Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

Συνέντευξη του Δημήτρη Μαρωνίτη για τη μετάφραση της Ιλιάδας


Η κυκλοφορία μιας νέας μετάφρασης της Ιλιάδας από έναν έγκριτο πανεπιστημιακό φιλόλογο αποτελεί οπωσδήποτε σημαντική είδηση. Μετά από πενταετή κρημνοβασία στην κόψη του ελληνικού λόγου (ενώ για τη μετάφραση της Οδύσσειας χρειάστηκε συνολικά δέκα χρόνια) ο ομότιμος καθηγητής κλασικής φιλολογίας του Αριστοτελείου πανεπιστημίου Δημήτρης Μαρωνίτης ολοκλήρωσε τη μετάφραση των δώδεκα πρώτων ραψωδιών του Ομηρικού έπους (Α – Μ), η οποία κυκλοφορεί σε έναν περίτεχνο τόμο από τις εκδόσεις Αγρα. Ο κ. Μαρωνίτης χαρακτήρισε την Ιλιάδα έπος παραβατικό και εν πολλοίς νεωτερικό, σε αντίθεση με την Οδύσσεια η οποία είναι ένα έπος δελεαστικό, πιο θελκτικό, καθότι ότι στηρίζεται κατά βάση στις αφηγηματικές αρετές, ενώ έδωσε στο στίγμα (τους όρους του στοιχήματος) της δικής του μεταφραστικής απόπειρας. Ανέφερε επίσης ότι βρίσκεται στη μέση της μετάφρασης της ραψωδίας και ότι, όπως υπολογίζει, ο δεύτερος τόμος θα αναρτηθεί στις προθήκες των βιβλιοπωλείων σε περίπου ενάμιση χρόνο.

Δ.Μ. Το πρώτο πράγμα που θα ήθελα κατ’ αρχήν να υπογραμμίσω είναι η σχέση Τρωικού και Ιλιαδικού πολέμου. Είναι δύο πράγματα διαφορετικά. Ο τρωικός πόλεμος, όσο τουλάχιστον μπορούμε να τον υποπτευθούμε από μεταγενέστερα έπη αφορά περισσότερο στην επική παράδοση ενώ η Ιλιάδα και ο ιλιαδικός πόλεμος έχει στοιχεία που θα μπορούσαμε να τα ονομάσουμε νεωτερικά. Ο Τρωικός πόλεμος και αυτά τα κύκλια έπη έχουν μια οριζόντια διάταξη, ενώ ο ιλιαδικός πόλεμος είναι ουσιαστικά μια κάθετη τομή· αν εκεί τα επεισόδια αραιώνονται, εδώ αφάνταστα συμπυκνώνονται, φτάνει να σκεφτεί κανείς ότι όλη η Ιλιάδα εξαντλείται σε τέσσερις μάχιμες ημέρες.
Εντούτοις, αυτό που γίνεται στην Ιλιάδα δεν είναι ένας ηρωολατρικός περιορισμός στο μεγαλείο ή στον ηρωισμό του πολέμου. Το έπος συντίθεται με τη συμβολή και τη σύγκρουση δύο μεγαθεμάτων, που λέω εγώ, του πολέμου αφενός και της ομιλίας αφ’ εταίρου. Η ομιλία είναι η επαφή και η επικοινωνία είτε σε εταιρική μορφή, είτε σε συζυγική μορφή, είτε κάποτε σε παρασυζυγική μορφή. Και αυτό που δείχνει η Ιλιάδα είναι τι προκύπτει από τη συμβολή των δύο αυτών μεγαθεμάτων. Ο πόλεμος φαίνεται να εξαρθρώνει, να καταστρέφει, να ακυρώνει τις ομιλιτικές σχέσεις, να επιβάλλεται απάνω σ’ αυτές δημιουργώντας και εκβάλλοντας σε τραγικά αποτελέσματα, τα οποία αποτυπώνονται και στο τέλος του έπους που έχουμε τους δύο ισόπαλους νεκρούς: τον Πάτροκλο αφενός, και τον Εκτορα αφ’ εταίρου. Από την άλλη καλό είναι να θυμόμαστε ότι ως ηρωικό έπος δεν ακυρώνει το κλέος που κερδίζει ένας ήρωας σ’ αυτή τη δοκιμασία του πολέμου, αλλά το κλέος αυτό δεν ακυρώνει επίσης τον παραλογισμό του πολέμου ως φαινομένου και ποιητικού και κοινωνικού...
Βεβαίως, και τον ορίζει ως παράλογο. Και μάλιστα από ρήση του Διός ορίζεται το παράλογο και αποδίδεται στον παραλογισμό του θεού του πολέμου που είναι ο Αρης. Αλλά και εκ των πραγμάτων η Ιλιάδα ζυγίζεται θα ‘λεγε κανείς ή αντιζυγίζεται, αφενός ανάμεσα στο κλέος και αφετέρου στον παραλογισμό του πολέμου. Εδώ θα ήθελα να τονίσω ότι η εμπάθεια και οι παθολογικές αντιδράσεις στην Ιλιάδα είναι ό,τι πιο μοντέρνο μπορεί κανεις να φανταστεί. Δηλαδή σε αυτή την απόκρουση των δώρων που προσφέρονται μέσω του Οδυσσέα στον Αχιλλέα για να σταματήσει επιτέλους ο θυμός του και η φρικτή αυτή «μήνις», ο λόγος που ακούγεται από το στόμα του Αχιλλέα, ώρες, ώρες είναι σχεδόν ένα παραλήρημα. Ενα καταπληκτικό κείμενο από την άποψη αυτή, αποκαλυπτικό γι’ αυτού του είδους την ικανότητα του ποιητή.

