Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2009

Περί βιβλίων και άλλων δεινών


«Στον τομέα της πνευματικής δραστηριότητας τα βιβλία καταιγίδα!
Πάμπολλα στις προθήκες τα σωστά κι ωφέλημα βιβλία,
καθώς επίσης αναρίθμητα τα βλαβερά βιβλία και τα ζούφια,
χαρακτηριστικό, μ’ ανάποδη όμως αναλογία,
και των καρπών της γης ακόμη...»
Νίκος Καρούζος

«Το πνεύμα δεν τρέφεται με μυθιστορήματα.
Μπορεί να προσφέρουν κάποια ευχαρίστηση,
αλλά την πληρώνεις ακριβά. Είναι ικανά να καταστρέψουν
και τον καλύτερο χαρακτήρα. Σε μαθαίνουν να συμπάσχεις
με κάθε καρυδιάς καρύδι. Κι από το πολύ πάρε δώσε,
αρχίζει να σου αρέσει. [...] Τα μυθιστορήματα πρέπει να απαγορευτούν
δια ροπάλου». Ελίας Κανέτι.


Λέγεται ότι οι δυο, τρεις μεγαλύτεροι εκδοτικοί οίκοι στην Ελλάδα εκδίδουν πάνω από 500 βιβλία τον χρόνο ο καθένας. Σύμφωνα λοιπόν με την στατιστική – μητέρα όλων των τραγέλαφων– οι τρεις αυτοί εκδοτικοί οίκοι εκδίδουν περίπου ενάμισο βιβλίο ημερησίως.
Oι ιλιγγιώδεις ρυθμοί κυκλοφορίας απότοκοι του κολοσσιαίου αυτού όγκου παραγωγής προϋποθέτουν μια ορισμένη αντίληψη του βιβλίου και έχουν ως επακόλουθο τη σταδιακή εξόντωσή του. Κι εξηγούμαι.
Οι εκδότες, στη συντριπτική τους πλέον πλειοψηφία βλέπουν το βιβλίο αποκλειστικά και μόνο ως εμπορεύσιμο αντικείμενο με συνέπεια να μην το αξιολογούν με κριτήριο την ποιότητα του περιεχομένου του. Αντιμετωπίζουν τα βιβλία με τη λογική του best seller, (του ευπώλητου), την μονότροπη λογική του κέρδους.
Η κατάλυση κάθε αξιολογικού κριτηρίου είναι χαρακτηριστική στο πεδίο της λογοτεχνίας, όπου σφραγίστηκε με την ένταξη των αισθηματικών ρομάντζων, τύπου Βίπερ και Νόρα στις (κλασικές) λογοτεχνικές σειρές των εκδοτικών οίκων. Τα «ευπώλυτα» – βλέπε εύπεπτα, συχνά δε και ευτελή – βιβλία και κυρίως τα ρομάντζα τύπου Βίπερ δίνουν πλέον τον ρυθμό και προσδιορίζουν τους άτυπους κανόνες της αγοράς του βιβλίου.
Τα βιβλία αυτά μοιάζουν τόσο μεταξύ τους όσο και οι αμερικάνικες υπερπαραγωγές με υψηλά ποσοστά δράσης, αγωνίας, σεξ και ανύπαρκτη κινηματογραφική γλώσσα, που συνήθως μετά την πρώτη εισπρακτική επιτυχία παρουσιάζονται ξανά και ξανά με τη μορφή συνέχειας, τύπου Ρόκι 2,3,4.
Η ομοιομορφία επεκτείνεται μέχρι τα εξώφυλλά – κάθε εκδοτικός οίκος προβάλει μια δική του εκδοχή της κοινής επιθετικής εμπορικής αισθητικής, όπως συμβαίνει με κάθε εμπορεύσιμο αγαθό. Οι εκδότες αντιμετωπίζουν τα βιβλία όπως ο οιστρίλατος τζογαδόρος τους αριθμούς της ρουλέτας. Ποντάρουν επάνω τους για έναν γύρο, ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα για κάθε βιβλίο και στη συνέχεια μιζάρουν στο επόμενο. Μέχρι να τους κάνει το χατίρι η λευκή μπίλια, η θεά τύχη και να επιλέξει έναν από τους αριθμούς. Ο αριθμός αυτός ονομάζεται best seller.
