Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2009

Χρήστος Βακαλόπουλος: ένας φάρος


Χρήστος Βακαλόπουλος
Η ονειρική υφή της πραγματικότητας
Εκδόσεις Εστία
Σελ. 718

Μετρημένες φορές στη ζωή μας, η συνάντηση με το έργο ορισμένων ανθρώπων έχει τον χαρακτήρα μιας αποκάλυψης. Συνειδητοποιεί τότε κανείς ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή αντιλαμβανόταν τον κόσμο γύρω του μέσα από παρωπίδες ή ότι τριγυρνούσε ουσιαστικά τυφλός.
Ανάλογο σοκ προκαλεί η επαφή με τα κείμενα του Χρήστου Βακαλόπουλου σε όποιον μπορέσει να αφήσει πίσω τις βεβαιότητές του και τα διαβάσει. Σαστίζει κανείς με τη διαύγεια και την οξυδέρκεια του βλέμματος αυτού του μοναδικά προικισμένου ανθρώπου, που εντόπιζε το καίριο μέσα στο ποτάμι του αστείρευτου λόγου που μας κατακλύζει. Η έκδοση των δημοσιευμένων κριτικών κειμένων του Βακαλόπουλου από το 1975 έως το 1993, καρπός της μεγάλης προσπάθειας του επιμελητή κ. Κώστα Λιβιεράτου, περιλαμβάνει κείμενα που δημοσιεύθηκαν στα έντυπα Σύγχρονος Κινηματογράφος, Αυγή, Θούριος, Ντέφι, Ιστός κ.α. Τα κριτικά και προφητικά του κείμενά για την τηλεόραση, τα οποία έγραψε το 1976-77 σε ηλικία 20 χρονών είναι σήμερα περισσότερο επίκαιρα από ποτέ : υπερασπίζουν την προσωπική σχέση με την πραγματικότητα, στηλιτεύοντας «τη ζωή που αρνιόταν ουσιαστικά τον εαυτό της προς όφελος των ψευδαισθήσεων». Το βιβλίο με τα κείμενα του Χρήστου Βακαλόπουλου αποτυπώνει την περιπέτεια και την υπεράσπιση ενός βλέμματος, την πορεία ενός ανθρώπου που παλεύει να διατηρήσει την ικανότητα να διακρίνει πέρα και πίσω από τα πράγματα. Εκεί που όλοι ακινητούν, αγκιστρωμένοι σε ιδεολογίες και βεβαιότητες, ο Βακαλόπουλος βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση, σε αναζήτηση ενός νοήματος. Τα εξομολογητικά του κείμενα είναι λάδι στη μηχανή της περιπλάνησης. Οι σταθμοί της πορείας του, η σταδιακή του άνθιση είναι εμφανής σε αυτά τα συγκεντρωμένα κείμενα. Η ωριμότητα των κειμένων του Βακαλόπουλου, ο οποίος εμφανίζεται στα γράμματα με ένα μυαλό που συνήθως συναντά κανείς σε σαραντάρηδες, εκμηδενίζει το κλισέ του ταλέντου. Δεν ήταν ένας εξαιρετικά προικισμένος άνθρωπος που έπαιξε με το δώρο και την υπεροχή του έναντι των άλλων, το πηγάδι αυτό στερεύει γρήγορα. Ήταν ένα ιδιοφυές παιδί, που ακόνισε την ευαισθησία του σε ένα βαθύ αίτημα «για ένα άνοιγμα των ματιών και της σκέψης». Δεν βρήκε καταφύγιο πίσω από ιδεολογίες, δεν προσέφυγε στη θαλπωρή των βεβαιοτήτων. Ακόμα και στην πρώτη περίοδο, όπου είναι εμφανής η βία που του ασκεί η θεωρία (μαρξισμός, ψυχανάλυση, σημειολογία) δεν υποδουλώνεται ποτέ, χρησιμοποιεί τα εργαλεία του για να ξεγυμνώσει τις ιδεολογικές σκαλωσιές που στηρίζουν ψεύτικες προσόψεις. Περνά από το αίτημα της αντίστασης στην κρατική ή άλλη ιδεολογία, στην αγωνία της σύνδεσης με την πραγματική ζωή, την απόπειρα συνάντησης με κάποιους ανθρώπους : «Η ύπαρξη των ανθρώπων και των πραγμάτων – κι όχι η ερμηνεία τους – αποτελεί (...) το μεγαλύτερο θαύμα και το μεγαλύτερο αίνιγμα».
Όλα τα κείμενα του βιβλίου αποτελούν μεγάλο σχολείο. Για όσους πονούν για νόημα και όραμα...
Αμηχανία ωστόσο και υποψίες γεννά το 140 σελίδων επίμετρο του κ. Λιβιεράτου, το οποίο αποτελεί παράφραση όλων των γραπτών του Βακαλόπουλου, καθώς, παρά τις κάποιες εκλάμψεις, ουσιαστικά αποπειράται να «προστατέψει» τον Βακαλόπουλο από «λάθος» αναγνώσεις, υποδεικνύοντας μας «πώς» θα πρέπει να τον προσεγγίσουμε και «πού» να τον εντάξουμε!

