Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2009

shoot’-em-up



Μέχρι τώρα γνωρίζαμε μόνο τα πελώρια εμπορικά καταστήματα, τα shopping Malls. Στη Φιλαδέλφεια της Αμερικής έκανε τον περασμένο Αύγουστο την εμφάνισή του το πρώτο τεράστιο Mall με βιντεοπαιχνίδια αντί για εμπορικά καταστήματα: η τερατώδης εκδοχή του συνοικιακού Internet café. Το Ψυχαγωγικό Κέντρο του αμερικανικού στρατού (Army Experience Center) είναι ο παράδεισος του λάτρη των ηλεκτρονικών παιχνιδιών: 1.300 τ.μ. γεμάτα βιντεογκέιμ της κατηγορίας shoot’-em-up (εξόντωσης του αντιπάλου) και τρεις κανονικής κλίμακας προσομοιωτές: ένα πολεμικό ελικόπτερο Απάτσι (AH-64 Apache Longbow), ένα πάνοπλο πολεμικό τζιπ (Humvee) και ένα πολεμικό ελικόπτερο (Black Hawk ) εφοδιασμένο με ημιαυτόματα όπλα Μ4. Στόχος του αμερικανικού στρατού είναι η στρατολόγηση νέων σε πόλεις των ΗΠΑ, όπου το ποσοστό όσων αποφασίζουν να ενδυθούν τα χακί είναι ιδιαίτερα χαμηλό. Ο αμερικανικός στρατός στρατολόγησε το 2008, 80.156 νέους στρατιώτες σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο με δύο ανοιχτά πολεμικά μέτωπα (Ιράκ, Αφγανιστάν) και υψηλά ποσοστά κοινωνικής δυσαρέσκειας. Ηδη από το 2007 οι έφεδροι που κατορθώνουν να προσηλυτίσουν νέους στρατιώτες λαμβάνουν μπόνους 2000 δολαρίων. Σύμφωνα με δημοσίευμα της International Herald Tribune μεγάλος αριθμός νέων 17-25 χρονών συρρέουν στο νεόδμητο Mall για να παίξουν δωρεάν video games, από τα πιο πολεμικά ουδέτερα, όπως ποδοσφαιράκι μέχρι και το βάπτισμα σε πραγματικές συνθήκες μάχης στους προσομοιωτές. Πολλά έχουν γραφτεί για τη βία των video games, ιδιαίτερα των shoot’-em-up, και τον μαζικό εθισμό που προκαλούν στα παιδιά, τα οποία φτάνουν να αποκόπτονται από τον πραγματικό κόσμο συμπληρώνοντας 16 και 20 ώρες ημερισίως, καρφωμένα στην οθόνη τους ή καλωδιωμένα στο διαδίκτυο. Αμέτρητοι αρθογράφοι έχουν επισημάνει τις καταστροφικές τους συνέπειες, που σε συνδυασμό με την αδιάκοπη καθημερινή προβολή φονικών από τις τηλεοράσεις, την υποδαύλιση των πιο βίαιων ανθρώπινων ενστίκτων εκμηδενίζουν την αξία της ανθρώπινης ζωής καθιστώντας τον φόνο διασκέδαση. Πάμπολλες οι διαπιστώσεις για την ανάπτυξη αντικοινωνικής, βίαιης ενίοτε και εγκληματικής συμπεριφοράς ή τη συσχέτιση των shoot’-em-up με την κατακόρυφη αύξηση της παιδικής εγκληματικότητας. Ούτε είναι λίγοι εκείνοι που αναγνώριζαν τα επίχειρα της ανάπτυξης του εν λόγω κλάδου της βιομηχανίας της ψυχαγωγίας στις βίαιες αντιδράσεις της νεολαίας κατά τη διάρκεια καταλήψεων, συγκεντρώσεων διαμαρτυρίας ή αθλητικών διοργανώσεων. Ωστόσο είναι η πρώτη φορά που αυτή η διαδικασία εκκόλαψης και ενίσχυσης των βίαιων ανθρώπινων ενστίκτων μοιάζει να εξυπηρετεί κάποιο βαθύτερο σκοπό πολύ πιο πέρα από την αθώα «ψυχαγωγία». Αυτόν τον σκοπό ήρθε να φανερώσει το νέο Ψυχαγωγικό Κέντρο του Αμερικανικού Στρατού.

