Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2009

Σαν τον Καραγκιόζη


Αντάμωσα για πρώτη φορά τον Καραγκιόζη τεσσάρω ή πέντε χρονώ στη χιονισμένη Γενεύη. Τον θυμάμαι ακόμα να βγαίνει ξυπόλητος στο πανί και οικτίρει τον εαυτό του που δε φοράει παπούτσια στην παγωνιά. Εκτοτε κουβαλάω μέσα μου τη χροιά της φωνής του Ευγένιου Σπαθάρη που ταυτίστηκε άπαξ και δια παντός με τον Καραγκιόζη.
Η γνωριμία με την μυθική αυτή μορφή έγινε, χρόνια αργότερα, μέσα από το δίτομο των εκδόσεων «Ερμής» με επιλογές χαρακτηριστικών έργων του.
Η σχέση αυτή βάθυνε μέσα από τα βιβλία (καθώς η σχέση της γενιάς μου με τα πράγματα διαμεσολαβείται από το χαρτί και την εικόνα) του Γιάννη Κιουρτσάκη «Προφορική παράδοση και ομαδική δημιουργία», «Καρναβάλι και Καραγκιόζης» (Κέδρος) και τα τραγούδια του Σαββόπουλου. Η εικόνα του ανθρώπου που μεταφέρει στις «φρικτές του πλάτες» φίλους και εχθρούς κυριολεκτικά «φώτισε» την χάρτινη φιγούρα του θεάτρου σκιών.
Η δε επισήμανση του, ότι αγαπάει τον Καραγκιόζη γιατί είναι όλος κενά και «μόνο αν είσαι όλος κενά μπορεί να σε διαπεράσει το φως» μου άνοιξε τα μάτια σε ένα, ανυποψίαστο, πνευματικό βάθος από το οποίο αντλεί όχι μόνο ο Καραγκιόζης, αλλά σχεδόν κάθε γνήσια υπαρξιακή αγωνία, κάθε ακροζύγιασμα στο όριο σκότους και φωτός.
Έτσι, «σαν έτοιμος από καιρό» ξαναβρήκα τη φωτόδαρτη σκιά του Καραγκιόζη στις νυχτερινές παραστάσεις του πιο παραδοσιακού, ήτοι καινοτόμου καραγκιοζοπαίχτη Αθω Δανέλη. Γιατί το ίδιον του Καραγκιόζη, όπως και κάθε μεγάλου καλλιτεχνικού έργου, είναι η ανοιχτότητά του· η πολυσημία εκείνη που κατορθώνει να εκφράσει κάθε εποχή. Το πασίγνωστο «θα φάμε, θα πιούμε και νηστικοί θα κοιμηθούμε» γλιστράει από την κυριολεκτική του σημασία στα χρόνια ας πούμε της Κατοχής στη μεταφορική, περιγράφοντας γλαφυρά σήμερα τον ακατάπαυστα ακόρεστο Νεοέλληνα του shopping therapy.
Το μεγαλείο του Καραγκιόζη, σε αντίθεση με την «ακαδημαϊκή» τέχνη, είναι πως εξελίσσεται αλλάζοντας διαρκώς και το περιεχόμενό του, όπως ο όφις τα πουκάμισα. Η μεγάλη δύναμή του, είτε βρίσκεται στη Γενεύη, είτε στον Κεραμεικό είναι πως κατορθώνει να εκφράσει το βαθύ και παραμόνιμο αίσθημα του ανέστιου που χαρακτηρίζει τον Ελληνα (κυρίως απέναντι σε κάθε κρατική εξουσία).
Γι’ αυτό και εξοργίζεται θλιβόμενος κανείς όταν τον βλέπει να συρρικνώνεται στην (ανυπόληπτη) κατηγορία της «παιδικής παράστασης», όπως, σε άλλο πλαίσιο, ο «Ελύτης ποιητή του Αιγαίου». Λες και αρεσκόμαστε να παίρνουμε τους θησαυρούς μας για καθρεφτάκια και τα αποσκυβαλίδια για χρυσάφι.