Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

Συνέντευξη του εκδότη και θεολόγου Δημήτρη Μαυρόπουλου


Η ανέλπιστη εκδοτική επιτυχία του μεταθανάτιου βιβλίου του Ζήσιμου Λορεντζάτου «Collectanea» έβαλε για πρώτη φορά στην ιστορία του τον εκδοτικό οίκο «Δόμο» στη λίστα των πιο ευπώλητων βιβλίων για αρκετές εβδομάδες. Με την ευκαιρία αυτή ο εκδότης και κάποτε διακεκριμένος στο σχολικό στίβο εκπαιδευτικός, Δημήτρης Μαυρόπουλος μιλάει στην «Κ» για τη γέννηση του «Δόμου» (τον Σεπτέμβριο του 1978) και την κριτική έκδοση των «Απάντων» του Παπαδιαμάντη (εκδοτικό εγχείρημα απροσμέτρητης αξίας, αναμενόμενο από μεγάλο κρατικό θεσμό κι όχι από μικρό εκδότη). Εκφράζει την αγάπη του για τη μαστορική και το δέος του για τους ιερούς κανόνες της τυπογραφίας και σχολιάζει τη λεγόμενη οικονομική-αναγνωστική κρίση των ημερών μας.

Φαίνεται ότι τα «Collectanea» θα είναι το πιο ευπώλητο βιβλίο του Ζήσιμου Λορεντζάτου. Τι τύχη είχαν τα προηγούμενα βιβλία του; Πιστεύετε ότι διαβάστηκαν και αξιολογήθηκαν από τους κριτικούς;

Δ.Μ. Ναι πράγματι ήταν μια έκπληξη για μένα η ανταπόκριση του κοινού σε αυτό το βιβλίο. Του Ζήσιμου τα βιβλία συνήθως τα βγάζαμε σε 1000 αντίτυπα, μερικά και σε μικρότερο αριθμό 500 και 400... Το κοινό του ήταν περίπου 800 αντίτυπα, να πουληθούν μέσα σε 10 χρόνια. Αυτό ήταν το κοινό του Λορεντζάτου. Το μόνο βιβλίο του που είχε κάνει δεύτερη έκδοση ήταν αυτό το ταξιδιωτικό, που δεν είναι απλώς μόνο ταξιδιωτικό, «Στου τιμονιού τ’ αυλάκι». Η ανταπόκριση. Δεν ήταν εύκολο να προσεγγίσει κανείς τα βιβλία του Ζήσιμου. Θέλω να πιστεύω ότι αυτός ήταν και ο λόγος που δεν είχαμε κριτικές παρουσιάσεις αρκετές. Υπήρξαν αρκετές, ασφαλώς καλές παρουσιάσεις. Αλλά, θα το πω με έναν τρόπο λίγο παροιμιακό, από την εποχή του Ομήρου μέχρι σήμερα μια μικρή αναλογία ανθρώπων είναι που φτιάχνει πολιτισμό. Ο Ζήσιμος επηρέασε ανθρώπους. Τους λίγους αυτούς. Κι αυτοί οι λίγοι επηρέασαν άλλους. Περίπου τα βιβλία του όταν βγαίνανε για αυτή τη μικρή αναλογία ανθρώπων ήταν ενά εκδοτικό γεγονός. Εχω ακούσει την έκφραση, να πάμε πολύ παλιά, ότι το «Χαμένο Κέντρο», έλαβε τη θέση ενός μανιφέστου μέσα στην ιστορία. Αυτή την προσέγγιση πρέπει να κάνω. Πάντως η έκπληξη μου είναι μεγάλη. Γιατί αυτό το βιβλίο μέσα σε τρεις εβδομάδες τώρα κοντεύει να φτάσει τα 800 αντίτυπα, που άλλες φορές θέλαμε 10 χρόνια για να τα φτάσουμε. Γιατί; Μου έλεγε ένας φίλος χθες που το συζητάγαμε, ότι το περιεχόμενο αυτού του βιβλίου ήταν ένα περιεχόμενο που έλειπε, χρόνια τώρα, από τον τόπο μας, από την πνευματική μας ζωή να το πω έτσι. Πιστεύω ότι αυτός είναι ο λόγος. Ναι, μεν είχαμε αυτή την εξαιρετική παρουσίαση της κ. Όλγας Σελλά στην «Κ» ως προδημοσίευση, αλλά δεν νομίζω ότι αυτός είναι ο λόγος της ανταπόκρισης. Είναι το βιβλίο που πουλιέται στόμα με στόμα.

