Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009

Είδαμε: «Η Τάξη» του Ζαν-Ντανιέλ Πολέ.
ΕΤ1, Παρασκευή 27/11, 00.00


Γροθιά στο στομάχι ήταν το δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ που παρουσίασε στις 27/11 η «Κινηματογραφική λέσχη» στο πλαίσιο αφιερώματος στον άγνωστο Γάλλο σκηνοθέτη Ζαν Ντανιέλ Πολέ. Οι πρώτες εικόνες της μικρού μήκους ταινίας ήταν, όπως τόνισε κι ο έγκριτος κριτικός Γιάννης Μπακογιαννόπουλος, «πραγματικά αφόρητες». Ενας φρικτά παραμορφωμένος, κυριολεκτικά φαγωμένος από τη λέπρα πρώην (κατ’ ανάγκη) έποικος της Σπιναλόγκα, ο Ρεμουντάκης μιλάει αποσπασματικά στην κάμερα με τη σπηλαιώδη, γδαρμένη του φωνή, ενώ ενδιάμεσα ο φακός σεργιανίζει στο εγκαταλελειμμένο νησάκι. Τα συνταρακτικά λόγια του πρώην λεπρού μεταμορφώνουν αυτό το αποκρουστικό πλάσμα σε ανθρώπινο ον, αποκαλύπτοντας την απροσμέτρητη δύναμη του λόγου. Στην εποχή που ο άνθρωπος ταυτίζεται με τη δισδιάστατη, χάρτινη ή ηλεκτρονική, εικόνα του, η μαρτυρία του Ρεμουντάκη μας υπενθυμίζει ότι ο άνθρωπος δεν ορίζεται από την εικόνα, αλλά απ΄την ανθρωπιά του. Η κατάμουτρη γροθιά που μας επιφυλάσσει ο Πολέ δεν προέρχεται από την εικόνα, αλλά από την Αλήθεια που περικλείει η εικόνα σε συνδυασμό με τον λόγο. Το φρικιαστικότερο θέαμα που δεν αποτυπώνει καμία εικόνα, αλλά εικονοποιεί ο αμείλικτος λόγος των λεπρών, δεν είναι άλλο από εκείνο του ανάλγητου εαυτού μας. Ολων υμών των φαινομενικά υγιών που εξοστρακίζουμε εκτός κοινωνίας ό,τι δεν μας μοιάζει και – το χειρότερο – αρνούμαστε να δεχθούμε πίσω ακόμα κι όταν έχει ξεπεράσει την αρρώστια. Γροθιά ήταν τα λόγια του μισερού αυτού ανθρώπου, ο οποίος εξέφραζε απύθμενη οδύνη και απέχθεια για την δική μας κατάντια. Την απανθρωπία μας

Η σύγχρονη Ελλάδα μέσα από τα μάτια ενός γερού διηγηματογράφου



Γιώργου Σκαμπαρδώνη
Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος
Εκδ. Ελληνικά Γράμματα
Σελ. 286.


