Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2009

Μπάλα και θρησκεία.


H μεγάλη παγκόσμια είδηση της ημέρας είναι ότι η Ρεάλ Μαδρίτης προσέφερε κολλαριστά ή παντελονάτα 95 εκατομμύρια ευρώ στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ για την απόκτηση του Πορτογάλου επιθετικού Κριστιάν Ρονάλντο. Αν συνυπολογίσει κανείς τα 67,5 εκατομμύρια ευρώ που ξόδεψε ο Φλορεντίνο Πέρεθ της μαδριλένικης ομάδας στις αρχές του μηνός για να φέρει τον Βραζιλιάνο επιθετικό, Κακά, φθάνουμε αισίως τα 162 εκ. ευρώ. Περίπου όσο πουλήθηκε η Ολυμπιακή. Αντιδράσεις υπήρξαν πολλές. Οι αγανακτισμένοι, όχι αποκλειστικά και μόνο από τον χώρο του ποδοσφαίρου, για τα αμύθητα ποσά που αλλάζουν χέρια εν μέσω κρίσης σαν μαρουλόφυλλα βροντοφώναξαν την ενόχλησή τους. Ο Πέρεθ όμως, ο 397ος πιο πλούσιος άνθρωπος της υφηλίου με περιουσία που ξεπερνάει τα 1,3 δις ευρώ, απάντησε, με ένα ελάχιστο ίχνος υπεροψίας στα λόγια του, ότι «πληρώνεις αρκετά γι' αυτούς, αλλά σου φέρνουν πάντα πίσω τα λεφτά σου και με τόκο».
Η μεγαλύτερη θρησκεία του κόσμου δεν είναι πια το ποδόσφαιρο. Όπως συνέβη και με τον Χριστιανισμό από τη στιγμή που άρχισε η αποϊεροποίησή του και η μετατροπή του σε θρησκευτικό φαινόμενο για την κάλυψη των ορμέμφυτων αναγκών και των φόβων των ανθρώπων, οι «πιστοί» στράφηκαν γρήγορα στις σέκτες (όπως παλαιότερα οι μαρξιστές στα λογής γκρουπούσκουλα) που εξακολουθούν να φυτρώνουν σαν το γαιδουράγκαθο σε όλα τα χωράφια, σε όλα τα κλίματα. Η Καθολική Ε κκλησία κλονίζεται από την ισχύ και την διάδοση των ανά τον κόσμο «χριστιανικών» σεκτών. Μπορεί το Βατικανό να ηγείται μιας παγκόσμιας, ακόμη, υπερδυναμης, όμως ένας στρατός από αδηφάγα μυρμύγκια είναι πάντοτε πιο ευέλικτος και δυνατός από έναν ελέφαντα. Ενας θεληματικός τηλεπάστορας που γράφει καλά στο γυαλί και θεραπεύει μπροστά στα μάτια του κοινού κουτσούς, στραβούς και ψυχικά λαβωμένους κουτρουβαλιάζοντάς τους με ένα του νεύμα στο πλατό, έχει μεγαλύτερη ευκολία να συλλλέξει εκατομμύρια (σαν μαρουλόφυλλα) απ' ότι οι κατά τόπους εκπρόσωποι των μεγάλων Εκκλησιών. Οι μικρές (αναλογικά σε σχέση με τα εκατομμύρια των πιστών του Ποντίφικα) ομάδες προσφέρουν πιο εύκολα το μεγάλο γιατρικό στους οπαδούς της: την αίσθηση ότι σε σχέση με όλους τους υπόλοιπους είναι οι πραγματικοί κάτοχοι της αλήθειας. Ο περιούσιος λαός. Αντίστοιχα, δύσκολα θα βρεις σήμερα έναν οπαδό του ποδοσφαίρου, έτσι αφηρημένα. Οι οπαδοί έχουν πάψει να ομνύουν στη στρογγυλή θεά και ομνύουν σε συγκεκριμένη ομάδα. Κρεμάνε στο προσκεφάλι τους την εικόνα του Πέρεθ ή του Κόκκαλη, όπως κάποτε τους τοίχους κοσμούσαν α πορτρέτα του Στάλιν ή του Βασιλιά. Οι μεγάλοι πρόεδροι ισχυροποιούν τις μεγάλες ομάδες κάνοντας επίδειξη ποδοσφαιρικού πλούτου, της αφρόκρεμας του ποδοσφαιρικού ταλέντου και πακτωλού εκατομμυρίων για να συσπειρώσουν τους δικούς τους οπαδούς. Οι οποίοι είναι στη συνέχεια έτοιμοι να πέσουν σε οποιαδήποτε φωτιά για την ομάδα. Οχι για την αφηρημένη ιδέα της μπάλας. Γιατί μπάλα παίζει στο διπλανό χλοοτάπητα κι ο (μισητός) αντίπαλος.

