Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009

Η πανάκεια



Ζούμε στην εποχή της εναγώνιας αναζήτησης της πανάκειας: Το φάρμακο για την καταπολέμηση του θανάτου, του γήρατος, της παχυσαρκίας. Χρήμα (ρευστό ή πλαστικό). Μια μεγάλη μίζα ή μια τεράστια μπάζα. Ατελείωτο σεξ (ουκ εν το εκλεκτό το ευ). Εναν γκόμενο, ένα μωρό (ερήμην του άλλου). Εξουσία (όλο και ψηλότερος θώκος). Ακριβά ρούχα, αυτοκίνητα, κοσμήματα, σπίτια ή πισίνες, ακριβά ρούχα, αυτοκίνητα, κοσμήματα, σπίτια ή πισίνες, ακριβά ρούχα, αυτοκίνητα, κοσμήματα, σπίτια ή πισίνες κ.ο.κ. Μια θέση στο δημόσιο, στο πανεπιστήμιο, σε μια πολυεθνική. Μια πορεία, μια εξέγερση, μια νίκη (δική μου ή του κόμματος, της ομάδας-θρησκείας μου). Η κατίσχυση επί του (κάθε) αντιπάλου (πολιτικού, ιδεολογικού, του γείτονα, του διπλανού, μιας ξένης γκόμενας). Μια βόμβα στα Εξάρχεια, στο Ψυχικό, στην Εκάλη. Ενα ταξίδι χωρίς επιστροφή στη Βαϊκάλη. Ενα κλεμμένο αχλάδι απ' τον μπακάλη. Ενα ξεγυρισμένο χεσίδι στου κασσίδη το κεφάλι...

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2009

Claude-Lévi Strauss


«Σιχαίνομαι τα ταξίδια και τους εξερευνητές», αυτή είναι η πρώτη φράση του βιβλίου «Θλιβεροί Τροπικοί»του διάσημου Γάλλου εθνολόγου Κλοντ Λέβι-Στρος, που συμπλήρωσε έναν αιώνα ζωής. Η δήλωση ωστόσο αυτή δεν προκαλεί κατάπληξη. Γιατί ο Λέβι-Στρος δεν διαθέτει το μικρόβιο του εξερευνητή, αλλά εκείνο το μανιώδους συλλέκτη. Οι επισκέπτες του Μουσείου του Κε Μπρανλί έχουν τη δυνατότητα να ανακαλύψουν τα 1478 εκθέματα που περισυνέλεξε κατά τη διάρκεια του βίου του ο Γάλλος εθνολόγος, θαυμάσουν τις φωτογραφίες του λευκώματος «Νοσταλγία της Βραζιλίας» που τράβηξε από το 1935 ως το 1939 στο Μάτο Γκράσο και την Αμαζονία. O Λέβι-Στρος συνεχίζοντας τη παράδοση των Κεντροευρωπαίων ταξιδευτών (Ελγιν, Μαλρώ) μετέφερε στη χώρα του τα σημαντικότερα έργα τέχνης των πολιτισμών που ανακάλυπτε. Τα περισσότερα αντικείμενα συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια δύο ταξιδιών που πραγματοποίησε με τη σύζυγό του Ντίνα στην Αμαζονία ως απεσταλμένοι του τότε υπό διαμόρφωση Μουσείου Εθνολογίας «Musée de l’Homme». Η πρώτη επιστημονική αποστολή (1926) ήταν αποδοτική καθώς συνοδεύτηκε από μια έκθεση των 678 αντικειμένων (κεραμικά, βέλη και τόξα, μουσικά όργανα κλπ) των φυλών Μπορόρος και Καντουβέος που εντάχθηκαν αυτομάτως στη συλλογή του Μουσείου. Η δεύτερη αποστολή (1938-39) στους Ναμπικουάρα και τους Τούπι-Καουαχιμπ δεν επέφερε ανάλογους καρπούς, καθώς τους ακολουθούσε σε κάθε βήμα ειδικός συνοδός με τη ρητή εντολή να μην επιτρέψει τη «μετανάστευση» των σημαντικότερων έργων. Ο Λέβι-Στρος πλούτισε τη συλλογή του κατά τη διάρκεια της παραμονής του στις ΗΠΑ αγοράζοντας από τους αντικέρ σπάνια αντικείμενα των Ινδιάνων της βόρειας Αμερικής. Το ίδιο μικρόβιο του συλλέκτη ανιχνεύεται και στο φωτογραφικό αρχείο του αιωνόβιου ανθρωπολόγου. Ο Στρος, γιος ζωγράφου, δεν είχε σε μεγάλη υπόληψη τη φωτογραφία: την αντιμετώπιζε ως συμπληρωματικό «εργαλείο» στη δουλειά του εθνολόγου. Οι φωτογραφίες του φανερώνουν περισσότερο την πρόθεσή του να «συλλέξει» εικόνες, που θα του χρησίμευαν για να επαναφέρει στη μνήμη του αναμνήσεις από τα ταξίδια του. Πίσω από τον ανθρωπολόγο και τον ερασιτέχνη φωτογράφο, κρύβεται ο μανιώδης συλλέκτης. Κι ο «ο αυθεντικός συλλέκτης», σύμφωνα με τον Βάλτερ Μπένγιαμιν «δρα ως κυνηγός και κατακτητής». Η «συλλογή» αντικειμένων, έργων τέχνης «υπανάπτυκτων» πολιτισμών κρύβει ή φανερώνει την υπέρμετρη αλαζωνεία του Δυτικοευρωπαίου αποικειοκράτη που καταδυνάστευσε την υφήλιο και συνεχίζει να το πράττει mutantis mutandtis και σήμερα πουλώντας τα ομοιόμορφα, χρηστικά, εφήμερα και ευτελή του αντικείμενα στις τέσσερις γωνιές του (εκπολιτισμένου) πλανήτη.