Όμως το 13 δεν διαφέρει σε τίποτε από το 8 ή το 24. Για κάποιους αδιευκρίνιστους λόγους ορισμένοι επενδύουν ψυχολογικά ή αποστρέφονται όπως ο διάολος το λιβάνι, ορισμένους αριθμούς. Επί της ουσίας δεν υπάρχει διαφορά καμία. Δυστυχώς οι εκδότες κατόρθωσαν να μεταμορφώσουν τα βιβλία σε αριθμούς. Της ρουλέτας ή μη. Κι οι συγγραφείς έγιναν θιασώτες της οστεοσκοπίας και προσπαθούν να προσδιορίσουν τους παράγοντες που επηρέασαν τη θεά τύχη στη ρίψη του κλήρου της. Γιατί κληρώθηκε το 23 κι όχι το 32 που έχει την ίδια πλοκή, την ίδια γλώσσα, τους ίδιους χαρακτήρες κλπ, κλπ. Και βάλθηκαν να αντιγράψουν έναν αριθμό που κληρώθηκε.
Οπότε ο βραχύβιος βίος των βιβλίων περικόπτεται ολοένα και περισσότερο, η διάρκεια ζωής τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων μετριέται πλέον σε ημέρες, πολλές φορές στα δάχτυλα του ενός χεριού.
Από τη στιγμή λοιπόν που σαρώθηκαν τα κριτήρια της ποιότητας και καταλύθηκε κάθε ουσιαστική ιεραρχία, ο χώρος του βιβλίου αναζήτησε αναγκαστικά σε άλλους τομείς κριτήρια για την συνέχιση της αδιάκοπης κυκλοφορίας των βιβλίων.
Αυτή η εξέλιξη δεν ήταν φυσική. Δαρβινικού, ας πούμε, τύπου. Ήταν μεθοδευμένη. Διότι και οι έμποροι κατάλαβαν ότι αν κατάφερναν να μολύνουν τον χώρο του βιβλίου με το μικρόβιο της μόδας θα είχαν πολύ θεαματικότερα αποτελέσματα σε πωλήσεις, θα ανέβαζαν κατακόρυφα τους ρυθμούς και τα έσοδα. Οπότε τα βιβλία προωθούνται πλέον όπως τα εμπριμέ φουστανάκια ή τις κροκόδειλε τσάντες υπηρετώντας, με τη γλαφυρή διατύπωση του μεγάλου Γάλλου συγγραφέα Julien Gracq (Ζουλιέν Γκράκ) τη «διαρκή ανάγκη τροφής που γεννά ο πυρετός για το καινούργιο». Όπως κάθε εποχή κουβαλάει μαζί της τη δική της μόδα, ώστε να βρει ο πνευματικά αργόσχολος κόσμος τρόπους να σπαταλήσει τα χρήματα και τη ώρα του. Κι όπως έχουμε τα ρούχα που θα φορεθούν το καλοκαίρι στις παραλίες, έχουμε και την τελευταία εκδοτική «κολεξιόν» που θα διαβαστεί στις αμμουδιές. Γι’ αυτό και κάθε πλέον καλοκαίρι πέρα από τις ίδιες πετσέτες, τα ίδια μπανιερά, τα ίδια γυαλιά κλπ καθρεφτάκια, φτερά και πούπουλα, οι πανομοιότυποι παραθεριστές κουβαλούν με την ίδια βαριεστημένη αδιαφορία το ίδιο βιβλίο. Αυτή η μεθόδευση εξυπηρέτησε τα μέγιστα και τους συγγραφείς.
Και στο πεδίο αυτό είχε συντελεστεί μια καθοριστική μετατόπιση· η εσωτερική εξουθενωτική πάλη με το «εγώ» και τη φιλαυτία κάθε εργάτη της γραφής παρακάμφθηκε κι αφέθηκε να νικήσει κατά κράτος η υπερφίαλη φιλοδοξία. Εξ ου και οι περισσότεροι συγγραφείς γράφουν πλέον μόνο και μόνο για να γίνουν γνωστοί, «επώνυμοι» και να εισέλθουν στη προνομιακή κάστα των «διανοουμένων». Άπαξ και κερδίσουν την πολυπόθητη ταμπέλα «συγγραφέας», το μόνο που τους λείπει είναι μια γερή σύνταξη. Ενδεχομένως σε λίγα χρόνια να διεκδικούν κρατικές επιχορηγήσεις για τα βιβλία που δεν πούλησαν. Να μαζεύονται και να τα καίνε στις πλατείες, εκεί που οι εξαγριωμένοι αγρότες πετούν σήμερα τα φρούτα και το γάλα τους.
