Τρίτη, 18 Αυγούστου 2009

Η πνευματική πορεία μιας ζωής

Ζήσιμου Λορεντζάτου
«Collectanea»
Εκδ. Δόμος
Σελ. 795

Προεκτείνοντας την εισαγωγική («Στον Αναγνώστη») σημείωση στα Collectanea, όπου ο Λορεντζάτος παρομοιάζει τις καταγραφές αυτές με «χαμάδες» ανάλατες, δηλαδή, ελιές που πρέπει να τρώγονται ως έχουν, αξίζει να παρατηρήσει κανείς – αποδίδοντας καλύτερα τη θερμοκρασία του βιβλίου – ότι οι χαμάδες αποτελούν τη βρώση του ερημίτη, του ασκητή, ακόμα και του Άγιου. Τα Collectanea είναι ένα ημερολόγιο δίχως ημερομηνίες όπου ο Λορεντζάτος αποθηκεύει το απόσταγμα των σκέψεων του. «Εδώ μέσα δεν αποβλέπω στα προσωρινά, αλλά στα μόνιμα στοιχεία του χρόνου. Και γράφω τα Collectanea τούτα δίχως ημερομηνίες, προσέχοντας την ουσιαστική κι όχι την ιστορική σημασία των πραγμάτων». Ενα ομολογητικό κι όχι εξομολογητικό τεφτέρι, όπου καταγράφεται η εσωτερική πνευματική πορεία ενός ασκητή της ζωής και των γραμμάτων από τον θάνατο του πατέρα του μέχρι το κατώφλι του δικού του θανάτου. Το πυκνό αυτό - με τα θεριακλίδικα γράδα του - απόσταγμα, αφενός φωτίζει πολλές πτυχές των λεπτοδουλεμένων «Μελετών» του κι αφετέρου μπορεί ν’ αποτελέσει Λυδία Λίθο για την εκτίμηση – σε μια πολύ συγκεκριμένη προοπτική – του ειδικού βάρους των ανθρώπινων έργων τέχνης και (κυρίως) του δρόμου (με μέτρο τον αρχαιοελληνικό άριστο βίο στις πάμπολλες ιστορικές εκφάνσεις του) που διανύει κανείς στη ζωή του. Ο Λορεντζάτος χρησιμοποιεί καταφανώς τις καταγραφές του ως σημαδούρες στη δική του πνευματική πορεία, προσφέροντας ταυτόχρονα έναν αυτοσχέδιο μπούσουλα, καμωμένο από το δέσιμο των πιο (φαινομενικά μόνο) ετερόκλιτων διαβασμάτων (Πλάτωνα, Σωκράτη, Θουκυδίδη, Ελλήνων Πατέρων, ποιητών κάθε εποχής όπως ο Yeats, ο Δάντης ή ο Rimbaud). «Τη σοφία όση μάζεψα δεν την χρησιμοποίησα ποτέ για άλλο κανένα λόγο, επαγγελματικό (ας υποθέσομε) παρεχτός για να βρω κάποιο νόημα στη ζωή μου ή να γίνω καλύτερος άνθρωπος». Στην ενασχόλησή του με τα γράμματα δεν είχε ωράριο. Ζούσε μέσα σ’ αυτά. «Δούλεψη και κούραση στην τέχνη ή στη γραφή και ξεκούραση μέσα στην τέχνη. Μια ζωή. Ασταμάτητα. Full circle». Το δόσιμο αυτό συμβάδιζε με μια ακοίμητη αγωνία να εξισορροπήσει το ‘ζήσιμο’ με το ‘γράψιμο’. Το γράψιμο είχε σημασία μόνο στο βαθμό που συνέβαλε στο προχώρημα της ζωής του· ήταν ο τρόπος με τον οποίο βημάτιζε: «Στο τέλος, αν με ρωτήσουν γιατί τα γράφεις όλα τούτα, έχω μια απάντηση αμάχητη, αρνητικά: ‘Δεν ξέρω να κάνω τίποτα άλλο’. Αποφατική θεολογία». Για μεγάλα διαστήματα αποζητούσε την παρέα με ανθρώπους μακριά απ’ τα χαρτιά. Τότε έτρεχε να μιλήσει σε μοναχούς, ασκητές, starets, αλλά και να πιει ένα ποτήρι κρασί με δυο-τρεις φίλους. «Η άγραφη ζωή στηρίζει τη γραμμένη και αποτελεί τη δύναμή της».