Υπήρξε άραγε και ένα κοινό που αγόρασε το βιβλίο επειδή φανταζόταν ότι θα βρει στοιχεία προσωπικά του Λορεντζάτου που δεν έβρισκε αλλού;

Εντάξει. Κι εγώ όταν πήρα στα χέρια μου το χειρόγραφο, το αυτόγραφο του Ζήσιμου και κάθισα και το διάβαζα, περίμενα να δω κι εγώ πράγματα προσωπικά. Δεν εκτίθεται προσωπικά ο Λορεντζάτος σε αυτό το βιβλίο παρόλο ότι υπάρχουν προσωπικές αναφορές, πάρα πολλές, υπάρχουν καταθέσεις μεταφυσικών αξόνων κυρίως, κάτι που δεν φαίνεται στο δοκιμιακό του έργο, ή μάλλον πρέπει να είσαι πολύ υποψιασμένος για να το καταλάβεις, είναι κρυμμένο κάτω από τις γραμμές. Εδώ φτάνει μερικές φορές σε καταγραφές που μπορεί να τις πεις ομολογίες πίστεως. Εχει αρκετά προσωπικά, όχι όμως αυτό που θα περίμενα, από περιέργεια πρέπει να πω κι όχι από ωριμότητα. Ισως αρκετοί θα ψάξουν να βρουν κάτι τέτοια. Αν θα βρουν αν δεν θα βρουν δεν ξέρω. Αλλά είναι το background αυτού του βιβλίου φοβερό. Δεν ξέω πόσοι έχουμε τη δυνατότητα να προσεγγίσουμε αυτό το υλικό που απλώνεται. Κυρίως όσο αφορά την ξένη λογοτεχνία την ποίηση κατά κύριο λόγο. Είναι όμως μια ζωγραφιά μιας εποχής που λέμε ότι τελειώνει. Ελπίζω να μην τελειώσει. Δεν ξέρουμε. Η ιστορία έχει χαοτικό χαρακτήρα, ιδίως στην πνευματική ζωή. Ζωγραφίζει αυτόν τον κόσμο από τη δεκαετία του 40 για 50 χρόνια περίπου.

Ο Λορεντζάτος έζησε μακριά από τον θόρυβο και τα ενδιαφέροντα της αγοράς. Μήπως σε αυτή του την επιλογή τον μιμήθηκε και ο εκδοτικός σας οίκος;

Θα πω κάτι που το είχα πει κάποτε και στο περιοδικό αντί όταν έγραψα κάτι στη μνήμη του. Ο εκδοτικός οίκος έχει σχέση με τον Λορεντζάτο. Θα έλεγα ότι είναι ένας από αυτούς που τον γέννησαν. Η σχέση μου μαζί του με επηρέασε και στον τρόπο του βίου μου. Ναι, περίπου κι εγώ μακριά από τη δημοσιότητα θέλω να είμαι. Καμιά φορά μου λένε γιατί δεν κάνω αυτά τα marketing ξέρω γω, και απαντάω ότι δεν πουλάω φέτα παρνασσού για να τη διαφημίσω. Αλλο πράγμα κάνω. Αν είναι στέρεο θα περπατήσει μόνο του. Αν δεν είναι θα βουλιάξει.