Η μεταβολή αυτή που σημειώθηκε στο εκδοτικό πεδίο έπεσε ως μάννα εξ ουρανού στους επίδοξους ή και δοξασμένους συγγραφείς. Διότι είναι φυσικά πολύ πιο εύκολο και πιο σίγουρο γι’ αυτούς να γράφουν ένα και, ει δυνατόν, παραπάνω μυθιστορήματα, δοκίμια (άσε τις ποιητικές συλλογές) τον χρόνο, από το να παλέψουν μια ζωή με τα σωθικά τους για να βγάλουν ό,τι καλύτερο έχουν, χωρίς να υπολογίζουν τον χρόνο που κυλά. Σήμερα και ευκολότερα καταξιώνεται κανείς, και με την τακτική παραγωγή διατηρείται σταθερά στη δημοσιότητα.
Διότι εκτός των άλλων η γραφή που υπάκουγε σε μια ζωτική ανάγκη της δημιουργικής προσπέλασης του κόσμου και συμβάδιζε με τα παλιά κριτήρια, τα αξιολογικά, τα οποία σπεύσαμε βεβαίως να εξαλείψουμε σαν την πανούκλα από οποιοδήποτε άλλο κομμάτι του συλλογικού μας βίου – ενείχε και μεγάλους κινδύνους. Ο γραφέας δεν ανταμειβόταν σύμφωνα με τον κόπο ή τις σελίδες του, όπως τώρα. Δεν κέρδιζε δικαιωματικά τον τίτλο του συγγραφέα. Υπήρχαν μεγάλες πιθανότητες το πόνημά του να αποδεικνυόταν μέτριο ή λειψό.
Ενώ σήμερα οι γραφιάδες θεωρούνται συγγραφείς άπαξ κι εκδώσουν ένα βιβλίο, το οποίο αρκεί να γράψουν και να καταφέρουν να «σπρώξουν» μέσω γνωστών σε κάποιο εκδοτικό οίκο. Στη συνέχεια κρίνονται από τους αριθμούς των πωλήσεων και μόνο. Αν πουλήσουν, προσλαμβάνονται από τους εκδότες με μηνιαίο μισθό και την υποχρέωση να παραδίδουν ένα ευπώλητο κάθε ένα ή δυο χρόνια. Οι εκδότες αντιμετωπίζουν τους συγγραφείς σαν κότες, από τις οποίες περιμένουν κάποιο χρυσό αυγό και οι συγγραφείς ανταποκρίνονται παλεύοντας να ανακαλύψουν «πιασάδικα» θέματα, που θα έχουν μεγάλες πιθανότητες να γίνουν best seller. Οι ημερομηνίες κυκλοφορίας υπολογίζονται με βάση τα κενά διαστήματα : «Δεν θα μου το φέρεις σε δύο χρόνια, αλλά το φθινόπωρο. Δεν έχουμε μπεστ σέλλερ για το φθινόπωρο», δηλώνει κατηγορηματικά πλέον ο εκδότης στον συγγραφέα του.
Διότι ακριβώς λόγω της έλλειψης οποιονδήποτε κριτηρίων, οι εκδότες άρχισαν να κατασκευάζουν εμπορικούς, καλούς, ακόμα και κλασικούς συγγραφείς, κατηγορίες που κάποια στιγμή ενώθηκαν σε μια αδιαχώριστη μάζα, όπως συνέβη με το έντεχνο, το λαϊκό και το ποπ ελληνικό τραγούδι. Χαλκεύοντας και ανεβάζοντας με κάθε μέσο τις κυκλοφορίες δημιούργησαν με το στανιό, ευπώλητα βιβλία και ευπώλητους, βλέπε «κλασικούς» έλληνες συγγραφείς. Κι ενός μπεστ σέλλερ, μύρια έπονται. Άπαξ και γράψεις το πρώτο, όλα τα επόμενα επιβάλλονται (συν Αθηνά και χείρα κίνει) ως τέτοια. Γι’ αυτό και ο εκδότης ζητάει πλέον ένα μπεστ σέλλερ για το καλοκαίρι.