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2009

Από ανάγκη


Τι δύσκολο που είναι να περιμένεις την έλευση της οικονομικής κρίσης ενώ γαλουχήθηκες στην εποχή της εναγώνιας αναζήτησης της πανάκειας. Πώς μπορεί να χωρέσει το μυαλό πως εκεί που έψαχες το ένα που θα κάνει για όλα, υπάρχει πιθανότητα να τα χάσεις όλα; Πώς μπλεκονται έτσι οι επίπλαστες ανάγκες μας και μας πελαγώνουν.

Τηλοψία

Όποιος περνάει την ώρα του μπροστά στην αναμμένη τηλεόοραση είναι δυο φορές πιο μόνος από κείνον που μένει μόνος σ' ενα σπίτι με σβησμένη ή καθόλου τηλεόραση. Δυο φορές μόνος γιατί δεν είναι ούτε ο ίδιος παρόν όταν καρφώνει το βλέμμα του στη μικρη οθόνη. Ο άλλος είναι τουλάχιστον μόνος με τον εαυτό του.

Μοιρολόι

"Τα μοιρολόγια υπάρχουν όπου υπάρχει θάνατος - δηλαδή παντού" σημειώνει ο Ζήσιμος Λορεντζάτος στο "Προβόδισμα" των μοιρολογιών της Μάνης του Σ. Κουγέα. Ισως θα'πρεπε να υποτονθορύζουμε καθημερινά κι από ένα μοιρολόι. Γιατί οι σχέσεις των ανθρώπων στάζουν θάνατο καθημερινά.

Πιστεύεις στον Θεό κύριε Wittgenstein ;



"Eκείνη την περίοδο ο Wittgenstein (...) είχε πάει στο σπίτι ενός μεθοδιστή ιερέα, του Wynford Morgan. Κατά την πρώτη επίσκεψή του στο σπίτι, η κα Morgan, επωμιζόμενη τον ρόλο της περιποιητικής οικοδέσποινας, τον ρώτησε αν ήθελε λίγο τσάι και μήπως ήθελε τούτο και μήπως ήθελε κείνο. Ο σύζυγός της φώναξε από ένα άλλο δωμάτιο: "Μη ρωτάς. Δώσε!".Ήταν μια παρατήρηση που έκανε τεράστια εντύπωση στον Wittgenstein και την επαναλάμβανε στους φίλους του σε αρκετές περιπτώσεις.
Από άλλες όμως πλευρές, ο οικοδεσπότης δεν έκανε και τόσο καλή εντύπωση στον Wittgenstein. Τον κορόϊδευε που είχε τους τοίχους του σπιτιού του γεμάτους βιβλία που ποτέ δεν διάβαζε και τον κατηγορούσε ότι τα είχε εκεί απλώς για να εντυπωσιάζει το ποίμνιό του. Όταν ο Morgan ρώτησε τον Wittgenstein αν πιστεύει στον Θεό, εκείνος απάντησε: "Ναι, πιστεύω, αλλά η διαφορά ανάμεσα σ'αυτό που πιστεύετε εσείς κι αυτό που πιστεύω εγώ μπορεί να είναι άπειρη".

idem σελ. 469

Πόσο τεράστια απόσταση δεν χωρίζει τον άνθρωπο που παλεύει με την πίστη του, που προσεύχεται παρακαλάει, αμφιβάλλει, αποτυγχάνει και ξαναπροσπαθεί από τους αραγείς αρχιερείς και φαρισαίους που φύονται στα κανάλια και στη συνέχεια μπερδεύουν τα τηλεοπτικά πλατώ με τον άμβωνα...

H αδυσώπιτη εσωτερικη πάλη του Βίτκενστάιν...


...που είναι απείρως πιο σαγηνευτική και ενδιαφέρουσα από την θρυλική πάλη με τον Πόπερ, για την οποία βγήκε και βιβλίο.