Η μετάφραση της Ιλιάδας σε πεζό κείμενο διαφοροποιεί τη μετάφρασή σας από προηγούμενες όπως π.χ. των Καζαντζάκη-Κακριδή. Ποιες άλλες διαφορές θα εντοπίζατε σε σχέση με αυτές;

Το καλύτερο σχόλιο είναι το απόσπασμα του Τζον Ντον σε μετάφραση Μ. Φραγκόπουλου που θέτω ως motto στο βιβλίο: «Ολη η ανθρωπότητα είναι έργο ενός συγγραφέα και όλη ένα βιβλίο. (...) Άλλα κείμενα μεταφράζονται από την ηλικία, άλλα από την αρρώστια, άλλα από τον πόλεμο, άλλα από τη δικαιοσύνη».

Η μετάφραση που επιχειρώ εγώ είναι προσαρμοσμένη στα δεδομένα της σύγχρονης, της νεωτερικής ποίησης και από στιχουργική άποψη παρακολουθεί το μοντέλο του ελεύθερου στίχου, του ρυθμισμένου στίχου και όχι του παραδοσιακού που μπορεί να είναι ο δεκαπεντασύλλαβος ή ο δεκαεπτασύλλαβος.
Εφόσον κατά κάποιο τρόπο δεν αποδίδεται με παραδοσιακό μέσο ο ρυθμός του κειμένου, αυτό που θα έλεγα η ανάσα του, ο τρόπος που ρυθμίζεται εσωτερικά ο λόγος, το ζητούμενο είναι να βγουν όσο γίνεται πιο καθαρά η αναπνοή του κειμένου ή αργορυθμία του κάπου, η ταχυρυθμία του και η ταχυκαρδία του κάπου, ακόμη κι ένα είδος ανακοπής που μοιάζει ενίοτε το κείμενο αυτό να δημιουργεί και με τα δρώμενα του, αλλά και με τον ρυθμό του. Επομένως ο ρυθμός της μετάφρασης αυτής είναι εσωτερικός και ουσιαστικά σκοπεύει να αποδώσει αυτές τις τροπές της ανάσας μας όταν εκφέρουμε έναν λόγο και όταν ακούμε έναν λόγο.
Το στοιχείο της Ιλιάδας που με ενδιαφέρει πολύ και είναι δύσκολο να αποδοθεί στη μετάφραση είναι το παλαντζάρισμα μεταξύ μιας ιδεατής απογείωσης – ο λόγος συχνά απογειώνεται – είναι λίγο δύσκολο να το εξηγήσω περισσότερο - αλλά αυτό ισοφαρίζεται από μια πολύ συχνή και τολμηρή προσγείωση κυριολεκτικού λόγου, ο οποίος ενίοτε είναι αφάνταστα ωμός και νομίζει κάνεις ότι ακούει έναν σημερινό κυριολεκτικό άγριο λόγο που αποφεύγει παντί τρόπο τη μυθολογική του απογείωση για την οποία μίλησα προηγουμένως.

