Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2009

εκλογικό...

Λέγεται ότι ένας από τους λόγους της παγκόσμιας κυριαρχίας των ταινιών του Χόλιγουντ έγκειται μεταξύ άλλων στο γεγονός ότι διοχετεύουν όλα τα μεγάλα προβλήματα και σκάνδαλα των ΗΠΑ στην μεγάλη οθόνη. Αυτή τη συνταγή ακολουθεί και το δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ «Recount» (Ανακαταμέτρηση), που προέβαλε την περασμένη Κυριακή το αμερικανικό κανάλι HBO, με θέμα την αμφιλεγόμενη καταμέτρηση των ψήφων της Φλόριντα στις επεισοδιακές αμερικανικές εκλογές του 2000. Η ψηφοφορία στην πολιτεία της Φλόριντα, που έκρινε και το εκλογικό αποτέλεσμα ανανεώνοντας την θητεία του προέδρου Τζορτζ Μπους διήρκεσε 36 μέρες, κατά τη διάρκεια των οποίων έγιναν δύο καταμετρήσεις και ξεκίνησε μια τρίτη, η οποία διακόπηκε από το Ανώτατο δικαστήριο, που επικύρωσε την νίκη των Ρεπουμπλικανών. Το «Recount» είναι, σύμφωνα με την Αλεξάνδρα Στάνλεϊ των New York Times, ένα ευφυές και συναρπαστικό φιλμ, που αφηγείται τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν το βράδυ των εκλογών στην Φλόριντα, δίνοντας έμφαση στα πολύπλοκα και διαφορετικά συστήματα ψηφοφορίας και τους ποικίλους τύπους ψηφοδελτίων καθώς και στη σύγκρουση μεταξύ της υπουργού Εσωτερικών Κάθριν Χάρις και της εκλογικής επιτροπής της κοινότητας του Παλμ Μπιτς. Η διανομή των ρόλων είναι εμπνευσμένη: ο Κέβιν Σπέισι υποδύεται τον Ρον Πλέιν, τον ανώτατο σύμβουλο του αντιπροέδρου και υποψηφίου των Δημοκρατικών Αλ Γκορ και ο Τομ Ουίλκινς τον Τζέιμς Μπέικερ, τον γλυκερό σύμβουλο της οικογένειας Μπους, ο οποίος οργάνωσε την εκστρατεία των Ρεπουμπλικανών. Την κ. Χάρις υποδύεται η Λόρα Ντέρν. Απ’ότι φαίνεται όμως η προοπτική της επανάληψης των επεισοδιακών εκλογών Φλόριντα δεν έχει εκλείψει καθώς η υποψήφια για το χρίσμα των Δημοκρατικών Χίλαρι Κλίντον, η οποία υπολείπεται σε αριθμό εκλεκτόρων από τον αντίπαλό της Μπάρακ Ομπάμα, την εκλαμβάνει ως ύστατη ελπίδα σωτηρίας και προσπαθεί να πείσει την αρμόδια επιτροπή του κόμματος να συμπεριλάβει τις πολιτείες του Μίτσιγκαν και της Φλόριντα στις προκριματικές εκλογές. Το μεγάλο μάθημα από την εκλογική διαδικασία του 2000 στη εν λόγω πολιτεία είναι ότι δεν καταμετρούνται οπωσδήποτε όλες οι ψήφοι κι ορισμένες φορές το σύστημα ευνοεί τον πιο επίμονο υποψήφιο. Το «Recount» δεν ισχυρίζεται ότι ο Τζορτζ Μπους κερδισε με δόλιο τρόπο την δεύτερη θητεία ως πλανητάρχης. Αποδεικνύει ότι τα πολύπλοκα εκλογικά συστήματα (κάθε πολιτεία στις ΗΠΑ μπορεί να υιοθετήσει τον δικό της τρόπο ψηφοφορίας) και οι απανταχού εκλογικοί νόμοι ενδέχεται να αλλοιώσουν τα ποσοστά των εκλογών, ενίοτε και το εκλογικό αποτέλεσμα, επιφέροντας καίριο πλήγμα στον θεσμό της δημοκρατίας. Η δημοκρατία εξακολουθεί να είναι σήμερα ζητούμενο και στις πιο προηγμένες χώρες του πλανήτη.

