Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

Η πορεία ως το πένθος ή η ανακάλυψη του ειδικού βάρους της ζωής


Roland Barthes
«Journal de deuil»
Seuil/Ιmec
269 σελ.

Οι λογοτεχνικές αναφορές, οι μαρτυρίες τρίτων, οι ξεροκέφαλες απόπειρες του νου να συλλάβει την έννοια της απώλειας δεν μπορούν - ούτε κατά διάνοια - να περιγράψουν τη μαύρη τρύπα που ανοίγει μέσα μας ο θάνατος οικείου προσώπου. Γι’ αυτό και το «Ημερολόγιο πένθους» από τα κατάλοιπα του προεξάρχοντος σημειολόγου Ρολάν Μπαρτ που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες στη Γαλλία μπορεί να «μιλήσει» μόνο σε όσους έχουν βιώσει στην ψίχα της ψυχής τους την απώλεια. «Δεν πρόκειται για απώλεια, αλλά για πληγή, έναν πόνο στην καρδιά της αγάπης». Την επομένη του θανάτου της μάνας του ο συγγραφέας των «Αποσπασμάτων ερωτικού λόγου» (Ράππας-Κέδρος) ξεκινάει ένα «ημερολόγιό» που εκτείνεται σε 330 χρονολογημένες καρτέλες (26/10/77-15/9/79). Αποπειράται να μιλήσει την απουσία. «Θα πρέπει να συνηθίσω να υπάρχω φυσικά μέσα σε τούτη τη μοναξιά με κολλημένη πάνω μου «την παρουσία της απουσίας». Με άξονα τη φράση «ο πόνος μου δεν μπορεί να εκφραστεί, μπορεί ωστόσο να λεχθεί» ο Μπαρτ αποτυπώνει – αντιμετωπίζοντας τη γραφή ως μοναδικό φάρμακο (παυσίλυπο και παυσίπονο) στην απώλειά του («Λένε: ο Χρόνος καταπραϋνει το πένθος – Οχι, τίποτα δεν περνάει με τον Χρόνο, παρά μόνο η αισθηματικότητα του πένθους») – την πορεία μετάλλαξης του πένθους από κραυγή σε σιγή. «Γράφω ολοένα και λιγότερο τον πόνο μου, όμως υπό μια έννοια είναι πιο δυνατός, καθώς πέρασε στο επίπεδο της αιωνιότητας από τότε που έπαψα να γράφω», σημειώνει λίγο πριν την εγκατάλειψη του ημερολογίου. Ο περίλυπος γιος κατορθώνει να καταγράψει την κίνηση του κατεξοχήν παραμόνιμου, του πένθους («Δεν ξεχνάμε, αλλά κάτι άτονο εγκαθίσταται μέσα μας») του πιο καθηλωτικού ανθρώπινου αισθήματος μαζί με τον παράφορο έρωτα. «Πένθος: έμαθα ότι είναι αμετάβλητο και σποραδικό: δεν φθείρεται γιατί δεν είναι συνεχές». Μια ακινησία – παραπλήσια του θανάτου – που κρύβει κίνηση. «Είμαι σε κατάσταση συναγερμού, κατασκοπεύοντας την έλευση ενός «νοήματος της ζωής». Τα θραύσματα ενός ελλειπτικού λόγου, του (α)λόγου λόγου της απουσίας, αποτελούν απόπειρες σχολιασμένης ανάγνωσης των διακυμάνσεων του πένθους (του) και σχόλια των σχολίων του, δηλαδή της γραφής (του). «Πώς να πω αυτή τη φευγαλέα, σαν αστραπή, σκέψη ότι η μαμά χάθηκε για πάντα;» -καταλήγοντας στη διαπίστωση: «Η γραφή στο αποκορύφωμά της είναι μολαταύτα απλώς γελοία». Ο Ρολάν Μπαρτ βρίσκει τις λέξεις για να εκφράσει ένα κοινό ανθρώπινο αίσθημα στην υψηλή θερμοκρασία του οποίου η γλώσσα καίγεται, αφήνοντας μας ανέκφραστους. Σε σπαραξικάρδιες διαπιστώσεις όπως: «Απο δω και στο εξής και για πάντα είμαι εγώ ο ίδιος η μάνα του εαυτού μου», αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας μέσα στον πόνο του.