Με φρίκη διαπιστώνει κανείς ότι περάσαμε σε σύντομο ιστορικό διάστημα από την επονείδιστη εποχή των ολοκληρωτικών καθεστώτων των προγραφών, της κατάσχεσης και του καψίματος των βιβλίων, από την εποχή της εξαφάνισης συγγραφέων από προσώπου γης, στην εποχή της μαζικής κυκλοφορίας βιβλίων, που στο συντριπτικό τους ποσοστό κάνουν μόνο για κάψιμο. Όπως ορθά παρατήρησε ο Μίλαν Κούντερα, σήμερα οι συγγραφείς της λογοτεχνίας και κατ’ επέκταση οι αναγνώστες αναζητούν ένα πρωτότυπο «story», ήτοι μια συναρπαστική διήγηση κι εξαντλούν τη λογοτεχνία στην αναζήτηση της δαιδαλώδους πλοκής και της πρωτοποριακά νεωτεριστικής μορφής. Γι’ αυτό και τα σύγχρονα μυθιστορήματα θυμίζουν ή μάλλον τείνουν να γίνονται όλο και περισσότερο σενάρια εμπορικών κινηματογραφικών ταινιών. Αυτό αποτελεί και την υπέρτατη καταξίωσή τους. Σε σημείο που εμφανίζονται νέοι «λογοτέχνες», οι οποίοι δηλώνουν απερίφραστα ότι «δεν ενδιαφέρονται για τη γλώσσα».
Κάποτε τα μεγάλα μυθιστορήματα ήταν εκείνα που δεν μπορούσε κανείς να περιγράψει την πλοκή τους, να τα περιορίσει, εντάσσοντάς τα στα στενά όρια μιας απλής ιστορίας. Κάποτε τα μεγάλα μυθιστορήματα ήταν εκείνα, τα οποία απέφευγαν, αν και τους δελέαζαν περισσότερο, οι μεγάλοι σκηνοθέτες, γιατί ήξεραν ότι από αυτά δεν μπορεί παρά να προκύψει παρά μόνο μια μέτρια το πολύ ταινία.
Επιπλέον αυτή η κατάσταση εξυπηρετεί και συντηρεί την φαιδρή, πιετίζουσα αντίληψη του πολιτισμού ως αλληλουχίας ψυχωφέλιμων εκδηλώσεων. Από τη στιγμή που ο πολιτισμός έπαψε να είναι η έκφραση ενός κοινού ήθους, μιας ποιότητας συλλογικού βίου που αντικατοπτρίζεται στην τέχνη και στα έργα κάθε εποχής, κι έγινε ένα καλολογικό επίθετο, το οποίο τοποθετούμε εν είδη θεματοφύλακα απροσδιόριστών αρχέγονων αξιών του γένους, πλάι σε αθλίως κακοποιημένα και κενά ουσιαστικά, όπως πολιτική, αθλητισμός, δημοκρατία, χριστιανισμός. Οι λογής πολιτιστικές εκδηλώσεις του «δημοκρατικού μας πολιτισμού», διαδέχονται η μια την άλλη, όπως τα βιβλία στις προθήκες των βιβλιοπωλείων με εξοντωτικούς ρυθμούς, λες και όσο μεγαλύτερη είναι η ταχύτητα εναλλαγής, τόσο ευκολότερα θα διασκεδάσει το βαριεστημένο κοινό την ανία του.
Το παράξενο, τόσο όσο αφορά στην έννοια του όρου «πολιτισμός», όσο και σε εκείνη του βιβλίου είναι ότι άπαξ και εξαλείφθηκε κάθε πνευματικό κριτήριο ιεραρχικής αξιολόγησής τους, απέκτησαν αυτομάτως συλλήβδην θετική σημασία. Από τη στιγμή που ατρόφησε η ικανότητα του αναγνώστη να κρίνει και να διακρίνει ανάμεσα στον ορυμαγδό των βιβλίων, τονίστηκε ακόμα εμφατικότερα η «αξία» του βιβλίου.