"Ανάμεσα σ'όλα τ'άλλα, ο Χριστιανισμός λέει και τούτο, κατά τη γνώμη μου: πως οι καλές διδασκαλίες δεν χρηησιμεύουν σε τίποτα. Πρέπει κανείς ν'αλλάξει τη ζωή του (ή την κατεύθυνση της ζωής του).
Λέει πως η σοφία είναι ψυχρή και πως μπορείς μ'αυτήν να ισιώσεις τη ζωή σου, όσο και το σίδερο, σαν είναι κρύο.
Η ουσία είναι ότι η σωστή διδασκαλία δεν μπορεί να σ'αδράξει την ακολουθείς όπως και τη συνταγή του γιατρού. Εδώ όμως χρειάζεται κάτι που να σ'αρπάξει και να σε στρέψει αλλού. (Έτσι τουλάχιστον το καταλαβαίνω εγώ). Άπαξ και μεταστράφηκες, πρέπει να μείνεις στραμμένος προς τα εκεί.
Η σοφία είναι απαθής. Ενώ, αντίθετα, η πίστη είναι αυτό του ο Kierkegard αποκαλεί πάθος.

από το Πολιτισμός και αξίες.
in Ray Monk Λούντβιχ Βίνκενστάιν Το χρέος της μεγαλοφυίας. εκδ. Scripta σελ. 496

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2009

Νικολάι Μπόκοφ. Στον δρόμο, στο Παρίσι.



Υπάρχει μια μικρή πλατεία κοντά στην εκκλησία του Αγίου Λαμπέρ, πίσω από το ιερό˙ το τελευταίο υπόλειμμα κάποιου παλιού νεκροταφείου. Περιτριγυρίζεται από δέντρα και σπίτια. Μια πηγή με πόσιμο νερό. Μια παιδική χαρά, μ’ ένα σκάμμα με άμμο για τα παιδιά, γεμάτη κόσμο τα πρωινά. Όμως το βράδυ, μετά τις οκτώ, δεν υπάρχει ψυχή. Και η σιδερένια πόρτα μένει ξεκλείδωτη τη νύχτα.
Το καλοκαίρι, περνάω ενίοτε τα βράδια μου εδώ. Σήμερα θα μείνω όλη τη νύχτα: σε ένα παγκάκι, αφού απλώσω το κομμάτι πλαστικού που κουβαλώ και τον υπνόσακο μου.
Το κομμάτι του πλαστικού είναι πολύ πολύτιμο. Μου το έδωσαν οι εργάτες που έκαναν εργασίες συντήρησης στον καθεδρικό της Ράνς. Με αυτό το κομμάτι πλαστικό κάλυπταν τις σκαλωσιές για να μην πιτσιλίσει η μπογιά το πεζοδρόμιο. Έχει πάνω του μερικές ρίγες από λευκό του μολύβδου.
Μετά την απέραντη λεωφόρο του Μπρετέιγ, αυτή η μικρή πλατεία μοιάζει σχεδόν με κατοικία. Πάνω από το παγκάκι, ψηλά, στην κορυφή του δέντρου δίχως κλαριά διακρίνεται ένα κομμάτι ουρανού. Είναι σημαντικό το παγκάκι να είναι μακριά από την ακτίνα δράσης των περιστεριών: έχει πολλά εδώ, γουργουρίζουν μέσα στις φυλλωσιές κι ακούγεται από πολλές μεριές ο ήχος από τις κουτσουλιές τους που πέφτουν. «Ακόμα μια στιγμή και θα είχα καταλάβει...» Τι θα είχα καταλάβει; Γιατί είναι το σημαντικό να καταλαβαίνει κανείς;... Όμως αποκοιμιόμουν ήδη στο βαθύ σούρουπο.