Μπορεί μια μετάφραση να γεφυρώσει μια απόσταση 3.000 χρόνων που χωρίζουν τον σημερινό αναγνώστη από τον Ομηρο;

Η μετάφραση μαρτυρεί την αμοιβαία φιλοξενία που υπάρχει ανάμεσα στο πρωτότυπο κείμενο και στο μεταφρασμένο κείμενο. Δηλαδή για να καταλάβουμε ακριβώς τι γίνεται, το πρωτότυπο κείμενο μοιάζει να φιλοξενεί το μεταφρασμένο κείμενο, και το μεταφρασμένο κείμενο αντιστοίχως να φιλοξενεί το πρωτότυπο κείμενο. Αυτή η αμοιβαία φιλοξενία είναι ό,τι συγκινητικότερο μπορεί κανείς να φανταστεί και ό ,τι πιο ενεργό στοιχείο ώστε και η μετάφραση και το πρωτότυπο κατά κάποιο τρόπο να ζωογονηθούν από αυτή τη συνάντηση που προκύπτει μέσα από το έργο για το οποίο μιλάμε.

Μας αφορά σήμερα ο Όμηρος και κατά τι; Δηλαδή ο σημερινός αναγνώστης μπορεί να ταυτιστεί με τους ήρωες της Ιλιάδας ή η διαφορά κοσμοαντίληψης είναι αβυσσαλέα;

Το ζήτημα δεν είναι να’ χουμε ένα είδος ταύτισης αυτό του αρχαίου επους με τα σημερινά μας γούστα, γι’ αυτό μιλώ για αμοιβαία φιλοξενία, θα έλεγα ότι το καλό που μπορεί να προκύψει είναι ακριβώς από αυτή την αμοιβαία αντανάκλαση.

Έχει κανείς έναν καθρέφτη απέναντι του μέσα στον οποίο καθρεφτίζεται κι έχει ένα αντικείμενο που καθρεφτίζεται γι’ αυτόν μέσα στον δικό του τον καθρέφτη. Αυτή η συνάντηση είναι πάρα πολύ γόνιμα σε πάρα πολλά επίπεδα και νομίζω αδιαμφισβήτητη. Η Ιλιάδα δε είναι ένα έπος, τόσο ριζοσπαστικό ώστε αποτελεί τη μοναδική εξαίρεση πολεμικού έπους που δεν έχει στο τέλος νικητές και νικημένους.
Περισσότερα πράγματα δεν θα μπορούσε να δώσει ένα σύγχρονο έπος για να ορίσει τον πόλεμο και τα κακά του πολέμου, μαζί βέβαια και με αυτό ό,τι ονομάσαμε στην αρχή «κλέος». Σε ό,τι αφορά το ήθος των ηρώων είναι πάντα πολυσύνθετο και ενίοτε αντιφατικό. Το τυπικό παράδειγμα είναι ο Αχιλλέας. Πιο αντιφατική μορφή δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Με αποτέλεσμα στο προοίμιο του έπους αντί να επαινείται ο κεντρικός ήρωας όπως γίνεται σ’ ένα τυπικό έπος, κατακεραυνώνεται με πάρα πολύ βαρείς χαρακτηρισμούς. Επομένως και εδώ η απάντηση είναι – ευτυχώς θα έλεγα – διφορούμενη. Γενικότερα η Ιλιάδα με την καλύτερη έννοια της λέξης είναι ένα έπος διφορούμενο. Αποκλείει επομένως μανιχαϊκού τύπου και ερωτήματα και αποκρίσεις και με αυτή την έννοια είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να υπάρξει.