Ενώ κάποτε ήταν αυτονόητο ότι στο πέρασμα της ανθρώπινης ιστορίας εμφανίστηκαν, άνθισαν κι εξαφανίστηκαν ανώτεροι και κατώτεροι πολιτισμοί, σύμφωνα πάντα με το νόημα που απέδιδαν στον κόσμο, το βάθος και το εύρος της μεταφυσικής δηλαδή της οντολογίας τους, σήμερα ο πολιτισμός μετατράπηκε σε ψυχαγωγία, σε άθροισμα καλλιτεχνικών εκδηλώσεων προς τέρψιν των εστέτ. Και το να (παρ)ακολουθεί κανείς κατά πόδας αυτές τις εκδηλώσεις, σημάδι καθωσπρεπισμού. Αντίστοιχα όταν εξαφανίστηκε κάθε αξιολογικό κριτήριο για την αποτίμηση του βιβλίου, τονίστηκε ακόμη περισσότερο η «πνευματική του αξία». Το να διαβάζει κανείς σήμερα βιβλία θεωρείται εξάπαντος σημαντικό προσόν. Παρά την καταφανή απίσχνανση της αίσθησης του ιερού στην εποχή μας, δεν έχουμε πετάξει στα σκουπίδια τα φωτοστέφανα. Το διάβασμα βιβλίων κομίζει αυθωρεί ένα φωτοστέφανο στον αναγνώστη. Και την υποτιμητική υποψία ότι έχει καιρό για χάσιμο. Κανείς από τους εμπλεκόμενους, δηλαδή τους εκδότες, τους συγγραφείς και τους κριτικούς που παλεύουν να βγάλουν το ψωμάκι, το αυτοκινητάκι, το σπιτάκι τους και πάει λέγοντας, δεν ομολογεί ότι το διάβασμα βιβλίων δεν συνεπάγεται σήμερα πια καμία καλλιέργεια, καθότι μπορεί πολύ εύκολα κανείς να περάσει τη ζωή του διαβάζοντας σκουπίδια, που δεν του προσφέρουν απολύτως τίποτε, πέρα από το γέμισμα ή το σκότωμα του χρόνου του.
Ζούμε στην εποχή της λατρείας της πληροφορίας και της αδιαφορίας για το περιεχόμενο που μεταφέρει. Τα μέσα διάδοσής της αναπτύσσονται ραγδαία απειλώντας με εξαφάνιση το παραδοσιακό της προπύργιο, τις εφημερίδες. Στην εποχή της ταχύτητας και της θνησιγενούς πληροφορίας κάποιοι ενδεχομένως φοβήθηκαν πως εάν δεν συμμετάσχει στη φρενήρη αυτή κούρσα και το βιβλίο, θα πρέπει να αλλάξουν επάγγελμα βιοπορισμού. Τη σημερινή κατάσταση της λογοτεχνίας σχολιάζει ο Γερμανός φιλόσοφος Βάλτερ Μπένγιαμιν στο δοκίμιο του για τον μεγάλο Ρώσο διηγηματογράφο Νικολάι Λεσκώφ όταν διαπιστώνει ότι «σχεδόν τίποτε από ό,τι παράγεται δεν τροφοδοτεί τη διήγηση, τα πάντα όμως θρέφουν την πληροφορία».