Και ξυπνούσα σχεδόν αμέσως. Το καλοκαίρι, ο ύπνος δεν διαρκεί ποτέ πολύ. Σκαρδαμύσσω κάτω από τον φωτεινό ουρανό, σέρνομαι λιγάκι πριν διπλώσω τον υπνόσακό μου. Ήταν νωρίς. Πριν ακόμη αρχίσουν να χτυπούν τα ξυπνητήρια πίσω από τα ανοιχτά παράθυρα. Κανείς δεν είχε ακόμα βγει από τις πολυκατοικίες. Εκτός από αυτή την κυρία με τη νυχτικιά, που έβγαλε τον σκύλο της για τον πρωινό του περίπατο. Ηρεμία και γαλήνη. Οι κουρασμένες σελίδες ενός προσευχηταρίου. «Άγιος ο Θεός, Άγιος ισχυρός...». Αρμονία της ψυχής. Χωρίς σκέψεις, ούτε προαισθήσεις. Εξακολουθούσα να χαμογελώ: οι αστυνομικοί που εμφανίστηκαν ξαφνικά πίσω από τους θάμνους κοντοστάθηκαν, καθώς απ’ ότι φαίνεται δεν περίμεναν να αντικρίσουν αυτό το θέαμα γαλήνιου βίου. Η σιωπή διήρκεσε λίγα δευτερόλεπτα: δεν μπορούσε να υπάρξει επαφή μεταξύ των διαφορετικών κοινωνικών θέσεων. Ήταν οι «μπλε της Ναντέρ»: η ειδική μονάδα που ασχολείται με την «υγιεινή της πόλης», δηλαδή η μονάδα που πραγματοποιεί εφόδους κατά των αστέγων και εν γένει κατά όλων εκείνων που κοιμούνται στον δρόμο. Μια κλούβα της αστυνομίας με λευκά βαμμένα παράθυρα προχωρούσε αργά στο πολυσύχναστο δρόμο.
―Λοιπόν, πάμε; Ρώτησε διστακτικά ένα αστυνομικός. Ένας άλλος φάνηκε πιο αποφασιστικός:
― Ελάτε από εδώ!
Κι αίφνης αναδύθηκαν τα συναισθήματα του ανθρώπου που είχε μεγαλώσει σε μια από τις χώρες της Σοβιετικής Ένωσης και θεωρούσα ότι είχα ξεχάσει: την επιθυμία της φυγής, την συνείδηση της ματαιότητας αυτού του είδους της συμπεριφοράς, την κατάρρευση εκείνου που συλλαμβάνεται. Ασυνήθιστη στιγμή! Πάντοτε απροσδόκητη! Η ψυχή αναπαύεται στην γαλήνη της – και ξάφνου, να αιφνιδιάζεται, συλλαμβάνεται... και συνειδητοποιεί ότι είναι μικρή, φοβισμένη, τρωτή...
― Τεντώστε τα χέρια!
Έλεγξαν τις τσέπες μου. Κάποιος ασχολείτο με το σακίδιό μου. Χέρια δυνατά άρπαξαν την άδεια παραμονής μου, που δόξα τω Θεό, είναι απολύτως νόμιμη, αποκαλυπτική της κατάστασής μου: «Πρόσφυγας, άπατρις, πρώην Σοβιετικός». Η ίδια αναφορά υπάρχει και στα χαρτιά της κόρης μου, παρότι γεννήθηκε στο Παρίσι. Κάτι αδιευκρίνιστο συμβαίνει εδώ.
Οι αστυνομικοί φορούσαν μια ειδική στολή: μπλε φόρμες, που δεν τους εμπόδιζαν στις κινήσεις τους.
Η κλούβα κυλούσε στους δρόμους του 15ου διαμερίσματος, με τον πομπό της να γρυλίζει σταματώντας που και που. Τρεις ή τέσσερις αστυνομικοί πηδούσαν έξω, σαν αλεξιπτωτιστές και έφεραν μετά από λίγο έναν νέο επιβάτη. Συνήθως ήταν λαχανιασμένος, καθώς αναζήτησε τη σωτηρία του στη φυγή. Χωρίς ωστόσο να έχει εγκαταλείψει τη γιρλάντα του από πλαστικές σακούλες σουπερμάρκετ.
Είχα κι εγώ αυτή την παράξενη συνήθεια: να φυλάω ένα απόθεμα πλαστικές σακούλες. Λες και θα βρίσκαμε στο δρόμο κάτι πολύτιμο που δεν θα ξέραμε που να βάλουμε. Όπως για παράδειγμα λίγο ξερό ψωμί. Ή φρούτα, λαχανικά που μπορούσαν ακόμη να φαγωθούν, τα απομεινάρια της λαϊκής αγοράς.
Η συνήθεια γινόταν νοσηρή και χρειάστηκε να την πολεμήσω συνειδητά. Τότε μετριάστηκε και εξαφανίστηκε.
Οι πατέρες της ερήμου συμβουλεύουν να αντιτείνει κανείς στη συνήθεια μιας ορισμένης πράξης, τη συνήθεια της μη πραγματοποίησης αυτής της πράξης.

