Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

Πάσχα 2009


Έρχεται και πάλι το Πάσχα. Και θα είναι ίδιο, σαν φωτοτυπία, με το προηγούμενο. Κι αυτό, ενώ νομίζαμε πως είχαμε ξεφύγει από την ανία των γιορτών, γυρίζοντας την πλάτη στην σταθερά επαναλαμβανόμενη τελετουργία των ακολουθιών της Μεγάλης Εβδομάδας. Ενώ είχαμε ξεκόψει μια και καλή από την αέναη επανάληψη των ίδιων πάντα απαρασάλευτων συνηθειών που μας επέβαλε στανικά το αραχνιασμένο και φλυάρο παρελθόν μας, φορώντας την βαρετή μάσκα της «παράδοσης» σε κάθε «θρησκευτική γιορτή». Ενώ παλεύουμε να ανανεώσουμε το γιορτινό καθισιό προσφέροντας στον εαυτό μας νέους τρόπους διασκέδασης και απόλαυσης των διακοπών.
Ωστόσο η αντικατάσταση της γιορτής από τις διακοπές (η γιορτή των Χριστουγέννων και του Πάσχα που έγιναν αντίστοιχα διακοπές των Χριστουγέννων και του Πάσχα) δεν μας απάλαξε από την ανιαρή επανάληψη των ίδιων συνηθειών κάθε χρόνο. Ξοδεύουμε και φέτος ατέλειωτες ώρες γυρίζοντας τα μαγαζιά για να αγοράσουμε λαμπάδα στο βαφτιστήρι κι έναν εσμό καταναλωτικών προϊόνων σε μια ατελείωτη λίστα συγγενών και φίλων. Ατέλειωτες ώρες στα χασαπομανάβικα για να προμηθευθούμε το απαραίτητο κατσικάκι και τα συμπαρομαρτούνται του πασχαλινού τραπεζιού, όπου θα βρεθούμε και φέτος συνδαιτημόνες με τους ίδιους αχώνευτους ή αδιάφορους συγγενείς. Για να καταλήξουμε και πάλι να ξεσφύγγουμε αγκομαχώντας το ζωνάρι, να επιστρέφουμε στο γραφείο αποκαμωμένοι από την ευωχία κι έμπλεοι τύψεων για τα παραπανήσια μας κιλά. Με τη συνήθεια να έχει επιβάλει το μονότροπα επαναλαμβανόμενο της πρόγραμμα στις λίγες ελεύθερες μέρες των διακοπών μας, εισβάλλοντας από την πίσω πόρτα στη ζωή μας.
Η μελαγχολία και η κουρασμένη απογοήτευση που μας επιδαψιλεύουν οι γιορτές είναι ίδια με εκείνη που μας πλακώνει τα απογεύματα της Κυριακής. Κι η «γιορτή» ή οι «διακοπές» μια πιο φλύαρη απλώς εκδοχή της σταθερά επαναλαμβανόμενης (σαν μελλοντολογικός εφιάλτης) εβδομαδιαίας αργίας του Σαββάτου: Χλιαροί καπουτσίνοι στις πλατείες, τρεξίματα με ξέχειλες τσάντες στις αγορές, άγρια ντερλικώματα σε εστιατόρια, ταβέρνες ή σε σπίτια, εκκωφαντικά ξενύχτια στις μπάρες ή στις πίστες, βουβή, δηλαδή, καταμέτρηση του νυχτερινού χρόνου σε μια διαδοχή τσιγάρων και ποτών, μπαϊλντισμένο ξύπνημα το σερνάμενο πρωινό της Κυριακής.
Υπάρχουν βέβαια κι εκείνοι που αποφασίζουν να κόψουν οριστικά, σα γόρδιο δεσμό, τον ομφάλιο λώρο που τους συνδέει (έστω και στην πιο χαλαρή του μορφή) με τις υποχρεώσεις και τις επιταγές της γιορτής. Εκείνοι που δραπετεύουν στο εξωτερικό. Αλλά κι εκεί τους περιμένει ένα άλλο déjà vu: η πιο πολυδάπανη εκδοχή του Σαββατοκύριακου: ψώνια στα μαγαζιά, καφέ στις μεσαιωνικές πλατείες της Ευρώπης, φαϊ σε γκουρμέ εστιατόρια, πιο ευρωπαϊκό, αλλά παρόμοια εκκωφαντικό, αν και άκαπνο, ξενύχτι στις μπάρες και στις πίστες.
Ασε που κανείς δεν ταξιδεύει μόνος. Παίρνει απαρέγκλιτα μαζί και τη συνήθεια στο αδιάφορο πρόσωπο του κουρασμένου συζύγου ή του απηυδισμένου συντρόφου. Παρά τα πολύχρωμα στολίσματα, τα ευχολόγια, τα πλασματικά χαμόγελα και την βεβιασμένη ευτυχία, παρά τις ατέρμονες προσπάθειες να υποδυθούμε νέους πιο «χαλαρούς», «μοδάτους», «ανέμελους», «προοδευτικούς» ρόλους δεν καταφέρουμε νε ξεφύγουμε από τα προβλήματα που κουβαλάει ο εαυτός μας, η σχέση μας με τους άλλους, η άδεια μας ζωή.
Αν η επανάληψη και η συνήθεια αποτελούν σταθερές συμπαραδηλώσεις της κυκλικής πορείας του χρόνου, απαρασάλλευτος κανόνας της ζωής, η συλλογική απόπειρα εξημέρωσης της μέσω της αναγωγής της σε γιορτή, μπορούν να διαλύσουν την ταυτολογία γιορτή=διακοπές. Η μετοχή στο σταθερό συλλογικό τραγούδισμα κάθε εξωτερικότητας, ενός νοήματος που μας υπερβαίνει και μας συνιστά (το νόημα του κόσμου που πρέπει να βρίσκεται εκτός κόσμου, σύμφωνα με τον Βίτκενσταϊν) τότε το Πάσχα αυτό ενδέχεται να σηματοδοτήσει η έξοδος από τον βεβαρυμένο μας εαυτό ή γέννησή μας στον τόπο ενός άλλου. Κάθε άλλου.