Η μεγάλη επιτυχία και προσφορά του «Δόμου» είναι η κριτική έκδοση των Απάντων του Παπαδιαμάντη. Είναι ένα τεράστιο εκδοτικό εγχείρημα και δημιουργεί απορία πώς το τολμήσατε.

Ο ενθουσιασμός έπαιξε ρόλο. Γιατί αν έπαιζε η λογική ρόλο, δεν θα προχωράγαμε. Ο εκδοτικός οίκος δημιουργήθηκε για να βγουν τα άπαντα του Παπαδιαμάντη. Όλα τα άλλα ήρθανε μετά. Δεν τα είχα υπολογίσει τότε. Είχα τη δουλειά μου τότε στο σχολείο... και φτιάξαμε έναν εκδοτικό οίκο. Μάλιστα ο εκδοτικός οίκος γεννήθηκε στο ύψος της Μαλακάσας. Είναι ενδιαφέρουσα αυτή η ιστορία είχαμε πάει με τον Λορεντζάτο και τον Χρήστο τον Γιανναρά στη Χαλκίδα να φάμε ένα ψαράκι με τον Τριανταφυλλόπουλο, να κάνουμε και την εκδρομή μας. Κι εκεί ο Τριανταφυλλόπουλος μας έλεγε με στεναχώρια ότι θέλει να ξεκινήσει αυτή την κριτική έκδοση του Παπαδιαμάντη, αλλά δεν βρίσκει εκδότη. Είχε ήδη αποταθεί σε τρεις μεγάλους εκδότες και δεν βρήκε ανταπόκριση. Επιστρέφοντας λοιπόν, στο ύψος της Μαλακάσας ελεεινολογούσαμε τον τόπο μας που δεν υπάρχει ένας να τον εκδώσει κι αποτόλμησα την κουβέντα γιατί δεν φτιάχνουμε το δικό μας εκδοτικό οίκο. Λοίπον, έτσι φτιάχθηκε ο «Δόμος» για να βγει ο Παπαδιαμάντης. Ήταν ένα εγχείρημα που με δικαίωσε, πρέπει να πω. Δεν χρειάζονται άλλα κέρδη στη ζωή σου πέρα από αυτή τη δικαίωση, φτάνει αυτό.

Ο «Δόμος» έγινε γνωστός στη βιβλιαφορά και χάρη στην αισθητική αρτιότητα των βιβλίων του. Εσείς που ξεκινήσατε ως θεολόγος καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση ποια ήταν τα κίνητρα που σας έκαναν να στραφείτε στις εκδόσεις;

Έχω μια φυσική επιτηδειότητα με τα τεχνικά θέματα, με κατασκευές κλπ. Από μαθητής είχα μια τάση να πηγαίνω σε τυπογραφία. Αυτό το μυστήριο του τυπογραφείου μου άρεσε πάρα πολύ. Έβλεπα και έκλεβα βλέποντας. Και πριν ακόμα ιδρυθεί ο «Δόμος» ανακατευόμουνα με επιμέλειες εκδόσεων: πιο πολύ ήθελα να είμαι στο τυπογραφείο να βλέπω τη διαδικασία. Τότε τα τυπογραφεία δεν ήταν τα κομπιούτερ, ήταν οι άνθρωποι, τα μέταλλα, ήταν τα μελάνια που μύριζαν, πολλά πράγματα ήτανε. Ετσι όταν ιδρύθηκε ο «Δόμος» αποφάσισα να εκδώσω τον Παπαδιαμάντη με μονοτυπία, δηλαδή με μεταλλικά στοιχεία. Με βοήθησε πολύ ο μακαρίτης ο Φίλιππας ο Βλάχος, οι αδελφοί Παλιβογιάννη, ο μακαρίτης ο Σμαδάκης. Πήγα κοντά τους, έμαθα βλέποντας την τέχνη κι έφτιαξα ένα δικό μου τυπογραφείο και κει φτιάξαμε τον Παπαδιαμάντη. Η αισθητική. Δεν έχω τίποτα ιδιαίτερες ικανότητες για την αισθητική. Όμως επιμένω να τηρώ τους κανόνες της παραδοσιακής τυπογραφίας. τους θεωρώ ιερούς κανόνες. Αυτή είναι η αισθητική: να τηρήσεις τους κανόνες. Εν αντιθέσει προς τη σημερινή κατάσταση, να το πω έτσι, όπου πολλοί δεν τους ξέρουν αυτούς τους κανόνες κι αφήνουν τις μηχανές να τους πηγαίνουν ή μια αισθητική σύγχρονη, όπως ξέρετε, που μπορείς να επεμβαίνεις σε οποιαδήποτε μορφή και να την κάνεις εσύ όπως θέλεις. Αυτό είναι το μυστικό μου: ότι τηρώ με ιερή ακρίβεια τους κανόνες της τυπογραφίας.