Η Ιλιάδα αποτελούσε για αιώνες βασικό σχολικό εγχειρίδιο, θεωρείτε ότι εξακολουθεί να έχει σήμερα παιδευτικό χαρακτήρα;

Θα έλεγα ότι ο τύπος μετάφρασης που επιχείρησα και για την Οδύσσεια και ο τύπος τώρα της μετάφρασης της Ιλιάδας καταργεί τα στεγανά...
Αν κάνει κάποιο καλό είναι ότι προτείνει μια άλλης τάξεως επικοινωνίας μεταξύ σχολικής και εξωσχολικής παιδείας. Αν τα έργα της αρχαίας λογοτεχνίας και γενικότερα, αν θέλεις, τα έργα της λογοτεχνίας, έχουν καταστεί απωθητικά είναι γιατί εγκλωβίστηκαν και παγιδεύτηκαν αποκλειστικά μέσα στον σχολικό χώρο. Αυτό που ενδιαφέρει λοιπόν είναι να σπάσει τα στεγανά αυτά και να δείξει τι επικοινωνία μπορεί να δημιουργηθεί ανάμεσα στους δύο αυτούς χώρους. Να καταλάβουν οι μαθητές ότι ο σχολικός τους λόγος και ο εξωσχολικός τους λόγος δεν είναι δύο πράγματα αγεφύρωτα, αλλά είναι δύο τρόποι έκφρασης που μπορούν και πρέπει να επικοινωνήσουν και να συμπλακούν μεταξύ τους.