Τα Collectanea μπορούν να διαβαστούν με δύο τρόπους. Ως κατασταλάγματα της πείρας ενός ανθρώπου των γραμμάτων που αναπτύσσει εν είδη μαθήματος για τους επερχόμενους, ακροβατώντας στο ακρότατο όριο όπου συναντιούνται η ποίηση, η φιλοσοφία και η μεταφυσική, τους θεμελιώδεις άξονες της ποιητικής του: πώς προσεγγίζει τη γλώσσα, πώς διαβάζει τα μεγάλα έργα, πώς γράφει. «Το προσεχτικό διάβασμα των βιβλίων αλλά και το διάβασμα των ανθρώπων και των περιστατικών της ζωής». Αλλά και ως μαθητεία του βλέμματος, σε ένα τρόπο ζωής (κρίσεις για την παράδοση, την πολιτική, την επιστήμη, την ορθοδοξία, τις μεγάλες μεταφυσικές παραδόσεις, τον σύγχρονο τεχνολογικό μας πολιτισμό, το περιβαλλοντικό πρόβλημα). «Νομίζω πως γράφω για να προχωρήσω σε κάτι άλλο, που με την αράδα του θα φέρει άλλο, και άλλο, και άλλο, ώστε τα γραφόμενά μου στο τέλος να μην είναι παρά σταθμοί που θα περάσω κυνηγώντας κάτι άπιαστο, που δε θα το φτάσω ποτέ – ως το τέλος». Η αντίληψή του για την ποίηση «αυτό που μας φέρνει σε αντιστοιχία, σε αντιφέγγισμα με την ομορφιά ή με το ανώτερο» υπερβαίνει το στενό πλαίσιο της λογοτεχνίας «η ποίηση αρχίζει παντού και τελειώνει πουθενά» και ταυτίζεται με τον ίδιο τον άνθρωπο «η ποίηση είναι ο άνθρωπος». Η ποίηση, τα παγκόσμια έργα της οποίας κάτεχε όσο λίγοι και η κριτική της λογοτεχνίας που άσκησε σ’ ολόκληρο τον βίο του αποτελούν απλά μόνο μέσα για την προσέγγιση του Θεού της αγάπης. «Αυτό, αναζητάω, το φως».
Το βιβλίο μπορεί επίσης να διαβαστεί ως μια οψίκαρπη «Μελέτη Θανάτου». Αν στην πρώτη ανάγνωση, τα Collectanea μοιάζουν να απευθύνονται στον αναγνώστη, στη δεύτερη αποτελούν μια πνευματική άσκηση μετάνοιας – αλλαγής του νου – ενόψει του θανάτου. «Οσο μακρύτερα προχωρήσεις στον πνευματικό δρόμο τόσο μικρότερη γίνεται για σένα η διαφορά ανάμεσα στους ζωντανούς και στους πεθαμένους. Τελειώνοντας ο δρόμος θα τελειώσει και η διαφορά αυτή». Σε αυτή την περίπτωση μοιάζει να γράφει απευθυνόμενος στον εαυτό του: ζει τρώγοντας τις δικές του χαμάδες, και το χαρτί παρουσιάζεται ως ο ιδανικός, λυτρωτικός ενίοτε συνομιλητής. «Εδώ μέσα γίνεται μια σχετική διαφυγή». Εξ ου και η επανάληψη των ίδιων σκέψεων, η επιστροφή στις ίδιες αναφορές, το (ξανά)γράψιμο από την αρχή του ίδιου μαθήματος. Εδώ η γραφή – η μελέτη θανάτου – εξελίσσεται σταδιακά σε προσευχή. «Ναι, το βλέπω τώρα, η δουλειά μου (το γράψιμο) είναι η προσευχή μου».
Στα Collectanea μπαίνει κανείς – απ’ όποια σελίδα κι αν το επιχειρήσει – όπως μπαίνει σ’ ένα ποτάμι. Είτε προς τα πάνω κολυμπήσει, είτε προς τα κάτω «μια και ωυτή νερομάνα», οδός ανω κάτω μία και ωυτή.

