparum) σε πετάει απότομα σε μια αδιόρατη παρακαμπτήριο όπου εξιστορεί με δύο υπαινικτικές εικόνες τον θάνατο του ξαδέλφου του, Αγγελου στην κατοχή. Η ικανότητά του ακόμα και στη μικρότερη δυνατή φόρμα (όπου συναγωνίζεται το «Πίστωμα» του Θεοτόκη) να κορυφώσει την ένταση ή το συναίσθημα στις τελευταίες αράδες, είναι άξια μεγάλου θαυμασμού. Παρά όμως τη φαινομενική απλότητά της, η γραφή του Παπαδημητρακόπουλου είναι καρπός μεγάλου μόχθου. Γι’ αυτό και πλείστοι άλλοι που πασχίζουμε να βρούμε το ύφος μας ψαρεύοντας λέξεις από το άπατο γλωσσικό καζάνι, κολυμπάμε τόσο στα ρηχά.

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

H σύγχρονη ασθένεια του τηλεοπτικού ναρκισσισμού


Η πιο κοινή κατηγορία η οποία εκτοξεύεται κατά της τηλεόρασης είναι ηθικής τάξης και συνίσταται στο ότι κεντρίζει τα ταπεινότερα ανθρώπινα ένστικτα προς αύξηση της τηλεθέασης. Με την εμφάνιση των εκπομπών ριάλιτι έγινε ένα βήμα πιο πέρα (ή πιο κάτω) στην ίδια αποτρόπαιη κατεύθυνση.
Οι εκπομπές αυτές διαμορφώνουν οι ίδιες τα κριτήρια με τα οποία θα τις κρίνει ο τηλεθεατής. Κάθε νέο ριάλιτι διευρύνει (ή αμβλύνει) τα όρια ανοχής του τηλεθεατή. Εν ολίγοις το νέο υβριδικό είδος διαμορφώνει έναν νέο ανθρωπότυπο. Του τηλεθεατή και στην εξελιγμένη του μορφή, του παίκτη, των ριάλιτι. Συνεπώς από πολύ νωρίς το νέο αυτό τηλεοπτικό είδος τέθηκε με τους όρους ενός «στοιχήματος» μεταξύ των παραγωγών.
Ξεκίνησε λοιπόν ένας ανηλεής αγώνας δρόμου ο οποίος οριοθετείται από εκπομπές-σταθμούς που άλλαξαν την ίδια, αλλά και τον τρόπο που βλέπουμε τηλεόραση. Πρόκειται είτε για εκπομπές δοκιμασίας, όπου οι παίκτες καλούνται να φέρουν σε πέρας παράτολμες, επικίνδυνες, ενίοτε και απάνθρωπες «αποστολές», είτε για εκπομπές εγκλεισμού των παικτών (εν είδη πειραματόζωων) σε κάποιο «σπίτι» όπου ο τηλεθεατής παρακολουθεί πίσω από το γυαλί τις αλλόκοτες συμπεριφορές των φυλακισμένων. Ολα τα ριάλιτι αποτελούν διαφορετικές εκδοχές ή συγκερασμό των δυο αυτών (προ)τύπων.
Τα ριάλιτι προσαρμόζονται σε όλες τις (νέες) συνθήκες θυμίζοντας τις κατσαρίδες, οι οποίες θρυλείται πως θα είναι οι μόνες που θα επιβιώσουν σε περίπτωση πυρηνικού ολέθρου, ενώ ταυτόχρονα διασπείρονται παντού σαν τους ιούς. Εξ ου και τα εφήμερα ριάλιτι με χρηματιστές που ξεπήδησαν λίγο μετά την χρηματοπιστωτική κρίση του 2009. Δύο πρόσφατα δείγματα της «ευρηματικότητας» των παραγωγών προκαλούν κυριολεκτικά ανατριχίλα. Η πρώτη αφορά ένα ριάλιτι γνώσεων με παιδιά και ιλιγγιώδη χρηματικά ποσά.