Οι οποίοι είναι συγκεκριμένοι, επακριβώς προσδιορισμένοι;

Είναι συγκεκριμένοι, προσδιορισμένοι. Έχουν καταγραφεί από μελετητές. Εγώ τους έμαθα από παλιούς μαστόρους. Καμιά φορά ως επιμελητής ήθελα κάτι να κάνω και ο μάστορας φώναζε: «Αυτό δεν γίνεται!». Εννοούσε ότι αυτό δεν το έχουμε μάθει στην παράδοση της τυπογραφίας να το κάνουμε, δεν μπορεί να γίνει. Και πάντα είχε δίκιο ο μάστορας.

Εχει διαμορφώσει το δικό του πιστό κοινό ο «Δόμος»; Και ποιους τομείς τον χώρο του βιβλίου προσπάθησε να καλύψει;

Ναι, νομίζω ότι έχει ένα κοινό. Κατ’ αρχήν είναι όλο το έργο γύρω από τον Παπαδιαμάντη. Δεν είναι μόνο τα «Άπαντα» που έβγαλα και οι μελέτες γύρω από τον Παπαδιαμάντη. Μετά και λόγω της σχέσης μου με την Εκκλησία προσπάθησα να υπηρετήσω κάποια θεολογικά πράγματα, απέφυγα πάρα πολύ να βγάλω θρησκευτικά βιβλία. Όμως όταν έπεφτε στα χέρια μου ένα καλό θεολογικό βιβλίο, ναι, το έβγαζα, αδιαφορώντας αν θα βρει ανταπόκριση ή όχι. Πιστεύω ότι σε αυτό τον τομέα έχω βγάλει αρκετά κλασικά θεολογικά έργα. Και τρίτο ήταν το δοκίμιο. Ο Ζήσιμος είναι η ραχοκοκαλιά του δοκιμίου, πρέπει να πω. Ο Γιανναράς είναι η δεύτερη ραχοκοκαλιά του δοκιμίου και κοντά εκεί έχω βγάλει και άλλα δοκίμια ή μελέτες, που όμως είχαν κάτι να πουν. Κατά τη γνώμη μου βέβαια, έτσι; Και βλέπω ότι αρκετοί άνθρωποι το έχουν καταλάβει αυτό το πράγμα και έτσι όταν ένα βιβλίο γράφει εκδόσεις «Δόμος» έχουν εμπιστοσύνη ότι κάτι θα βρουν στο βιβλίο μέσα.