Αίφνης επίκαιρο (από τις πρόσφατες Ευρωκλογές)


Οσο περνούν τα χρόνια, όλο και περισσότερος κόσμος αισθάνεται βαθιά προσβεβλημένος από τις προεκλογικές εκστρατείες των κομμάτων. Γιατί τότε η Ελλάδα «μεταμορφώνεται» σε χώρα των Λωτοφάγων. Υποψήφιοι και κόμματα ξεχνούν ότι η ανθρώπινη αντιμετώπιση και ο επαγγελματισμός στο δημόσιο είναι τόσο σπάνιος που γίνεται είδηση, ότι η αέναη σώρευση σκανδάλων και η καθ’ εξην ατιμωρησιά των υπευθύνων θυμίζει άνοστο χιλιοζεσταμένο πιάτο σε αδειανό τραπέζι, ότι η αντίληψη πως πολιτικοί παλεύουν μόνο για την επανεκλογή τους είναι βαθιά ριζωμένη στη συλλογική συνείδηση. Εξ ου και το «ξαφνικό» ενδιαφέρον για τον «πολίτη» – σαν παλιομοδίτικο παλτό που βγαίνει κάθε δύο ή τρία χρόνια από τη ναφθαλίνη – συνιστά μέγιστη προσβολή. Τα δε πολιτικά συνθήματα στις προεκλογικές αφίσες των πολιτικών αρχηγών, την έμπρακτη εκδήλωσή της: η μούντζα που έπεται της βρισιάς. Τα συνθήματα των δυο μεγάλων κομμάτων «Πρώτα ο πολίτης» και «Γίνε σύμμαχος» προκαλούν οργή και θυμηδία. Οργή για την προσβολή της νοημοσύνης μας και θυμηδία διότι αδυνατούν να αποκρύψουν το αληθινό τους μήνυμα που κραυγάζει πίσω από τις λέξεις: «Πρώτα ο πελάτης» και «Γίνε συνένοχος». Τριγυρνώντας στην «στολισμένη» προεκλογικά συνθήματα Αθήνα, περνάω από την οργή, τη θυμηδία και την αποστροφή καταλήγοντας στο συνηθισμένο συναίσθημα όπου βρίσκει σταθερά απάγκιο ο Νεοέλληνας: στη βαθιά πονεμένη θλίψη. Θλίψη για την κενότητα της γλώσσας που χάσκει στραμπουληγμένη και τσαλαπατημένη σαν κακοποιημένο ζητιανάκι. Γιατί η κακοποίηση της γλώσσας που αποτελεί ίδιον (ακόμα και διεκδικούμενο προσόν) της ελλαδικής πολιτικής σκηνής, τις μέρες αυτές αγγίζει τα ακρότατα όρια της: το απόλυτο μηδέν. Εκεί όπου κοινή συναινέσει οι λέξεις αδειάζουν πλήρως από κάθε περιεχόμενο και δεν σημαίνουν τίποτα. Και η χρήση κενών λέξεων συνιστά ένα ζοφερό βήμα πιο πέρα (ή πιο κάτω) από την ψεύτικη γλώσσα ή τη γλώσσα του ψέματος: εδραιώνουν την ανικανότητα μας να εκφράσουμε (πόσο μάλλον να πιστέψουμε) σε οποιαδήποτε αλήθεια.

Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2009

H βαρβαρότητα ως διασκέδαση ή η διαστροφή της τέχνης


(unglourious-basterds του Κουεντίν Ταραντίνο)

Ο Κουεντίν Ταραντίνο είναι προκλητικός. Οχι βέβαια με την γόνιμη έννοια της προκλητικότητας, αποκαλύπτοντας γυμνή κάποια ενοχλητική, βαθιά κρυμμένη, αλήθεια. Παίζει απλώς με μια προκλητικότητα νεωτερικού τύπου ποντάροντας διαρκώς και διακαώς στην ακραία (στην εποχή των ακρών) υπερβολή και στην κατάχρηση της βίας, του κυνισμού και της χλεύης. Λειτουργεί αποδομητικά, χωρίς όμως να διαθέτει καμία ιδεολογική ραχοκοκαλιά ή την πρόθεση να χτίσει κάτι νέο. Με σημαία την αγάπη του για τα B’ Movies ικανοποιεί την δίψα μας για αίμα, πλουτίζοντας την φαντασία μας με πιο ευφάνταστους τρόπους ανθρωποκτονίας ικανούς να διασκεδάσουν την ανία μας.
Η συνταγή είναι βέβαια πολυδοκιμασμένη. Ομως στο «άδωξη μπάσταρδη» είναι η πρώτη φορά ο εφιάλτης του 20ου αιώνα που εξακολουθεί να ταράζει τα όνειρα της ανθρωπότητας, ο ναζισμός και το Ολοκαύτωμα, γίνονται «παιχνίδι». Ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται τόσο η εμβληματική φιγούρα του Γερμανού αξιωματικού των SS, όσο και του Εβραίου εκδικητή, προκαλεί αν μη τι άλλο εντύπωση. Η φρικιαστική ιστορική πραγματικότητα του καλλιεργημένου αξιωματικού των Ναζί, που συγκινείται ακούγοντας Μπραμς και στη συνέχεια αποτεφρώνει αναρίθμητους Εβραίους οδήγησε σημαντικούς διανοητές, όπως ο Τζορτζ Στάινερ να μιλήσουν για το τέλος του Διαφωτισμού και των αξιών του Ουμανισμού. Με το Ολοκαύτωμα συνειδητοποιήσαμε πως η θεμελιώδης ιδέα πάνω των Νεώτερων Χρόνων, ότι η παιδεία και η καλλιέργεια είναι το μοναδικό αντίδοτο στη βαρβαρότητα ήταν μια φενάκη. Νιώσαμε ανήμποροι και γυμνοί απέναντι στο Κακό κι αρχίσαμε να αμφισβητούμε την παραδεδομένη αξία της τέχνης ως αντιστάθμισμα στη βαρβαρότητα, αναζητώντας άλλη διέξοδο στο καινοφανές αδιέξοδο. Ο ναζισμός και ο σταλινισμός με τα αρίφνητα θύματά τους αντιμετωπίζονταν με την προσήκουσα αυστηρότητα και σεβασμό.
Ο Ταραντίνο όμως αντιπαραβάλει στην ειδεχθή φιγούρα του καλλιεργημένου SS, έναν ειδεχθέστερο τύπο αιμοσταγούς δολοφόνου, που υπερβαίνει κατά πολύ τη βάρβαρη ρήση «οφθαλμός αντί οφθαλμού», διασκεδάζοντας (σαν τα παιδιά που παίζουν Νintendo) δολοφονώντας Γερμανούς με μπαστούνι του μπέιζμπολ, παίρνοντάς τους το σκαλπ και χαράσσοντας τους σβάστικες στο μέτωπο με μαχαίρι. Ο Ναζί κι ο Εβραίος αρχικά εξισώνονται στην φονικότητα του μένους τους, ενώ στο τέλος, εξολοθρεύοντας οι Εβραίοι, σύμπασα την ηγεσία του Γ’ Ράιχ σαν τα σκυλιά, καταλήγουν απλώς να «κερδίσουν» τον βάρβαρο σε βαρβαρότητα. Κι όλα αυτά σε ένα κλίμα διασκεδαστικής κυνικής ευφορίας. Εδώ ξαναβρίσκουμε τη αμερικάνικη συνταγή του υπερήρωα τύπου «Ράμπο» που κερδίζει σταθερά στο πρωτάθλημα της ωμής βίας. Ομως οι χαμένοι είμαστε τελικά όλοι εμείς και το χαμόγελο του Ταραντίνο θυμίζει σκελετό που βγήκε από την ντουλάπα.