Το «Our Little Genius» το οποίο έκανε πρεμιέρα στις 13 του μηνός στο Fox δίνει την «ευκαιρία» σε παιδιά ηλικίας 6 με 12 χρονών να θησαυρίσουν ενώ «τεστάρουν τις εγκυκλοπαιδικές τους γνώσεις». Το παιχνίδι είναι χωρισμένο σε 10 επίπεδα δυσκολίας που δύνανται να αποφέρουν από 1000 ως 500.000 δολάρια. Στόχος του παιχνιδιού, εκτός από τα κέρδη, είναι η ανάδειξη «παιδιών-θαύματα». Στο παιχνίδι συμμετέχουν, από απόσταση, και οι γονείς οι οποίοι αναλαμβάνουν το βάρος της κρίσιμης απόφασης: αν το τέκνο τους θα παραμείνει ή όχι μετά από κάθε σωστή ερώτηση στο παιχνίδι.
Αμερικανοί γιατροί έχουν ήδη αρχίσει να προβάλλουν ενστάσεις υπογραμμίζοντας τις βλαβερές συνέπειες που δύναται να έχει η άσκηση τεράστιας ψυχολογικής πίεσης σε ήδη βεβαρημένες ψυχολογικά περιπτώσεις παιδιών που δυσκολεύονται να αναλάβουν το φορτίο της μικρής ιδιοφυΐας. Οι παραγωγοί «ψαρεύουν» αναφυόμενες ιδιοφυΐες από τα σχολεία.
Το δεύτερο ακόμα πιο δαιμονικά μακιαβελικό ριάλιτι είναι το «Celebrity Rehab with Dr. Drew», όπου ποικίλες «διασημότητες» υποβάλλονται σε θεραπεία για τον εθισμό τους στην «διασημότητα». Η πρώτη αυτή εκδοχή έκανε πρεμιέρα το 2008 με ένα καστ που περιελάμβανε εκτροχιασμένους ηθοποιούς, πορνοστάρ, επαγγελματίες πυγμάχους και (τι άλλο;) παίκτες ριάλιτι!
Απότοκος της άμεσης επιτυχίας του ριάλιτι ήταν οι δύο εκδοχές του «Sober House» και «Sex Rehab with Dr. Drew» τα οποία θεράπευαν τον εθισμό στο αλκοόλ και στο σεξ αντίστοιχα. Ο δρ. Ντρού Πίνσκι, ουσιαστικά ο κεντρικός πρωταγωνιστής του ριάλιτι, κατέγραψε τα συμπεράσματά του στο βιβλίο: «Το φαινόμενο του καθρέφτη: Πώς ο ναρκισσισμός των διασήμων γοητεύει την Αμερική».
Σύμφωνα με τον ψυχίατρο-πρωταγωνιστή ριάλιτι η εμμονή με τη δόξα αποτελεί εν δυνάμει απειλή κατά της δημόσιας υγείας. Κι αυτό διότι οι διασημότητες εμφανίζουν 17% μεγαλύτερο ναρκισσισμό σε σχέση με τον «μέσο» άνθρωπο. Τον μεγαλύτερο δε «υπερναρκισσισμό» εμφανίζουν οι παίκτες ριάλιτι.
Το οξύμωρο του εγχειρήματος του δρ. Πίνσκι, ο οποίος δηλώνει ότι «αισθάνεται πως κατά βάθος ο ασθενής είναι η ίδια η σύγχρονη αμερικανική κουλτούρα», είναι πως διατείνεται ότι θεραπεύει την εμμονή με την τηλεοπτική φήμη (media addiction) χρησιμοποιώντας το ίδιο το μέσο που προκαλεί την «ασθένεια». Με άλλα λόγια, τα ριάλιτι αφομοιώνουν ακόμα και την αρρώστια που προκαλούν...

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

Η μανιοκατανάλωση (από το μανιοκατάθλιψη)