Η νέα συλλογή διηγημάτων του Γιώργου Σκαμπαρδώνη αποτελεί μια κορύφωση εφάμιλλη των πρώτων εντυπωσιακών συλλογών των αρχών του ‘90. Ο Σκαμπαρδώνης δεν δοκιμάζεται στο διήγημα, αλλά μάλλον δοκιμάζει τις σημερινές δυνατότητες του κλασικού αυτού είδους. Η μεγαλύτερη ίσως πρόκληση, ιδίως όταν κανείς συνθέτει μια πολυσέλιδη συλλογή όπως αυτή, είναι η εξασφάλιση της ποιοτικής ισορροπίας των διηγημάτων. Εδώ, η σταθερά υψηλή ποιότητα ξεπερνιέται από ορισμένα διηγήματα όπως «Ο οδοκαθαριστής , 5.30 το πρωί», «Ο τάφος του στρατηγού» ή το ατμοσφαιρικό «ο γουλιανός κοντά στην ακτή» όλα τους κατορθώματα μεγάλης μαεστρίας. Ο Σκαμπαρδώνης γνωρίζει καλά την τέχνη του διηγήματος: διαθέτει αναγνωρίσιμο προσωπικό, ντόμπρο λογοτεχνικό ύφος, σύγχρονη αφηγηματική γλώσσα η οποία έχει αφομοιώσει στοιχεία ντοπιολαλιάς, τρέχουσες εκφράσεις της προφορικής αλλά και λόγιας γλώσσας τα οποία συνυπάρχουν αρμονικά. Διαθέτει δυσεύρετο σήμερα χιούμορ, ζηλευτή φαντασία, ρεαλιστική σκληρότητα, ενώ κατέχει και το παιχνίδι των ανατροπών, που καθιστά αλησμόνητες πολλές χαρακτηριστικές σκηνές των διηγημάτων. Αν και τα περισσότερα, με ελάχιστες εξαιρέσεις εξελίσσονται στη Βόρεια Ελλάδα, εντούτοις υπερβαίνουν τον δυσπέλαστο σκόπελο του αμετάβατου τοπικού αισθήματος, της παρωχημένης ηθογραφίας, αποτυπώνοντας καίριες πλευρές της ιδιοσυγκρασίας του σύγχρονου Νεοέλληνα. Η καλύτερη ενδεχομένως εκδοχή σύγχρονου νεοελληνικού οδηγήματος: η σκιαγράφηση του ταπεραμέντου μιας κοινωνίας και της νοοτροπίας μιας εποχής.

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2009

Γράμματα Σεφέρη - Κατσίμπαλη



Γιώργος Κατσίμπαλης & Γιώργος Σεφέρης
«Αγαπητέ μου Γιώργο»
Αλληλογραφία (1924-1970)
2 Τόμοι, σελ. 399 και 534 αντίστοιχα
Εκδ. Ικαρος