Όμως το δίλημμα βιβλίο ή πληροφορία, που έθεσε αμετάκλητα ο νεωτερικός μας πολιτισμός — και στο οποίο σπεύσαμε να απαντήσουμε συρρικνώνοντας την λογοτεχνία σε μια πλοκή (μια συναρπαστική πληροφορία) σε βάρος της λογοτεχνικότητας, εκείνου δηλαδή του απροσδιόριστου μαγευτικού στοιχείου, που όπως είπε ο ποιητής Ρομπερτ Φροστ «χάνεται στη μετάφραση» — είναι παραπλανητικό. Και ύπουλο. Γιατί βεβαίως το βιβλίο δεν έχει κανέναν λόγο να συναγωνιστεί (ποτέ δεν το έκανε στην έως τώρα ιστορία) σε ταχύτητα την παραγωγή και τη διακίνηση οποιουδήποτε άλλου αγαθού. Εκτός κι αν αντιμετωπιστεί αποκλειστικά και μόνο ως εμπόρευμα. Διότι το βιβλίο έχει τους δικούς του χρόνους μέσα στον χρόνο της ανθρώπινης ιστορίας. Ο χρόνος του βιβλίου είναι δυνητικά ο χρόνος της ανθρώπινης ιστορίας. Ταυτόχρονα ο χρόνος του βιβλίου είναι ο χρόνος, ο ρυθμός της ανάγνωσης. Το μέτρο του ρυθμού ήταν για αιώνες, κάτι που λ.χ. αποτυπώνεται στην ίδια την υπαρκτική δομή της ποίησης, η ανθρώπινη αναπνοή. Ο ρυθμός αυτός υπερσκελίστηκε από την τεχνολογική επικράτηση και την τυραννική παντοδυναμία της εικόνας. Η ταχύτητα που αναπτύσσουν οι εικόνες στη σύγχρονη εποχή κόβει πλέον την ανθρώπινη ανάσα. Ο ρυθμός αυτός καταργεί τη σκέψη.
Το βιβλίο μπορεί να διευρύνει τα αισθητά όρια της ανθρώπινης ζωής, να αποτελέσει μια οδό στην ανθρώπινη περιπέτεια της αναζήτησης νοήματος του βίου, ενώ επίσης μπορεί κάλλιστα να χαντακώσει μια ζωή, φασκιώνοντας τον αναγνώστη με τα κουρέλια του μικρονοϊκου κι αφελούς συναισθηματισμού, της ιλιγγιώδους περιδίνησης στο λαβυρινθώδες κενό της αδιέξοδης πλοκής, που εμποδίζουν την πνευματική του ανάπτυξη. Από μας εξαρτάται αν θα υπηρετήσουμε και θα ενισχύσουμε την δημόσια ιλουστρασιόν «εικόνα» του ή εάν θα επιδιώξουμε την επιστροφή στον ιδρυτικό ρυθμό των χτύπων της ανθρώπινης καρδιάς, της ανθρώπινης αναπνοής, τον ανθρώπινο ρυθμό της ανάγνωσης, της έκδοσης και της συγγραφής ενός βιβλίου.

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

Ο Ποιητής Γιώργος Σαραντάρης

Γιώργος Σαραντάρης
«Οι γνωριμιές και η φιλία»
εκδ. Ροδακιό
170 σελ.

Η απόμακρη, μα βαθιά αγάπη δυο ανθρώπων για έναν τρίτο, του δοκιμιογράφου Ζήσιμου Λορεντζάτου και της φιλολόγου Σοφίας Σκοπετέα για τον ποιητή Γιώργο Σαραντάρη, βρίσκεται πίσω από το αφήγημα του ιταλόφωνου έλληνα ποιητή με θέμα τη βαθιά, αγαπητική, φιλία. Ο αδικοχαμένος στο αλβανικό μέτωπο Σαραντάρης, αποτελεί για τον Λορεντζάτο τον δεύτερο μεγάλο συνομιλητή του καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια του βίου του, μαζί (ή μάλλον καλύτερα) μετά τον Σεφέρη. Στο έργο και στην πνευματική του στάση (την ίδια ακριβώς που ψάχνει να αποτυπώσει κι ο Σαραντάρης στα εννιά πορτρέτα που συνθέτουν τούτο το βιβλίο) ο Λορεντζάτος αναζήτησε απαντήσεις σε μια κουβέντα που πρωτάρχισε με τον ποιητή της «Στροφής» («Γράμματα Σεφέρη-Λορεντζάτου» (Δόμος)) και κορυφώθηκε στους «Διόσκουρους» (Δόμος). Ο Σαραντάρης καταλαμβάνει προεξάρχουσα θέση και στη ζωή της Σκοπετέα, η οποία αφιερώθηκε (μετά τη ενδελεχή μελέτη του Κίρκεγκωρ) στην επιμέλεια και στην έκδοση του συνολικού του έργου. Δεν είναι διόλου, λοιπόν, τυχαίο ότι αυτό το αφήγημα αποτελεί την τελευταία φιλολογική δουλειά που επιμελήθηκε η κράτιστη φιλόλογος. Εν ολίγοις η έκδοση αυτή, ως προϊόν αγάπης για τον ποιητή (που αχνοφαίνεται, ας πούμε, στα ελληνικά του Λορεντζάτου που αναπνέουν κάτω από τη μετάφραση), συμπληρώνει και βαθαίνει ένα έργο με θέμα τη φιλία, ως εκδοχή της πολυπρόσωπης αγάπης. Αξίζει για του λόγου το αληθές να καταμετρήσει κανείς πόσες φορές χρησιμοποιεί ο Σαραντάρης τις λέξεις «καρδιά» και «καρδιακός» σε τούτο το κείμενο μιλώντας για τους φίλους του.