Για το 2009, ο συνήθης τελικός απολογισμός δεν αφορούσε μόνο τη χρονιά, αλλά και τη δεκαετία που παρήλθε. Το σημείο σύγκλισης πλείστων αρθρογράφων ξένων εφημερίδων είναι πως το γεγονός που σφράγισε αμετάκλητα, τόσο την ίδια, όσο και τον τρόπο που βλέπουμε τηλεόραση είναι ο θρίαμβος των ριάλιτι. Η δε εξάπλωση του νέου υβριδικού αυτού και πρωτεϊκού είδους (με την έννοια των αποτρόπαιων τεράτων των θρίλερ επιστημονικής φαντασίας) δεν άφησε αμόλυντο κανένα από τα παραδοσιακά τηλεοπτικά προγράμματα.
Το ριάλιτι είναι ότι είναι το κατεξοχήν είδος των άκρων. Κάθε νέο ριάλιτι μεταθέτει λίγο πιο πέρα το όριο του κοινωνικά αποδεκτού. Πιο πρόσφατο ακραίο επίτευγμα –ιδιαιτέρως επίκαιρο τις «γιορτινές» μέρες της καταναλωτικής έξαρσης- είναι το ριάλιτι του καλωδιακού ομίλου «A&E», «Ηοarders» («Συσσωρευτές»).
Κατ΄αρχάς, σε αντίθεση με την έως τώρα πρακτική, το «Ηοarders» ανακοινώνει σε κάθε επεισόδιο πως η ιδεοληπτική συσσώρευση συνιστά ψυχική διαταραχή. Ομολογεί πως οι συμμετέχοντες είναι ψυχικά διαταραγμένα άτομα. Η εκπομπή που σημείωσε ρεκόρ τηλεθέασης σε καλωδιακό δίκτυο (3.2 εκ. τηλεθεατές) παρουσιάζει περιπτώσεις ανθρώπων που κατέστρεψαν τη ζωή τους εξαιτίας της αδυναμίας τους να ελέγξουν την μανία της συσσώρευσης αγαθών.
Δεν πρόκειται απλώς για οξυμένη μορφή καταναλωτισμού, αλλά και για αδυναμία να αποχωριστούν το παραμικρό αντικείμενο. Μια 48χρονη καλοντυμένη μητέρα κλαίει στο αδιαχώρητο από τις στοίβες ρούχων και πραγμάτων δωμάτιο της κόρης της για την απώλεια της κηδεμονίας του παιδιού της καθώς η υπερπληθώρα των αγαθών έχουν καταστήσει το τεράστιο σπίτι της πρακτικά ακατοίκητο. Ο δε παραγωγός της εκπομπής διατείνεται ότι «η γραμμή που διαχωρίζει αυτές τις νοσηρές περιπτώσεις από τον υπόλοιπο πληθυσμό είναι εξαιρετικά λεπτή».
Πίσω όμως από τον (ομολογουμένως αποτελεσματικό) καταγγελτικά παιδευτικό χαρακτήρα του εγχειρήματος κρύβεται η δημοφιλής συνταγή αύξησης τηλεθέασης των ριάλιτι: το αίσθημα αυτάρκειας, ανωτερότητας και ικανοποίησης που προσφέρει στον τηλεθεατή ο δημόσιος εξευτελισμός εμφανώς μειονεκτικών ατόμων.

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010

Ενας δυνητικός εαυτός μας


Εκδίδοντας τα πέντε μυθιστορήματα της Πατρίσια Χάισμιθ με ήρωα τον Τομ Ρίπλεϊ, σχεδόν με αντίστροφη χρονολογική σειρά από εκείνη της συγγραφής τους – ξεκινώντας το 2000 με το «Ο Ρίπλεί σε βαθιά νερά» που γράφτηκε το 1991 και προσφέροντάς μας σήμερα το «Ο Ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ» του 1955 – οι εκδόσεις Αγρα ενέτειναν ακόμα περισσότερο την «αγωνία» που προξενούν τα έργα της μεγαλύτερης κυρίας μετά την Αγκάθα Κρίστι, προσφέροντας μεγαλύτερη απόλαυση στους αναγνώστες.
Γιατί το ιδρυτικό μυθιστόρημα της σειράς είναι το κρίσιμο κομμάτι του παζλ, το οποίο αποκαλύπτει το αινιγματικό πρόσωπο του πλέον αξιαγάπητου δολοφόνου της λογοτεχνίας, σε όλο του το μεγαλείο. «Ο ταλαντούχος κ. Ρ.» δεν συμπληρώνει απλώς ένα πορτρέτο. Παρουσιάζει την εξέλιξη και διαμόρφωση του Ρίπλεϊ, από έναν ψοφοδεές, μα εξαιρετικά προικισμένο αλλά και ασυνάρτητο πλάσμα, -πληγωμένο αποπαίδι της μαζικής καταναλωτικής κοινωνίας- που επιβίωνε διαπράττοντας μικροαπάτες, στον καλλιεργημένο εστέτ και αμείλικτο ιδιοφυή δολοφόνο που γνωρίσαμε από τα υπόλοιπα μυθιστορήματα της σειράς.