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2009

Πόλη βάσανο


To πήρε για πρώτη φορά το μάτι μου στη βάση ενός μαδημένου τοίχου στα Εξάρχεια. Με μικρά κάπως καλλιγραφικά γράμματα, μια μόνο λέξη, σχεδόν ψιθυριστή: «βασανίζομαι». Ηταν ένα γλυκό ανοιξιάτικο απόβραδο και σεργιανίζαμε στην περιοχή μ’ έναν φίλο. Δυο στενά πιο κάτω το συναντήσαμε ξανά. Λίγα βήματα πιο πέρα διαβάσαμε και πάλι, χαμηλά, σύρριζα στο σκονισμένο έδαφος, σαν υποσημείωση στο πελώριο κενό του τοίχου: «Βασανίζομαι».
«Κάποιος πρέπει να υποφέρει πολύ», σχολιάσαμε βιαστικά, αποφεύγοντας να αναφερθούμε στην λαβωμένη μας διάθεση, η οποία όμως αντικαθρεφτιζόταν στα πρόσωπά μας. Έκτοτε έγινα πιο προσεκτικός στο περίεργο αυτό σύνθημα, το βλέμμα μου σάρωνε τους κραυγαλέους τοίχους της πόλης. Άρχισα να το πετυχαίνω όλο και πιο συχνά. Την ίδια λέξη, τον ίδιο καλλιγραφικά ευαίσθητο γραφικό χαρακτήρα. Και κάθε φορά ένιωθα το ίδιο μύχιο τσίμπημα, την ίδια μελαγχολική διάθεση να με κατακλύζει. Τη διάθεση που διάβαζα στα βουβά πρόσωπα των ανθρώπων που άρχισα να ρωτώ όλο και πιο συχνά αν άκουσαν το πονεμένο παράπονο της πόλης. Πριν από μερικές μέρες το ξαναπέτυχα μακριά από τα Εξάρχεια. Στην τυφλή πλάτη πολυκατοικίας στη Νέα Σμύρνη. Δεν επρόκειτο πλέον για κάποιον μαύρο και άραχλο που οριοθετούσε με το αλγεινό του μήνυμά τα όρια της συνοικίας του όπως οι αδέσποτοι σκύλοι την περιοχή τους. Ο ψίθυρος είχε γίνει κραυγή και η υποσημείωση πηχυαίος τίτλος. Ενα πελώριο «βασανίζομαι» έπιανε δύο ορόφους της πολυκατοικίας αντηχώντας σ’ ολόκληρη την περιοχή. «Κανένας παλαβός θα είναι», σχολίασε μια περαστική. «Διαφημιστικό κόλπο», αντέτεινε ένας γείτονας. Οπως κι αν έχει, όσοι ενστικτωδώς συμπάσχουν αναγνωρίζοντας κάτι από τον δικό τους πόνο στον ανώνυμο μοναχικό ολολυγμό που μοιάζει να βγαίνει από τα σπλάχνα της Αθήνας, δεν εξαπατηθήκαν από κανέναν. Ο φαύλος κύκλος έσπασε: η πόλη έπαψε να φυλάει τα έρημα που η ίδια γέννησε. Η ζωή γίνεται ολοένα και πιο αβίωτη. Οι πολίτες τριγυρνούν με λυμένο το ζωνάρι και το στόμα τους για καβγά. Ομως κάτω από τον γκρίζο βόμβο των κουραστικών μονολόγων, ανθρώπων κι εξατμίσεων, η Αθήνα βροντοφωνάζει: «βασανίζομαι».