«Μπορεί να γελιέμαι, αλλά μοιάζει να μην είχε μεγάλη τύχη στην Ελλάδα η σκέψη του Σαραντάρη δυό φορές ως τώρα: και όταν την πρωτοπαρουσίασε ο ίδιος στο ελληνικό κοινό με τα δημοσιεύματά του και όταν – πάει κάμποσος καιρός – δοκίμασα, χρόνια αργότερα να την παρουσιάσω ή να την αναπτύξω στο ίδιο κοινό με μια πλουσιότερη προοπτική και να την εντάξω μέσα στη γενικότερη σύγχυση και ασυναρτησία «της σήμερον απροσδιορίστου εποχής» (Παπαδιαμάντης). […] Ωστόσο μια σκέψη δεν κρίνεται από την τύχη που λαβαίνει, καλή ή κακή, αλλά από την βαρύτητα της». Σε αυτή την προοπτική πρέπει, νομίζω, να εντάξουμε το βιβλίο. Τόσο ο Λορεντζάτος, όσο, υποψιάζομαι, και η Σκοπετέα έσκυψαν πάνω σ’ αυτό, το υπό μια έννοια ημιτελές κείμενο, το οποίο ο Σαραντάρης προόριζε να χρησιμοποιήσει ως βάση για κάποιο, άγραφο τελικά, μυθιστόρημα, ακριβώς διότι σε τούτο το νεανικό σχεδίασμα (ο Σαραντάρης ήταν τότε μόλις 23 ετών) σκιαγραφείται, εξ αντανακλάσεως, το μοναδικό πορτρέτο του ιταλόφωνου ποιητή κι ανιχνεύονται οι κεντρικοί άξονες της προσωπικότητας που λάμπει μέσα στα μεταγενέστερα ποιήματα και δοκίμια. Ο Σαραντάρης καταπιάνεται μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1931 με την σκιαγράφηση των πορτρέτων εννέα προσώπων που συναναστράφηκε στα πρώτα φοιτητικά του χρόνια στην Μπολόνια. Τα πρόσωπα που προσπελάζει ο ποιητής μικρό ενδιαφέρον παρουσιάζουν για τον Έλληνα αναγνώστη. Πρόκειται στην πλειονότητά τους για γόνους αριστοκρατικής καταγωγής που μοιάζουν να ξεπήδησαν από μυθιστόρημα του Λαμπεντούζα. Ο νεαρός ποιητής δεν εμμένει στην βαθιά μελαγχολική, ενίοτε παρακμιακή, ατμόσφαιρα fin de siècle των προσώπων. Παρουσιάζει τους φίλους του μέσα από το πρίσμα της βαθιάς αγάπης για τα γράμματα και την τέχνη και την πίστη στο αρχαιοελληνικό/χριστιανικό ιδεώδες της ολοκλήρωσης του ανθρώπου. Μέσα απ’ τον θαυμασμό για την ιλιγγιώδη παιδεία των φίλων του (που κινούνται με άνεση στα πιο στενά στενοσόκακα της ευρωπαϊκής σκέψης, και κυρίως τα στέρεα κριτήρια με τα οποία ξεχωρίζει την ήρα απ’ το στάρι (τη «σκέψη και το πάθος») όσο αφορά τις επιλογές και τον χαρακτήρα τους) διαφαίνεται η συγκλονιστική, για την ηλικία του, διανοητική σκευή και καλλιέργεια, η ωριμότητα και κατασταλαγμένη αυτοπεποίθηση και πίστη του Σαραντάρη στην πίστη και στις γνώσεις του. Ολοι και όλα κρίνονται με αυστηρά κριτήρια μέσα σε εκείνη την παρέα. Ωστόσο ο Σαραντάρης μοιάζει να κυκλοφορεί μ’ ένα νυστέρι ανά χείρας, ανατέμνοντας σχεδόν κάθε πράξη, λέξη ή στοχασμό του συνομιλητή του αναζητώντας μέσα από την επαλήθευση της ρήσης του Γκαίτε: «Πες μου ποιον συναναστρέφεσαι και θα σου πω ποιος είσαι· άμα ξέρω με τι καταπιάνεσαι, ξέρω και τι δυνατότητες έχεις», να διασώσει κάτι από την πρώτη περίοδο της νιότης του.