Από αυτά προέκυπτε κατ’ αρχάς ότι η Χάισμιθ ανατρέποντας τα δεδομένα ενός είδους και παρουσιάζοντάς ως ήρωα τον δολοφόνο με τον οποίο | ταυτίζεται ο αναγνώστης, αποτελεί τομή στην ιστορία της αστυνομικής και της λογοτεχνίας εν γένει.

Στο «Ο Ρίπλεϊ σε βαθιά νερά» ο Ρίπλεϊ προκαλεί το θανάσιμο ατύχημα του ζεύγους Πρίτσαρντ, που έχωνε αδιάκριτα τη μύτη του στο σκοτεινό παρελθόν του απειλώντας να αποκαλύψει την δολοφονία του συλλέκτη έργων τέχνης Τόμας Μέρτσισον που είχε διαπράξει στο «Ο Ρίπλεϊ κάτω από το χώμα» (1970, Αγρα 2006). Ο Μέτσισον απειλούσε να ξεσκεπάσει το εμπόριο πλαστών πινάκων του νεκρού ζωγράφου Ντέργουατ το οποίο είχε οργανώσει ο Ρίπλεϊ. Στα δύο αυτά μυθιστορήματα αποτελούν δυο αλληλένδετες εκδοχές του ίδιου φαύλου κύκλου στον οποίο έχει εγκλωβιστεί ο ήρωάς μας. Εχοντας εξασφαλίσει τον άνετο, όλβιο βίο που ονειρευόταν ο Ρίπλεϊ είναι αναγκασμένος να εξαφανίζει όσους απειλούν ηθελημένα ή αθέλητα να καταστρέψουν τη στρωμένη ευυπόληπτη ζωή του. Εξ ου και εξωθεί και τον καταθλιπτικό ζωγράφο Μπέρνανρτ Ταφτς στην αυτοκτονία προκειμένου να παρουσιάσει τη σορό του ως το πτώμα του Ντέργουατ και να σβήσει τα δικά του ίχνη. Ολοι όσοι σκοτώνει έχουν κάτι από τον ίδιο, αλλά δεν έχουν την διεστραμμένη δύναμη να γίνουν σαν κι αυτόν. «Αλλά πόσοι υπήρχαν στον κόσμο σαν κι αυτόν, με κυνισμό απέναντι στη δικαιοσύνη και στην αλήθεια», σχολιάζει η Χάισμιθ. Ο Μέτσισον είχε την δική του οξυμένη παρατηρητικότητα και διαίσθηση, ενώ ο Ταφτς κατάφερε να υποδυθεί πλήρως κάποιον άλλο, αντιγράφοντας και εξελίσσοντας το έργο του Ντέργουατ. Δεν άντεξε όμως αυτή τη σχιζοφρένεια. «Ποτέ μου δεν ήμουν ο Ντέργουατ. Είμαι όμως τώρα ο Μπέραρντ Ταφτς;», αναρωτιέται πριν την αυτοκτονία.

Στα δύο επόμενα μυθιστορήματα που κυκλοφόρησαν το 2008 «Το παιχνίδι του Ρίπλεϊ» (1974) και «Το αγόρι που ακολουθούσε τον Ρίπλεϊ» (1980) ο Ρίπλεϊ επιβεβαιώνει και εντείνει την εικόνα που είχαμε αποκομίσει από τα προηγούμενα, ότι δηλαδή για κείνον τα πάντα είναι ένα παιχνίδι και μια διασκεδαστική στην αγωνία της επανάληψη. Στο όνομά του (Ripley) περιέχεται παρηχητικά και η έμφυτη έννοια του παιχνιδιού (play) και της επανάληψης (replay). Κατ’ ουσίαν ο Ρίπλεϊ είναι αναγκασμένος να επαναλαμβάνει αενάως τον πρώτο ιδρυτικό της προσωπικότητάς του φόνο για να συντηρηθεί στη ζωή. «Απεχθανόταν τον φόνο αν δεν ήταν απολύτως απαραίτητος».
Στο «Παιχνίδι» πείθει και βοηθάει έναν τυπικό οικογενειάρχη, τον Τζόναθάν Τρεβάννυ, που αργοπεθαίνει χτυπημένος από λευχαιμία να σκοτώσει δυο μαφιόζους προκειμένου να εισπράξει ένα μεγάλο ποσό το οποίο θα εξασφαλίσει την οικογένειά του. Ο δολοφόνος παίζει μετατρέποντας τους άλλους σε δολοφόνους. Ωστόσο ο Τρεβάννυ, αν και σκοτώνει δεν γίνεται Ρίπλεί. Δεν μπορεί να αντέξει τον φόνο. Αντιθέτως φθάνει με μια κίνησή στους αντίποδές του, καθώς θυσιάζεται στο τέλος για κείνον.