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2009

Σκέψεις για το βιβλίο με αφορμή δυο πασχαλινές εκδόσεις

Τα βιβλία λειτουργούν ως σκαλοπάτια ή μονοπάτια. Σε ανεβάζουν κάπου ψηλότερα (σε γκρεμίζουν κάπου χαμηλότερα) ή σε οδηγούν σε κάποιο άλλο βιβλίο. Οι «επαρκείς» αναγνώστες σύμφωνα με τον όρο του Μοντένιου, ανοίγουν, διαβάζοντας, τον δικό τους δρόμο μέσα στα βιβλία και στους συγγραφείς. Πορεύονται σε ένα καλντερίμι που χτίζουν οι ίδιοι πέτρα πέτρα, σύμφωνα με τις αναγνωστικές επιλογές τους. Σε έναν δρόμο προς μεγαλύτερη αυτογνωσία και βαθύτερη ή πιο ξεκάθαρη (το ίδιο είναι) θεώρηση του κόσμου. Το αίσθημα ότι ήσουν άλλος πριν, και άλλος μετά την ολοκλήρωσή του, είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να σου προσφέρει ένα βιβλίο. Τα βιβλία λειτουργούν συμπληρωματικά, συμβάλλοντας στη δημιουργία αυτού ενός νέου «εγώ». Η διαδοχή των διαφορετικών «εγώ» αποτελεί το μοναδικό, ίσως, τρόπο αντίληψης της πνευματικής μας πορείας στη ζωή. Η συγγένεια των διαφορετικών «εγώ» που συνθέτουν το διαρκώς εξελισσόμενο πορτρέτο μας μέσα στον χρόνο πατάει πάνω στη συγγένεια (άμεση ή εξαιρετικά έμμεση) των βιβλίων που διαβάζουμε.
Δυο πρόσφατες κυκλοφορίες λειτούργησαν για μένα ως δυο επάλληλα σκαλοπάτια, γεννώντας μου τούτες τις σκέψεις. Η ανάγνωση της «Επιστολής του Λόρδου Τσάντος» του Xόφμαννσταλ (Αγρα) μου φώτισε δύο εγγραφές από τα Collectanea του Ζήσιμου Λορεντζάτου (Δόμος). Η ύπαρξη μιας τόσο οξυμένης ευαισθησίας, την οποία αποπειράται να περί-γράψει ο Χόφμαννσταλ, μιας ευαισθησίας που δονείται από την ανεπαίσθητη για την ανθρώπινη γλώσσα, «γλώσσα των βουβών αντικειμένων» προσφέροντας άφατη ευτυχία και αίσθημα πληρότητας και οι λέξεις δεν επαρκούν να αποδώσουν, με ξαπέστειλε δια μιας στο οριακό σημείο συνάντησης της γλώσσας με τη ζωή. Εκεί που κινούνται τα δυο σχόλια του Λορεντζάτου: «Υπερτιμήθηκε στην εποχή μας το γράψιμο. […] Πολλές φορές αισθάνομαι […] πόσο αληθινά τιποτένιο ή κατώτερο πνευματικά μπορεί να θεωρήσει κανένας το γράψιμο μπροστά, λόγου χάρη, στην προσευχή (ή απλά και μόνο στο γεγονός να ζεις και να σκέφτεσαι τα διάφορα ζητήματα ή τα αισθήματά σου χωρίς να τα στρώσεις στο χαρτί». «Τα άγραφτα, που είναι στατιστικά πολύ περισσότερα από τα γραφτά, μπορεί να είναι και ουσιαστικά τα σημαντικότερα». Τα σημαντικότερα, τα άγραφτα, όσα δηλαδή σύμφωνα με τη ρήση του Βιτκενστάιν πρέπει να μένουν στη σιωπή, δύναται, νομίζω, να τα ψηλαφίσει μονάχα η ποίηση. Η ποίηση των ημερών που συλλαβίζουμε (με το ίδιο αίσθημα ανεπάρκειας της γλώσσας και του νου που περιγράφει ο Χοφμαννσταλ) στον οριακό στίχο : «θανάτω θάνατον πατήσας». Ένα μόλις βήμα πριν το άφατο. Στον πυρήνα της ύπαρξης.