Στρεβλώσεις

Mια από τις στρεβλώσεις της δημόσιας ζωής στις ΗΠΑ, (εξαιτίας της τηλεόρασης) είναι σύμφωνα με την Αλεξάντρα Στάνλεϊ των New York Times, ότι οι απαξιωμένοι ή ξεχασμένοι πολιτικοί παλεύουν να επιστρέψουν (να στρέψουν και πάλι πάνω τους τα φώτα τη δημοσιότητας) αυτοεξευτελιζόμενοι. Οι διάττοντες αστέρες των ποικίλων «ψυχαγωγικών» εκπομπών ενδύονται, αντίστοιχα, τον μανδύα της σοβαρότητας εξομολογούμενοι μύχια ηθικά ή ανήθικα μυστικά.
Οι πολιτικοί, υποστηρίζει η κ. Στανλεϊ συνειδητοποιούν πως τα λόγια δεν αρκούν πλέον για να αγκιστρώσουν το κοινό οπότε παρατολμούν να το ψαρέψουν λικνίζοντας τα οπίσθιά τους και αποκαλύπτοντας τον τρελό χορευτή που κρύβουν μέσα τους. Χαρακτηριστική περίπτωση εκείνη του Ρεπουμπλικανού πρώην προέδρου της βουλής των αντιπροσώπων, Τομ Ντιλέι, ο οποίος τα «έδωσε όλα» στην πίστα του ριάλιτι «Χορτεύοντας με τα αστέρια», ενώ κατηγορείται για παραβίαση της νομοθεσίας περί χρηματοδότησης των κομμάτων.
Αντίθετα οι διάφορες μπαγιάτικες διασημότητες σπεύδουν στο πρώτο διαθέσιμο τοκ σόου για να αποκαλύψουν κάποιο φρικιαστικό μυστικό: είτε μια ηλίθια βουτιά στον ανηλεή κόσμο των ναρκωτικών, είτε την οικειοθελή αιμομικτική σχέση με έναν εκ των γονέων.
Εν ολίγοις οι εκλεγμένοι αξιωματούχοι διαπραγματεύονται ακριβά μια υποτιμημένη μετοχή, την αξιοπρέπειά τους, ενώ οι άνθρωποι του θεάματος ξεπουλούν (επίσης ακριβά) ψίχουλο, ψίχουλο την ιδιωτική τους ζωή. Κι αυτό διότι από την άλλη πλευρά, το αντίτιμο είναι ανεκτίμητο. Η αναγνωρισιμότητα που προσπορίζει η σταθερή παρουσία στα τηλεοπτικά πλατό δεν μετριέται απλώς σε χρυσάφι, όπως κάποτε η τιμή και η αξιοπρέπεια, αλλά με τον τζογαδόρικο όρο «όλα ή τίποτα». Γιατί η ωχρόλευκη αναγνώριση που παρέχει το τηλεοπτικό γυαλί από τον παίκτη του ριάλιτι μέχρι τον υποψήφιο βουλευτή ή υπουργό αποτελεί την πρώτη ύλη για τη χάλκευση μιας ονειρεμένης καταναλωτικής ζωής χωρίς ανησυχίες. Με άλλα λόγια στην τηλεόραση διαστρέφονται συστηματικά οι όροι της δημοκρατίας...