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2009

Ενα νέο ευφάνταστο ριάλτι


Ο κόσμος της μόδας αποτελεί το τελευταίο ίσως προπύργιο της προκατάληψης, επισημαίνει η Αλεξάνδρα Στάνλεϊ των «New York Times» στο προχθεσινό της άρθρο, ένα πεδίο που κάνει ανοιχτά διακρίσεις σε βάρος ανθρώπων εξαιτίας της εμφάνισής τους. Συνεπώς το εγχείρημα του ριάλιτι σόου «Britain’s Missing To Model» που ξεκινάει την ερχόμενη Τρίτη στο BBC America, βάζοντας ανάπηρες γυναίκες να ανταγωνιστούν μεταξύ τους για μια φωτογραφία στο περιοδικό «Marie Claire» είναι ταυτοχρόνως τολμηρό και ανησυχητικό. Ωστόσο ένα πράγμα μένει σταθερό στην βιομηχανία της ομορφιάς: ένα γραμμάριο λίπους συνιστά μεγαλύτερο εμπόδιο απ’ ότι ένα σακατεμένο άκρο. «Η αναπηρία της Ρεβέκα δεν μου δημιούργησε κανένα πρόβλημα», ανάφερε ο φωτογράφος που φωτογράφησε την 27χρονη Ρεβέκα, μια καστανή καλλονή που γεννήθηκε με παραμορφωμένο γοφό και φέρει τεχνητό μέλος. «Το μόνο που με ενόχλησε είναι πως δεν ήταν σε τέλεια φυσική κατάσταση. Τα περισσότερα μοντέλα είναι πιο καλοσχηματισμένα, πιο αδύνατα, πιο ευκίνητα».
Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια επανάληψη του «America’s Next Top Model», με ελάχιστες εξαιρέσεις. Η σειρά προβάλλει μια παράδοξη συλλογιστική: πρόκειται για έναν διαγωνισμό που σχεδιάστηκε έτσι ώστε να βελτιώσει το προφίλ και την εμπιστοσύνη των ανάπηρων γυναικών στον εαυτό τους, ενώ ταυτόχρονα μετατρέπει σε θέαμα την ανάγκη τους για αποδοχή. Το «Missing To Model» προσπαθεί να αναπτερώσει το ηθικό, απολαμβάνοντας ωστόσο τον ανταγωνισμό γυναικών με προφανείς φυσικές ατέλειες σε ένα επάγγελμα που απαιτεί φυσική τελειότητα, την οποία ένας εκ των κριτών ορίζει κάπως έτσι: «Είναι αυτό που δεν έχει κι ούτε πρόκειται να έχει το 99% του πληθυσμού». Το σόου επιδιώκει να ψυχαγωγήσει, αλλά και να διασκεδάσει του τηλεθεατές. Προσπαθεί να είναι διακριτικό και ψυχοπονιάρικο, όμως τα ριάλιτι είναι εξ ορισμού απάνθρωπα. Ωστόσο τα κορίτσια ενθουσιάζονται εκθέτοντας τον εαυτό τους. «Δεν ξέρω αν ο κόσμος κοιτάει το [τεχνητό] χέρι μου», δηλώνει η 22χρονη Ντέμπι, η οποία έχασε το μπράτσο της σε αυτοκινητιστικό ατύχημα, η οποία διαπιστώνει με χαρά ότι οι πάντες εστιάζουν, αντιθέτως, στο στήθος της. Το όποιο αρχικό σοκ από τη θέαση όμορφων γυναικών χωρίς χέρι ή πόδι, εξαφανίζεται γρήγορα. Και τα οκτώ επίδοξα μοντέλα είναι όμορφα και αξιαγάπητα. Μοιάζουν να αισθάνονται άνετα – παρά την αναπηρία τους - μπροστά στην κάμερα. Οπως τους έχει πει ο προπονητής και μέντοράς τους Τζόναθαν Φανγκ, σύμβουλος μόδας, δεν επελέγησαν για να προβούν σε κάποια πολιτική δήλωση, αλλά για να αποδείξουν ότι κάνουν για μοντέλα: εκείνο που θα έχει τις μεγαλύτερες πιθανότητες να κάνει καριέρα στον χώρο, θα κερδίσει. Η επιθυμία των διαγωνιζόμενων να είναι επιθυμητές κι όχι να προκαλούν την προστασία ή τον οίκτο των άλλων είναι απολύτως κατανοητή. Ομως η εκπομπή εισάγει άλλη μια αιτία έριδας μεταξύ των κοριτσιών, συμπεριλαμβάνοντας και γυναίκες με κώφωση (ένα μειονέκτημα που εξαφανίζεται μπροστά στον φακό) στις διαγωνιζόμενες. Ωστόσο το μεγαλύτερο μειονέκτημα των κοριτσιών που συναγωνίζονται στο «Britain’s Missing To Model» είναι η επιθυμία τους γίνουν μοντέλα.