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

Αίτημα επανασύνδεσης με έναν ιδανικό εαυτό


Η συνάντηση με τους παλιούς συμμαθητές μετά από σχεδόν δυο δεκαετίες έχει όλα τα συμπτώματα του ισχυρού μεθυσιού. Στην αρχή όταν συναντάς οικεία κι αγαπημένα πρόσωπα ένα κύμα χαράς και κεφιού σε ανυψώνει κάποια εκατοστά πάνω από το πάτωμα. Ακολουθεί η βουβή πτώση στο σκληρό έδαφος της πραγματικότητας. Το αίσθημα πικρίας, μελαγχολίας ή ακόμα και κατάθλιψης που εμφανίζεται αργότερα σε ορισμένους, ποικίλει ανάλογα με την περίπτωση. Το ψυχικό βάρος και η πικρή γεύση στο στόμα είναι εντονότερα την επομένη, προσιδιάζοντας στα σκούρα απόνερα του μεθυσιού. Μόνο που ο πόνος έχει μεταφερθεί από το κεφάλι στην καρδιά.
Η πίκρα δεν προκύπτει από την σχετική ή όχι αλλαγή των παλιών συμμαθητών, ούτε από το γεγονός ότι για ένα βράδυ μετέχεις σ' ένα tableau vivant με κατά 20 χρόνια μεγαλύτερους συμμαθητές που ανακατεύουν παλιές φωτογραφίες σε μια προσπάθεια να ξανανιώσουν κάτι από την ανεμελιά των αδιαμόρφωτων ακόμα σχολικών χρόνων. Ούτε από το ξάφνιασμα για την παιδικότητα των προσώπων στις φωτογραφίες παρά την σκηνοθετημένη τους προσπάθεια να δείξουν στιβαροί ενήλικες. «Αυτό το παιδί ήμουν πράγματι εγώ;», αναρωτιέσαι ενώ προσπαθείς να διαβάσεις το βλέμμα του.
Η μελαγχολία προκύπτει από τον αναγκαστικό απολογισμό είκοσι χρόνων ζωής στον οποίο σε υποχρεώνει η ίδια η απόπειρα επανα-σύνδεσης με οικεία ξένους ανθρώπους, με έναν οικείο, αλλά άγνωστο πλέον πρόσωπο. Γιατί τελικά το reunion δεν είναι παρά μια απεγνωσμένη προσπάθεια επανασύνδεσης με έναν χαμένο εαυτό. Ο απολογισμός είναι που κουβαλάει μαζί του την απογοήτευση. Οχι ο συγκεκριμένος, αλλά κάθε απολογισμός. Εξ ορισμού. Αν η ζωή είναι συνυφασμένη με τις αλλεπάλληλες διάψευσεις μεγάλών ή μικρών στόχων, τότε κάθε απολογισμός δεν είναι άλλο από τη οδυνηρή συνειδητοποίηση μιας αποτυχίας. Ταυτόχρονα ένα μηδένισμα του κοντερ και ένα νέο (ψυχολογικό τουλάχιστον) ξεκίνημα.
Το δυσκολότερο δε κομμάτι του απολογισμού δεν είναι εκείνο που αφορά στα επαγγελματικά, αλλά στα προσωπικά κι εν γένει στη σχέση με τους ανθρώπους. Κάποιοι βγάζουν περισσότερα χρήματα από άλλους, κάποιοι είναι πιο συνεπαρμένοι με το επάγγελμα που ασκούν, κάποιοι ζουν τις ώρες της επαγγελματικής εργασίας ως ενοχλητική, αλλά αναγκαία παρένθεση στην υπόλοιπη, κατεξοχήν ζωή τους. Η επαγγελματική επιτυχία σταθμίζεται με πολλά μέτρα και μετριέται με διαφορετικά καντάρια.