Στο «αγόρι» πάμε ένα βήμα πιο πέρα. Ο Ρίπλεϊ συναντάει έναν νεαρό Αμερικανό τον Φρανκ Πίρσον, που είναι μια μικρογραφία του εαυτού του. Το έχει σκάσει από τις ΗΠΑ αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, έχοντας προηγουμένως σκοτώσει τον πιεστικό του πατέρα. Ο Πίρσον μοιάζει σε πολλά τόσο με τον Ρίπλεϊ, όσο και με τον Γκρίνλιφ, τον πρώτο άνθρωπο με τον οποίο ταυτίστηκε ο Ρίπλεί πριν του κλέψει την ζωή και την ταυτότητά του. Εδώ ο Ρίπλεϊ βοηθάει, μυώντας τον στα μυστικά της προσωπικότητάς του, τον Πίρσον να γίνει σαν κι αυτόν. Κατασκευάζει έναν επίγονο.
Το βαθύτερο όμως από τα μυθιστορήματα του Ρίπλεϊ είναι το πρώτο. Σε αυτό, νομίζω οφείλεται το σχόλιο του Ράσελ Χάρισον, το οποίο αναφέρει στο βιβλίο του «Τα πολλά πρόσωπα του αστυνομικού μυθιστορήματος» ο μεταφραστής της Χάισμιθ και συγγραφέας νουάρ αστυνομικών, Ανδρέας Αποστολίδης, περί της επιρροής του υπαρξισμού στο έργο της Χάισμιθ.
Από αυτό τουλάχιστον το βιβλίο προκύπτει ξεκάθαρα ότι η Χάισμιθ δεν είναι απλώς συγγραφέας αστυνομικών– μόνο ίσως στο μέτρο που ο συγγραφέας του «Εγκλημα και τιμωρία» ανήκει στο ίδιο μετερίζι –αλλά σπουδαία λογοτέχνης. Η ίδια η Αμερικανίδα συγγραφέας υποστηρίζει στη βιογραφία του Αντριου Γουίλσον «Patricia Highsmith. Ζωή στο σκοτάδι» (Νεφέλη) πως αυτό που πέτυχε σε αυτό το βιβλίο είναι να δείξει «τον κατηγορηματικό θρίαμβο του κακού επί του καλού».
Νόμιζω όμως ότι σκιαγραφεί με τον δικό της (ακούσιο ίσως) τρόπο το πορτρέτο του σύγχρονου ανθρώπου, υπενθυμίζοντάς μας, το μεγάλο μάθημα που προέκυψε τον 20ο αιώνα από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και το Ολοκάυτωμα: το τέλος του Ουμανισμού. Ο Ρίπλεϊ μας υπενθυμίζει πως το φρικώδες παράδειγμα του αξιωματικού των SS που δακρύζει ακούγοντας, όπως λέει μεταξύ άλλων ο Τζορτζ Στάινερ, Μπραμς και στη συνέχεια αποτεφρώνει εκατοντάδες Εβραίους, δεν είναι μια εξαίρεση ή μια εξωκοσμική εκδοχή του κακού. Τόσο ο Χίτλερ, όσο και ο Ρίπλει είναι ο καθένας με τον τρόπο του γεννήματα του ίδιου πολιτισμού, της ίδιας περίπου εποχής.
Ο Ρίπλεϊ είναι το ακραίο παράδειγμα του καταναλωτικού, υλιστικού, κυνικού, μηδενιστικού εαυτού μας. Το μεγάλο εύρημα της Χάισμιθ, το οποίο καθιστά τόσο συμπαθητικά ελκυστικό τον Ρίπλεϊ είναι ότι αναγνωρίζουμε στο πρόσωπό του τις δικές μας κρυφές επιθυμίες για την κατάκτηση του μέγιστου δυνατού επιπέδου καταναλωτικής ευχέρειας. Ο Ρίπλεϊ επιθυμεί να ζήσει πολύ πάνω από τις οικονομικές του δυνατότητες, ενώ συγχρόνως δεν ανέχεται να βρεθεί χρεωμένος και δέσμιος μιας πιστωτικής κάρτας ή ενός δανείου όπως χιλιάδες σύγχρονοί μας.