Κάθε έκδοση των καταλοίπων του Σεφέρη αποτελεί σημαντικό εκδοτικό γεγονός. Η κυκλοφορία όμως της αλληλογραφίας με τον Κατσίμπαλη αποτελεί γεγονός κεφαλαιώδους σημασίας. Κατ’ αρχάς διότι φωτίζει, χαρτογραφώντας την πνευματική τους σχέση και εξέλιξη, τις δύο πιο σημαίνουσες, ίσως, φυσιογνωμίες της γενιάς του’ 30. Ο Σεφέρης ήταν η πιο σημαίνουσα λογοτεχνική και πολιτική μορφή (αρκεί να θυμηθούμε την περίφημη «Δήλωση»). Ο Κατσίμπαλης η κινητήρια δύναμη αυτής της ομάδας, ο άνθρωπος που κανοναρχούσε με τη μαγκούρα του, σαν διευθυντής ορχήστρας, τους επιφανέστερους λογοτέχνες της εποχής, όπως τον Γκάτσο, τον Ελύτη ή τον Θεοτοκά, Κεφαλαιώδους κατ’ επέκταση σημασίας διότι οι υπόλοιπες σεφερικές αλληλογραφίες, συμπεριλαμβανομένων και όσων μένει να εκδοθούν (με τους Σαββίδη, Λουίζο, Sherrard κ.α.) απλώς συμπληρώνουν, σαν περιστρεφόμενοι δορυφόροι, το ψηφιδωτό των προσωπικοτήτων που συνθέτουν τη λογοτεχνική γενιά σταθμό της πρόσφατης ιστορίας μας.
H μεγαλύτερη από κάθε άλλη αλληλογραφία, τόσο σε όγκο και στο χρονικό διάστημα που καλύπτει, (452 επιστολές από το 1924 ως το 1970) φανερώνει επιπλέον, τον τρόπο της στενής συνεργασίας των δυο ανδρών, οι οποίοι κατηγορήθηκαν, ακριβώς για αυτό, ότι δρούσαν ως «κλίκα».
Φανερώνει δηλαδή τον τρόπο που ο «Κολοσσός του Μαρουσιού» πίεζε αφενός τον Σεφέρη (αν και όχι πάντοτε προς τη σωστή κατεύθυνση, με τα μέτρα της ποιητικής κλίσης του ποιητή,) να στρωθεί στη δουλειά για να γράψει ποιήματα, δοκίμια και διαλέξεις. Και αφετέρου τον τρόπο με τον οποίο συντόνιζε ένα πλήθος ανθρώπων (Ελλήνων και ξένων) στρατολογημένων με γνώμονα το προσωπικό αισθητήριο του Κατσίμπαλη, προκειμένου να στηρίξουν και να προωθήσουν το έργο των λογοτεχνών, που θεωρούσε ότι γονιμοποιούν τα ελληνικά γράμματα. Ένα πλήθος ανθρώπων τους οποίους επίσης πίεζε να συγγράψουν κριτικά δοκίμια και βιβλία, να εκπονήσουν μεταφράσεις, να συνθέσουν ελληνικές και ξενόγλωσσες ανθολογίες για την προώθηση της ελληνικής λογοτεχνίας.
Κοινή ραχοκοκαλιά, τόσο της βαθιάς αδελφικής φιλίας, όσο και της αλληλογραφίας είναι η άπλετη και άδολη αγάπη των δύο ανδρών για τα γράμματα και τον τόπο. Αυτοί οι δυο καημοί σε όλες σχεδόν τις επιστολές των 43 χρόνων της επιστολογραφίας τους.
Ο Κατσίμπαλής είναι ένας ατόφιος, ντόμπρος, συχνά αμετροεπής άνθρωπος που δεν φοβάται να εκφράσει ανοιχτά κι εις επήκοον όλων τη γνώμη του (ακόμα κι όταν καθυβρίζει με δικές του απαράμιλλα πλασμένες λέξεις τους αντίπαλους του), αδικώντας ενίοτε ορισμένους πνευματικούς ανθρώπους στις κρίσεις του.
Εντούτοις θυσιάζεται για όσα και όσους πιστεύει. «Είμαι εκείνος που είμαι, χωρίς να μπορώ να γίνω καλύτερος – αλίμονο! ούτε και χειρότερος, κι η μόνη μου χαρά είναι να δίνω […] μια έμπρακτη απόδειξη στους φίλους μου και μάλιστα σε ξεχωριστούς φίλους σαν κι εσένα: φίλους της καρδιάς και φίλους του νου», σημειώνει σε γράμμα του στις 20. 10. 1931.
Παραμερίζοντας τις λογοτεχνικές του φιλοδοξίες αναλώθηκε στην στήριξη των ποιητών που ξεχώριζε. Δεν είναι λίγες οι επιστολές που πασχίζουν να στυλώσουν στα πόδια του έναν αποκαρδιωμένο ή κουρασμένο από τη διπλή του ιδιότητά, Σεφέρη. Εξ ου και εκείνος φτάνει κάποια στιγμή να του απαντήσει, προσδιορίζοντας επακριβώς τον ρόλο που διαδραμάτισε ο κατά Σεφέρη «εθνικός βιβλιογράφος» στη ζωή του: «Σ’ αγαπώ γιατί είσαι αυστηρός. Αλλά μου είσαι ανυπόφορος όταν μοιάζεις με τη φωνή της συνείδησής μου».
Ανακαλύπτει τον Καραντώνη, τον Σαββίδη, τον Καρούζο. Παλεύει να πείσει τη σουηδική επιτροπή να απονείμει το Νόμπελ στον Παλαμά.
Εν ολίγοις, όπως υπογραμμίζει κι ο επιμελητής Δ. Δασκαλόπουλος στην εισαγωγή του, ο Κατσίμπαλης επιτελούσε έργο που καλούνται να φέρουν σήμερα σε πέρας πολυπληθείς πνευματικοί οργανισμοί και ιδρύματα. Η αλληλογραφία Σεφέρη-Κατσίμπαλη είναι τόσο απολαυστική, που διαβάζεται σαν καλογραμμένο μυθιστόρημα. Διασώζει στα φυλλοκάρδια της, τις λησμονημένες σήμερα αξίες της ειλικρίνειας, της πίστης και –κυρίως – της ανθρωπιάς. Απορία προκαλεί η έκδοση της σε μονοτονικό (το πρώτο μονοτονισμένο έργο του σεφερικού corpus).