Η οικονομική κρίση εντείνει την αντίστοιχη αναγνωστική; Και ποιοι εκδότες θίγονται κατά τη γνώμη σας περισσότερο;

Δεν είναι εύκολη απάντηση. Πριν από ένα μήνα θα έδινα μια απάντηση. Τώρα με αυτή την έκπληξη ενός βιβλίου 800 σελίδων, ακριβού βιβλίου... η λιανική του τιμή με το ΦΠΑ είναι 47 ευρώ, δεν είναι ευκαταφρόνητο ποσό, να έχει τέτοια κυκλοφορία...
Τα’ χω χαμένα... Τι θα πει οικονομική κρίση. Ίσως η οικονομική κρίση επηρεάσει αυτά τα λεγόμενα αυτά τα λεγόμενα βιβλία της μιας χρήσεως. Αντί μια οικογένεια ή ένας αναγνώστης να αγοράζει 4-5 βιβλία, 10 το χρόνο, να το περιορίσει και να αγοράζει 2-3. Θα υπάρξει μια οικονομική κρίση, αλλά είναι σύνθετο το πρόβλημα. Μια απλή απάντηση θα ήταν παρακινδυνευμένη και αφελής νομίζω.

Υπάρχει αναγνωστική κρίση;

Όχι αναγνωστική κρίση δεν υπάρχει. Όπως θα παρατηρήσετε σε στατιστικές που βγαίνουνε και περισσότερος κόσμος διαβάζει και περισσότερα βιβλία διαβάζονται. Το ερώτημα είναι τι βιβλία διαβάζονται και τι κόσμος διαβάζει. Θυμάμαι ότι όταν ήμουνα νέος θαυμάζαμε τους ξένους, τους τουρίστες που στη παραλία πάντα είχαν ένα βιβλίο και διαβάζανε και εμείς δεν το κάναμε. Δε λέει τίποτα αυτό. Το θέμα είναι τι διαβάζεις. Επιτρέψτε μου να την μετακινήσω λίγο την ερώτηση. Φοβούμαι ότι περνάμε μια μεγάλη κρίση, την τελευταία δεκαετία, για να μην μπω την τελευταία δεκαπενταετία. Δεν έχουμε βιβλία με περιεχόμενο που ανοίγει δρόμους. Κυρίως έχουμε κατακλυστεί από αυτά τα βιβλία, τα εντάσσουμε στη λογοτεχνία ή στην ψυχολογία, που είναι μια καταγραφή ή αναγραφή ή περιγραφή εσωτερικών ψυχολογικών καταστάσεων, κυρίως δε, γυναικείων. Μου έκανε εντύπωση μια φορά, δεν θα πω το όνομα, ενός άνδρα συγγραφέα, καλού συγγραφέα, λογοτέχνη, ο οποίος ομολόγησε ότι αναγκάστηκε να μεταβάλλει τη γραφή και αναγκάστηκε να γράφει με γυναικεία ψυχολογία για να είναι ευπώλυτα τα βιβλία του. μια κρίση τέτοια έχουμε. Κρίση πνευματική να την ονομάσω. Κατά τα άλλα οι αριθμοί ευημερούν.

Η σχέση σας με τους συγγραφείς που εκδώσατε ήταν τυπικά επαγγελματική; Ή ένας μικρός οίκος έχει μεγαλύτερα περιθώρια για την καλλιέργεια προσωπικών σχέσεων εκδότη-συγγραφέα;

Οχι. Με τους συγγραφείς έχω προσωπική σχέση. Είναι ελάχιστες οι περιπτώσεις που θα βγάλω ένα βιβλίο με έναν συγγραφέα που δεν τον ξέρω ως φίλο. Αλλά και όταν βγάζω ένα βιβλίο κι αν δεν είναι στενός μου φίλος, γίνεται στενός μου φίλος. Είναι προσωπική η σχέση με τους συγγραφείς.

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2009

Εκστρατείες


Από τον Ευγένιο Αρανίτση.

Το να εκθειάζουμε ή απλώς να ανεχόμαστε το πέρα για πέρα άχρηστο καταναλωτικό αντικείμενο, υπό το βάρος του οποίου ακριβώς ξεψυχούν οι ελπίδες για μια πιο όμορφη και συγκινημένη ζωή, φαίνεται πλέον να είναι μονόδρομος, η δε συσσώρευση των σκουπιδιών δεξιά και αριστερά αποτελεί την παρωδία του.