Νύχτα.
Χειμώνας.
Φέτος δεν είναι κρύος.
Χωρίς να βιάζομαι ιδιαίτερα νιώθοντας την κούραση της ημέρας, πηγαίνω προς καταφύγιό μου, επιλέγοντας τον πιο σύντομο δρόμο.
Οδός Λεκούρμπ. Το δρομάκι. Το υπέργειο μετρό. Η στρογγυλή πλατεία. Το θολό λευκό περίγραμμα του μνημείου του Παστέρ. Στο σκοτάδι, ο σοφός κοιτάζει μακριά τον θόλο του Αγίου Λουδοβίκου, που φωτίζεται με ηλεκτρικό ρεύμα.
Την εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου-Ξαβιέ κυκλώνει ένα σιδερένιο κιγκλίδωμα, που μένει ξεκλείδωτο τη νύχτα. Δεν έχει κανείς παρά να κάνει τον γύρο του κιγκλιδώματος για να βρεθεί κοντά στον τοίχο. Να κάνει τον γύρο από τα δυτικά, ή από τα ανατολικά από την πλευρά της πρόσοψης. Προσπαθούσα να σκαρφαλώσω στο ξύλινο πλατύσκαλο. Η αρμονία του κόσμου φανερώνεται παρ’ όλα αυτά στα γεγονότα και στις προβλέψεις τους. Όπως ο βασιλικός κρίνος του Ευαγγελίου. Ορισμένες όμως φορές ακολουθεί το χάος...
Ένα αυτοκίνητο με σειρήνα σταμάτησε απέναντί μου, πίσω από το κιγλίδωμα. Πόρτες έκλεισαν με βρόντο. Δυο αστυνομικοί πετάχτηκαν και πλησίασαν στη γρίλια: ― Ψάχνετε κάτι, Κύριε; Μας δείχνετε τα χαρτιά σας; Ελάτε εδώ.
Δεν πρόλαβα να κουνηθώ: ένας άνδρας πετάχτηκε μέσα από το σκοτάδι:
― Τι συμβαίνει; Είμαι ο ιερέας αυτής της ενορίας. Και ξαφνικά βρέθηκε ο αστυνομικός στη θέση του απολογούμενου: ― Πρόκειται για έλεγχο ρουτίνας... Μας τηλεφώνησαν για να μας επισημάνουν την παρουσία ενός αστέγου. Και ήρθαμε να επαληθεύσουμε την πληροφορία. αλλά αν δεν σας ενοχλεί...
― Όχι, δεν με ενοχλεί...
Κι εξαφανίστηκε. Μαζί και αστυνομικοί.
Όμως η έκπληξή μου παρέμενε. Λες και ισχυρές δυνάμεις είχαν συναντηθεί και συγκρουστεί δίπλα μου, πάνω από το κεφάλι μου, εξαιτίας μου.
Για φαντάσου! Κάποιος με είχε υπερασπιστεί.
Είχα μείνει ενεός: ένας άγνωστος με είχε υπερασπιστεί και είχε φύγει χωρίς να ζητήσει τίποτε.
Έλεγα μάλλον πράγματα σοβαρά όταν μιλούσα για τις νύχτες που περνώ στο ξενοδοχείο του Καλού Θεού...
Καλή νύχτα λοιπόν.

Δεκέμβριος 1996. Χριστούγεννα.


Ο Νικόλαος Μπόκοφ ήταν ο συγγραφέας του μικρού βιβλίου με τίτλο: Τα ταραγμένα σημερινά χρόνια ή οι εντυπωσιακές περιπέτειες του Βάνια Τσομάτονφ, το οποίο κυκλοφόρησε ανώνυμο το 1970 στο Παρίσι στα ρώσικα και στα γαλλικά το 1972. Το βιβλίο αυτό, που σατίριζε το ιερό πρόσωπο του Λένιν έκανε πάταγο τόσο στη Δύση, όσο και στη Ρωσία, όπου κυκλοφόρησε από χέρι σε χέρι υπό τη μορφή Σαμιζντάτ.

Η αναζήτηση του νοήματος



"Να πιστεύεις σ'έναν Θεό σημαίνει να καταλαβαίνεις το ερώτημα περί του νοήματος της ζωής.
Να πιστεύεις στον Θεό σημαίνει ν' αντιλαμβάνεσαι ότι τα γεγονότα του κόσμου δεν εξαντλούν το θέμα.
Να πιστεύεις στον Θεό σημαίνει να βλέπεις πως η ζωή έχει νόημα.
Ο κόσμος μου έχει δοθεί μ'άλλα λόγια, η βούλησή μου εισέρχεται στον κόσμο εντελώς απέξω, σαν μέσα σε κάτι που ήδη υπάρχει".