Στον «Ταλαντούχο» παρακολουθούμε την εξωτερίκευση της συσσωρευμένης καταναλωτικής επιθυμίας (η πυρηνική ενέργεια που κινεί την οικονομία της αγοράς, την καρδιά του σύγχρονου πολιτισμού) η οποία ισοπεδώνει τα πάντα και τους πάντες στην εκδίπλωση της. Την έκρηξη εν είδη πυρηνικής βόμβας από τη διάσπαση του «εγώ» ενός ατόμου της μαζικής καταναλωτικής κοινωνίας. Τη διάσπαση του πραγματικού (ο κανένας) και του δυνητικού (πετυχημένου) εαυτού. «Πάντα πίστευε πως είχε το πιο βαρετό πρόσωπο του κόσμου, που το ξεχνούσε κανείς αμέσως. […] Το πρόσωπο ενός αληθινού κομφορμιστή».
Είναι ο καθένας. Κάποιος που έχει όμως τις ικανότητες να είναι οι πάντες. Ο καθένας που φτάνει να γίνει ο κανένας. «Μπορώ να πλαστογραφήσω μια υπογραφή, να οδηγήσω ελικόπτερο, να παίξω ζάρια, να προσποιηθώ τον οποιονδήποτε», αναφέρει στον Ντίκυ λίγο πριν γίνει εκείνος. Η τεράστια ικανότητά που του επιτρέπει να μεταμφιέζεται πλήρως υποκαθιστώντας κάποιον άλλο, έγκειται στο γεγονός ότι η μεταμφίεσή του δεν αφορά στην εμφάνιση, αλλά είναι ψυχική. Σε τέτοιο δε βαθμό που χρειάζεται να εξασκείται «κάθε τόσο επανερχόμενος στον δικό του χαρακτήρα, γιατί ήταν παράξενα εύκολο να ξεχάσει την ακριβή χροιά της φωνής του».
Ο πρώτος φόνος είναι συνάμα και ο φόνος του παλιού του εαυτού. «Αυτή ήταν η πραγματική εκμηδένιση του παρελθόντος και του εαυτού του, του Τομ Ρίπλεϊ […] και η αναγέννηση ενός εντελώς καινούργιου ανθρώπου». Ο καινούργιος όμως άνθρωπος υπάρχει μόνο ως αέναη ικανοποίηση της καταναλωτικής του επιθυμίας: «Του άρεσε να έχει ορισμένα πράγματα, όχι ποσότητες, αλλά λίγα, επιλεγμένα που δεν θα τα αποχωριζόταν. […] Η κατοχή τους του υπενθύμιζε ότι υπήρχε». Η διασφάλιση αυτού του τρόπου ζωής απαιτεί θυσίες.
Στη σημερινή όμως κοινωνία η θυσία είναι πάντα θυσία του άλλου. Ο Ρίπλεϊ ενεργεί σαν ζώο που σκοτώνει ότι απειλεί την επιβίωσή του. Σε έναν αποϊεροποιημένο κόσμο, όπου η ζωή ταυτίζεται με την υλική της υπόσταση, δηλαδή με την νομή του (μόνου ιερού) χρήματος, η συντήρηση της ευμάρειας είναι συνώνυμο της επιβίωσης. Κάθε άλλη ζωή δεν είναι ζωή. Το τίμημα όμως αυτής της ζωής είναι η ίδια η ζωή.