Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2009

Δημήτρη Νόλλα «Ναυαγών πλάσματα» Εκδ. Κέδρος



Το πρόσφατο βιβλίο του Δημήτρη Νόλλα, η νουβέλα με τον παπαδιαμαντικό τίτλο «Ναυαγίων πλάσματα» είναι μια καλοζυγιασμένη άσκηση ισορροπίας. Η νουβέλα ακροβατεί μέχρι τέλους σε ένα σύνορο: εκεί που συναντιώνται «τα αντίθετα που ζωντανεύουν τον κόσμο». Όλοι οι κεντρικοί χαρακτήρες του έργου αντιπαλεύουν σ’ αυτό ακριβώς το μεταίχμιο : Ο κεντρικός ήρωας, ο Ρήγας ο Βολιώτης πέρασε από το όριο μεταξύ της ηδονής και της αγάπης κυνηγώντας μια ισορροπία μεταξύ της ασφάλειας δύο εισοδημάτων: ενός δημοσιοϋπαλληλικού μισθού και μιας αλώβητης κτηματικής περιουσίας για να καταλήξει παγιδευμένος σ’ ένα αίσθημα ενοχής· στο μεταίχμιο μεταξύ δυο αντιθετικών κινήσεων (την ανάληψη στους ουρανούς και την καταβύθιση στο εσωτερικό του σκοτάδι). Ο οιονεί αφηγητής Ιγνάτιος ο Πωστονλέν διασχίζει, όπως οι περισσότεροι ήρωες, το όριο μεταξύ φωτός και σκότους καθώς είναι ένας τυφλός που διακρίνει σαν άλλος αρχαίος Μάντης την αλήθεια των πραγμάτων. Η μετανάστρια Ασμάτ ακροζυγιάζεται στο ακρότατο όριο ενός γκρεμού, μεταξύ ζωής και θανάτου, περνώντας τελικά (άγνωστο πώς) από το φως στο απόλυτο σκοτάδι. Ο Υπολιμενάρχης Badman ή Κακάνθρωπος παλινωδεί μεταξύ της κακής του φήμης και της καλής του πράξης, ξεπέφτοντας από την αίγλη (το φώς) που του προσπόριζε μια υψηλή δημοσιοϋπαλληλική θέση στο σκοτάδι μιας δημοσιοϋπαλληλικής σύνταξης. Οι μετανάστες σχηματίζουν ένα νοητό σύνορο ένα «κυριολεκτικά σωματικό τείχος» μεταξύ ζωής και θανάτου, το οποίο οι ίδιοι είχαν προηγουμένως διασχίσει περνώντας από το σκοτάδι στο φως, για να εμποδίσουν τώρα τους επίδοξους μιμητές τους. Ο συγγραφέας είναι στριμωγμένος ανάμεσα στον Ρήγα τον Βολιώτη που το έπαθε και τον Ιγνάτιο τον Πωστονλεν που το αφηγήθηκε. Γράφει στο μεταίχμιο μεταξύ φωτός και σκοταδιού, αντισταθμίζοντας το εξωτερικό φως και το εσωτερικό σκοτάδι. Γράφει «μια αφόρητα φωτεινή μέρα» πίσω από «σκούρες βαριές κουρτίνες» πάνω «σε άγραφες σελίδες που με στράβωνε η λάμψη τους» για να καταλήξει να τραβήξει τις κουρτίνες «όταν κάποια στιγμή το έξω σκοτάδι άρχισε να συμπίπτει με το μέσα».
Ο Νόλλας χαράσσει την ιστορία του σαν να σκάβει μια κοίτη λέξεων, στη μισγάγκεια, στο όριο της συνάντησης των αντιθέτων, για να υποδεχθεί ένα ποτάμι που έπεται, ένα ερώτημα που θα φωτιστεί, παραμένοντας ωστόσο στη σκιά μετά την ολοκλήρωση της εκσκαφής, μετά το πέρας της ανάγνωσης. Το σύνορο, το μεταίχμιο εκείνο όπου τα πράγματα συγκρούονται, ισορροπούν ή διαπλέκονται με το αντίθετό τους αποτελεί τον βασικό άξονα της νουβέλας, που συνέχει όλα τα επίπεδα του έργου. Ακροπατώντας στο σύνορο εκείνο όπου ο νεκρός είναι εκείνος που σώθηκε από τον πνιγμό, όπου μια πιθανή αυτοκτονία ενδέχεται να είναι συγκαλυμμένος φόνος, όπου ο ξένος αποδεικνύεται δικός μας άνθρωπος, το θύμα βιοπορίζεται ως θύτης, ο ναυαγός φτιάχνει τη ζωή του πλάι στο ανθρώπινο ναυάγιο, η ζωή και το όνειρο «διαρκώς συγχέονται τα δυο τους, εισβάλλοντας το ένα στο άλλο» και η νουβέλα του Νόλλα διαπλέκεται με ένα διήγημα του Χατζή, ο συγγραφέας κατορθώνει να μιλήσει αποφεύγοντας κάθε είδους απόφανση. Ο Νόλλας προσεγγίζει τους ήρωες, τις καταστάσεις, τις αιτίες, τις πράξεις, τη γραφή, την ζωή, το νόημα κουβαλώντας την επιστημονική γνώση, σύμφωνα με την οποία η πράξη της παρατήρησης επηρεάζει την παρατηρούμενη πραγματικότητα. Εν ολίγοις τα πράγματα δεν μένουν άθικτα όταν φωτιστούν ολόκληρα· γι’ αυτό και ο μοναδικό τρόπος να αφηγηθεί μια ιστορία που να μην είναι σκέτο παραμύθι, αλλά να κουβαλάει κάποια αλήθεια, είναι αφηγηθεί μια ιστορία όπου το κάθε τι λούζεται κατά το ήμισυ στο φως και βυθίζεται κατά το ήμισυ στο σκοτάδι.