Παύοντας να κοιτάμε τα άστρα, υποκύπτουμε στη γοητεία αστρονομικών μεγεθών. Εχοντας χάσει κάθε αίσθηση της χρησιμότητας των πραγμάτων και, μαζί, κάθε νοσταλγική επιθυμία για την επίδραση που θα ασκούσαν ως δώρα ή ενθύμια, τέλος περιορίζοντας τον διαμεσολαβητικό τους χαρακτήρα μέχρι να παγώσουν, τα μετατρέψαμε σε σκουπίδια, των οποίων το πιστοποιητικό γνησιότητας είναι η τιμή - αντιστρόφως ανάλογη της ανάγκης.

ΦΥΣΙΚΑ, ισχύει πρωτίστως η αναλογία μεταξύ του σκουπιδιού και του εμπορεύματος που χάνει την αξία του καθώς ευτελίζονται οι τιμές των παραγωγών υπέρ των μεσαζόντων, οπότε οι αγρότες, λόγου χάριν, σκορπίζουν τα προϊόντα στα πεζοδρόμια, θέλοντας να θυμίσουν στην κοινή γνώμη ότι τα ροδάκινα δίνονται προς 20 λεπτά το κιλό, τα πορτοκάλια προς 1 λεπτό κ.ο.κ. - ωστόσο ο αληθινά μοντέρνος, ο ψυχεδελικός τρόπος για να υποτιμήσεις κάτι είναι, παραδόξως, να ανεβάσεις την τιμή πώλησης στα ύψη, κι έτσι να το γελοιοποιήσεις. Ακούγοντας κανείς ότι κυκλοφορούν ρολόγια χεριού που κοστίζουν 330.000 ευρώ, αισθάνεται το σοκ που προκαλεί το οξύμωρο ενός πολυτελούς σκουπιδιού, δηλαδή τη μηδαμινότητα του πράγματος, συγκριτικά με το πόσο «αξιολογείται» εκτεθειμένο στη βιτρίνα.

ΣΤΗΝ ΤΑΪΛΑΝΔΗ, ένας σχεδιαστής μόδας παρουσίασε πρόσφατα μια διαμαντένια τιάρα αξίας 2.000.000 δολαρίων, προορισμένη να φοριέται από σκυλάκια σαλονιού· το δικό του, που το κρατούσε με χάρη κυρίας ανάμεσα στο μπράτσο και στα πλευρά του, τη φορούσε λιγάκι λοξά, σαν τραγιάσκα. Επόμενο ήταν εξάλλου να ασφαλιστούν τα πόδια του Ρονάλντο προς 47.000.000. Οσο για το χαβιάρι που κοστίζει 27.000 δολάρια το κιλό, η κραυγαλέα αντίθεση αντικειμένου και τιμής στη λιανική, ανεξάρτητη απ' τις τέρψεις του ουρανίσκου, υποβιβάζει το έδεσμα σε κάτι εφάμιλλο της ρέγκας.

ΤΕΤΟΙΟΙ παραλογισμοί ωχριούν μπροστά σε υπερβολές ακόμη πιο κακόγουστες, όπως παραδείγματος χάριν τα χερούλια πόρτας από πλατίνα ή οι νιπτήρες τουαλέτας, διακοσμημένοι με ρουμπίνια, στις επαύλεις του Μπέβερλι Χιλς, για τους οποίους πληρώνει όσο και για μια λιμουζίνα. Παρόμοιο αγαθό, ολότελα άχρηστο στα μάτια του κόσμου, είναι το υποτιθέμενο διαφημιστικό όφελος απ' τις υπερκοστολογημένες προεκλογικές εκστρατείες των κομμάτων. Αγαθό επομένως αναντικατάστατο.

Δημοσιεύθηκε στην «Ελευθεροτυπία» το Σάββατο 5/9/09