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

Ο πρώτος δυτικής νοοτροπίας Ιρανός: Ο πρώτος αυτόχειρας


Σαντέκ Χενταγιάτ
Η τυφλή κουκουβάγια
Εκδ. Τόπος
Σελ. 171


Ξεκινώντας το βαθιά μελαγχολικό, μποντλερικής χολής μυθιστόρημα του Χενταγιάτ αισθάνθηκα –από τις πρώτες κιόλας σελίδες – μια αλλόκοτη δυσφορία. Θυμήθηκα τα λόγια πολιού καθηγητή μου στο πανεπιστήμιο ο οποίος επέμενε πως η λογοτεχνία δεν είναι απόλαυση· πως τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα απαιτούν κόπο και μόχθο, επίπονη προσπάθεια για να εισέλθει κανείς, και να οικειοποιηθεί τον κόσμο τους. Αν και συνειδητοποίησα ότι επρόκειτο για σπουδαίο – τουλάχιστον στη μαστορική του – έργο, η ενόχληση αυτή δεν έλεγε να με αφήσει. Σαν κάτι απροσδιόριστα ενοχλητικά πονάκια των σπλάχνων που επιμένουν. Οσο σκοτείνιαζε και βάραινε το θανατόδαρτο αυτό βιβλίο, απέδιδα εκεί, στην πεισιθάνατη φύση του, τη δυσφορία μου. Ολοκληρώνοντας όμως την ανάγνωση, έχοντας δηλαδή προ πολλού αποδεχθεί το spleen του, έχοντας φτάσει στο σημείο να απολαμβάνω, όπως και ο αφηγητής του, την νοσηρή μαυρίλα του, κατάλαβα ότι η ενόχληση είχε άλλη αιτία. Η δυσφορία οφειλόταν τελικά σ’ ένα παγιωμένο αίσθημα εξαπάτησης. Ενώ ξεκίνησα το βιβλίο με την εντύπωση ότι διαβάζω ένα εμβληματικό έργο της σύγχρονης ιρανικής λογοτεχνίας βαθιά μέσα μου ένιωθα πως πρόκειται για αμιγώς δυτικό μυθιστόρημα. Ενώ οι ήρωες, οι εικόνες και οι (αυτούσιες) προτάσεις που επανέρχονται και διαπλέκονται διαρκώς συνθέτοντας το περσικό χαλί το πουυφαίνει η αριστοτεχνική γραφή του Χενταγιάτ, προέρχονταν από τον εξωτικό κόσμο της περσικής μινιατούρας, οι βασικοί άξονες, οι πυλώνες, πάνω στους οποίους στηριζόταν το έργο ήταν εκείνοι του δυτικού μυθιστορήματος. Ο πρώτος άξονας, που ανιχνεύεται σε πάμπολλα έργα των νεότερων χρόνων, μεταξύ άλλων στο ευρωπαϊκό μπαρόκ ή στον Σαίξπηρ, είναι η αίσθηση ότι η ζωή είναι ένα όνειρο, ζωή και όνειρο ένα αξεδιάλυτο συνονθύλευμα, εντός του οποίου η πραγματικότητα διαλύεται όπως η ζάχαρη στο νερό, εξαφανίζοντας μαζί της και τον (αμιγώς ρομαντικό) ήρωα. Το ιδεώδες του βαθιά μελαγχολικού υποψήφιου φονιά που βδελύσσεται τη ζωή, τους καθημερινούς ανθρώπους του περίγυρού του, βρίσκοντας καταφύγιο στο όνειρο και –κυρίως – σ’ έναν χαλκευμένο άλλο εαυτό ή σειρά εαυτών ή προσωπείων, αποτελεί άλλο βασικό γνώρισμα. Εδώ ο ήρωας ενδύεται κυκλικά, μεταμορφώνεται σε όλα τα πρόσωπα του δράματος. Ο δε πεισιθάνατος αγνωστικισμός του, (σε συνδυασμό με μια απύθμενη εγωπάθεια) το μαύρο μηδέν που καταπίνει τα πάντα, και η αίσθηση του παραλόγου της ύπαρξης αποτελούν επίσης σταθερά μοτίβα του είδους. Το πνεύμα του βιβλίου είναι δυτικό, ενώ η πρώτη ύλη του, οι κλωστές του αργαλειού του προέρχονται από την μακραίωνη παράδοση της περσικής τέχνης. Ο Χενταγιάτ ήταν ο πρώτος αυτόχειρας και ο πρώτος νεωτερικός ποιητής του Ιράν. Ένας συγγραφέας που δεν έγινε ποτέ αποδεκτός από το πολιτικοκοινωνικό και θρησκευτικό κατεστημένο του Ιράν. Το βιβλίο αυτό εκφράζει ένα οδυνηρό μεσοδιάστημα: ο ανέστιος συγγραφέας του βρίσκεται στην κόψη εκείνη του ξυραφιού όπου ο παραδοσιακός πολιτισμός έχει ουσιαστικά εξαφανιστεί, ενώ ο νεωτερικός δεν έχει ακόμα επέλθει. Γι’ αυτό και «Η τυφλή κουκουβάγια» είναι ένα αριστοτεχνικά πλεγμένο χαλί με ευρωπαϊκά μοτίβα ή μια περσικού τύπου μινιατούρα πάνω σε γαλλική ταμπακιέρα. Δεν με εξαπάτησε κανείς, εγώ ξέχασα ότι το μυθιστόρημα είναι το κατεξοχήν νεωτερικό είδος που καταπίνει όλα τα άλλα.