Ο βαθύς όμως πόνος και το αίσθημα αποτυχίας του ανθρώπου που δεν ευτύχισε στις προσωπικές του σχέσεις, του ανθρώπου που είχε ελάχιστες, αν όχι καμία, εντελώς επιφανειακές σεξουαλικές επαφές (επαφές της επιδερμίδας που λέει ο Λορεντζάτος) και που στα 36 του αναζητεί σχεδόν απελπισμένα έναν σύντροφο που θα του φέρει ένα ποτήρι νερό από έγνοια και αγάπη, που θα τον γλιτώσει από την αδυσώπητη και σκληρή αντανάκλαση της φωνής του στους τοίχους του άδειου του σπιτιού, είναι απροσμέτρητος.
Ο απολογισμός αυτός είναι εξαιρετικά οδυνηρός γιατί γεννάει ανελέητα ερωτήματα που επανέρχονται περιοδικά και σου κατασπαράσσουν την ψυχή με τα κοφτερά τους δόντια. Αναρωτιέσαι αν έχεις ή δεν έχεις την «ικανότητα» να αγαπήσεις πραγματικά κάποιον. Αν εκτός από εκπορθητής και υπερόπτης κατακτητής έχεις κάτι περισσότερο να προσφέρεις σε μια σχέση πέρα από το λαμπερό κατακτητικό σου εγώ.
Συνειδητοποιείς ότι υπάρχουν άνθρωποι, που με την πάροδο των ετών και την φυσιολογική ανάπτυξη προσωπικών αξιών και κριτηρίων, ιδιοτροπιών και μονομανιών, αντιστάσεων και φοβιών έχουν απολέσει τη δυνατότητα να σχετιστούν πραγματικά με κάποιον, να αγαπήσουν και να δοθούν, να προσχωρήσουν ανιδιοτελώς σε μια σχέση. Ρυθμίζουν τα πάντα από το κατώφλι ή αφήνουν ορθάνοιχτες όλες τις πόρτες και τα παράθυρα, όντας από την πρώτη στιγμή πανέτοιμοι για μια εσπευσμένη φυγή.
Η αποτυχία της διάρκειας, η αλυσίδα των δεσμών που διαλύθηκαν μετά το πέρας των πρώτων μηνών της ονειρικής ευωχίας των ερωτευμένων, μετά το κατέβασμα στο τραπέζι όλων δυνατών χαρτιών για την αναζωογόνηση μιας σχέσης που βυθίζεται στη βουβή πλήξη ή στην ηχηρή ασυνεννοησία είναι μεγάλη πληγή. Διαμορφώνεις σιγά σιγά μέσα σου και την αίσθηση ενός ανυπέρβλητου χρονικού ορίου: μια «καλή» σχέση μπορεί να κρατήσει μέχρι 3 ή 5 χρόνια, μια συμβίωση 5 με 7. Το τελευταίο (υπαρξιακό) ερώτημα που πέφτει πάνω σου σαν πέτρα είναι κατά πόσο είμαστε ικανοί κατά τη διάρκεια μιας θνητής περιορισμένης ζωής για σχέσεις ή για έργα που θα διαρκέσουν στον χρόνο.