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2009

Αλεσσάντρο Μπαρίκκο «Ιστορία σαν παραμύθι» Εκδόσεις Πατάκης


Υπάρχουν πολλών ειδών συγγραφείς. Μια κατηγορία σκανδαλωδώς προικισμένων είναι εκείνοι που διαθέτουν το θείο δώρο του παραμυθά. Όχι απλώς μια ζηλευτή ικανότητα αφήγησης που προσφέρει τεράστια επιτάχυνση στην κάθε τους πρότασή, παρασέρνοντας σε μια μεθυστική κούρσα τον αναγνώστη, που άπαξ και ανοίξει το βιβλίο, είναι ανίκανος να αφήσει το απ’ τα χέρια του. Αλλά και φαντασία σε μόνιμη κατάσταση εγκυμοσύνης που κυοφορεί ακατάπαυστα καταστάσεις, εικόνες, γεγονότα, φράσεις και λέξεις. Εμβληματικό παράδειγμα ο Αλέξανδρος Δουμάς. Στη δαιμόνια αυτή χορεία ανήκει και ο Αλεσσάντρο Μπαρίκκο. Η «Ιστορία σαν παραμύθι» έχει την παραπειστική μορφή θεατρικού ή μουσικού έργου με ουβερτούρα, πέντε μέρη και επίλογο. Κάθε ένα από τα επτά μέρη «λειτουργεί» σαν θεατρική αυτόνομη πράξη, έτσι που το όλον μοιάζει με διαδοχή αυτοτελών μονόπρακτων. Κι εντούτοις πρόκειται για ένα συνεκτικό μυθιστόρημα. Τα επτά του κομμάτια μοιάζουν εντελώς παράταιρα, η αφήγηση των γεγονότων που έλαβαν χώρα σε μια μικρή (ένα απόγευμα) ή μεγαλύτερη χρονική περίοδο στη διάρκεια της οποίας ο αναγνώστης διασταυρώνεται με διαφορετικές στιγμές της πορείας των ηρώων ή με τον απόηχο τους. Το πρώτο κομμάτι, ένα μελαγχολικό αρμονικό βαλσάκι, αφορά στην Μεγάλη Κούρσα –εκατόμβη- του 1903, όπου οι πρώτοι παράφορα ριψοκίνδυνοι οδηγοί αποπειράθηκαν να παραβγούν με τα πρωτόλεια αυτοκίνητά τους σε έναν αγώνα από το Παρίσι μέχρι τη Μαδρίτη. Το δεύτερο διηγείται την ιστορία ενός ονειροπόλου κτηνοτρόφου που έχοντας μπαφιάσει τη μυρωδιά της κοπριάς αποφασίζει, μαγεμένος από τους πρώτους αγώνες, να ανοίξει ένα γκαράζ σ’ ένα ιταλικό χωριουδάκι στη μέση του πουθενά. Στο τρίτο, έχουμε την μαεστρική περιγραφή μέσα από το πρίσμα διαφορετικών αφηγήσεων (διαφορετικών μουσικών τονικοτήτων) της άτακτης υποχώρησης των Ιταλών στη μάχη του Καπορέτο τον Οκτώβριο του ’17. Αν το προηγούμενο διακρινόταν για τις μεγάλες τονικές διακυμάνσεις που θυμίζουν Μάλερ, το τέταρτο, με τις ονειρόπλαστες ημερολογιακές σημειώσεις της Ελιζαβέτας μας παραπέμπει στα μουσικά παιχνίδια του Φίλιπ Γκλας. Το πέμπτο κομμάτι του πολυεπίπεδου παζλ, ο αυτιστικός μονόλογος ενός καθυστερημένου μικρού παιδιού (ο αδελφός του κεντρικού ήρωα, Ούλτιμο) θυμίζει σύγχρονη μινιμαλιστική πειραματική μουσική που διαρκώς μηρυκάζει τις φράσεις της. Μετά από μια σειρά ανολοκλήρωτες πολύνεκρες κούρσες, «μια παράλογη βόλτα στα σωθικά του κακού», την τελευταία πτήση ενός πολεμικού αεροσκάφους που μεταμορφώνει έναν αεροδιάδρομο σε υπόσχεση για την ολοκλήρωση μιας διαδρομής, ο επίλογος έρχεται να κλείσει τον κύκλο με την εκτέλεση μιας τέλειας κούρσας. Το βιβλίο παρουσιάζεται ως μια ιστορία με κεντρικό άξονα τα αυτοκίνητα και τους αγώνες ταχύτητας. Σταδιακά κι αθόρυβα ο άξονας μετατοπίζεται από τις κούρσες στην κούρσα ως διαδρομή και από το πάθος του ήρωα για την κατασκευή της αρμονικότερης διαδρομής (πίστα αγώνων) στην διαδρομή των ηρώων μέσα στη ζωή. Ο λειψανάβατος, μα ξεχωριστός Ούλτιμο συνεχίζει την ημιτελή διαδρομή του πατέρα του, την οποία ολοκληρώνει η Ελιζαβέτα, κυνηγώντας τον τέλειο κύκλο, την επιστροφή στην αφετηρία όπου δύναται κανείς να συναντηθεί οριστικά με τον εαυτό του. Ο Μπαρίκκο δεν σπάει απλώς την κλασική γραμμική αφήγηση, αλλά και την τυπική αφηγηματική δομή της περιγραφής της διαδρομής ενός ήρωα προς την αυτογνωσία, υποκαθιστώντας τον με μια σειρά προσώπων που διανύουν την εν λόγω διαδρομή παραδίνοντας ο ένας τη σκυτάλη στον άλλο. Ο τελευταίος φτάνει στο τέρμα κουβαλώντας μαζί τους υπόλοιπους. Το μεγαλύτερο, ίσως, δώρο του Ιταλού παραμυθά στον αναγνώστη του είναι η γλώσσα του: η καθηλωτική εκφραστική δύναμη και ευστοχία του Μπαρίκκο, ο οποίος χτίζει επιμελώς το κείμενό του προετοιμάζοντας το έδαφος για την περιοδική έλευση μιας θαυμάσιας, αμιγώς λογοτεχνικής, φράσης που γεύεσαι σαν εξαίσιο γλύκισμα. Οι διάσπαρτες γλωσσικές εικόνες που συνέχουν τα πρόσωπα και τα γεγονότα σε ένα ισχυρό λογοτεχνικό έργο. Η μετάφραση είναι αντάξια του πρωτότυπου κειμένου.