Λούντβιχ Βινκενστάιν

Από τα σημειωματάριά του.

Μ' άλλα λόγια...

"Όταν η μέρα περάσει, δεν είναι πια εδώ.Τι απομένει από αυτήν; Τίποτα περισσότερο από μια ιστορία. Αν δεν λέγονταν ιστορίες και δεν γράφονταν βιβλία, ο άνθρωπος θα ζούσε όπως τα ζώα: μονάχα για την κάθε μέρα".

Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ

Η χαρά της δυσκολίας




Όσο περνάει ο καιρός κατασταλάζει ο κονιορτός, σβήνει ο αχός των γεγονότων του Δεκεμβρίου, καθαρίζει σιγά σιγά το τοπίο κι ανασυντίθεται η πραγματική εικόνα των πραγμάτων στο φώς της μέρας. Επανεξετάζοντας με περισσότερη ψυχραιμία και σύνεση τα γεγονότα αισθάνεται κανείς άφατη θλίψη κι οδύνη για το ψέμα. Το ψέμα, την υποκρισία και κυρίως την ιταμότητα των κομματανθρώπων και των τα ίδια συμφέροντα αενάως κι αδιαλείπτως εξυπηρετούντες στο όνομα της αμερόληπτης κι ελεύθερης ενημέρωσης, δημοσιογράφων, που εκμεταλλεύθηκαν με τον πιο απεχθή και ποταπό τρόπο τα παιδιά. Έχοντας εμφυσήσει εδώ και δύο δεκαετίες στη νεολαία του τόπου την νοοτροπία «όσο ευκολότερα κι άκοπα, τόσο καλύτερα» το εκπαιδευτικό μας σύστημα αποποιήθηκε τον παιδευτικό του ρόλο και μετατράπηκε σε στρατόπεδο εκπαίδευσης αδηφάγων εγωτικών όντων (καταναλωτών). Έτσι οδήγησε τη συντριπτική πλειοψηφία των νέων στην αγκαλιά των κομματικών νεολαιών. Το σχολείο παράγει σταθερά στρατιές γενίτσαρων (ανθρώπων που μεταμορφώθηκαν μεθοδικά κι άθελα τους σε προδότες του ίδιου του εαυτού και του μέλλοντός τους) που ακόμα κι αν δεν στρατεύονται κυριολεκτικά κάτω από το ξεφτισμένο και χιλιομπαλωμένο μπαϊράκι κάποιου κόμματος, αποκτούν εξάπαντος τη εκμαυλισμένη νοοτροπία του τεμπέλη και του άρπαγα.
Οι μαθητές δεν πάνε στο σχολείο για να αποκτήσουν γνώσεις, κρίση, νοητική και συναισθηματική ευφυΐα. Δεν πάνε σχολείο για να λάβουν τα εφόδια εκείνα που θα τους επιτρέψουν να προχωρήσουν στο βίο τους ως ανεξάρτητοι και αυτόβουλοι πολίτες που διαφεντεύουν τη ζωή τους• αλλά για να αποκτήσουν από την πρώτη μέρα της πρώτης τάξης του δημοτικού δικαιώματα, και να διδαχθούν τρόπους πάλης και διεκδίκησης από το κράτος, την κοινωνία, τον όποιον άλλο, τον οποίο τοποθετούν ως αντίπαλο ή ακόμα και εχθρό απέναντί τους. Βαυκαλίζοντάς τους ότι με τον τρόπο αυτό αποκτούν την αυτονομία τους, ότι μαθαίνουν να επιλέγουν και να αποφασίζουν μόνοι τους για λογαριασμό τους, τα κόμματα, τρώνε σαν άλλοι Κρόνοι τα παιδιά μας, χαλιναγωγώντας τα, χρησιμοποιώντας τα κατά το δοκούν προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα εφήμερα, κοντόφθαλμα και ακόρεστα ψηφοθηρικά τους συμφέροντά. Έχοντας ανά πάσα στιγμή στη διάθεσή τους πλήθη μαθητών και φοιτητών, τα οποία κατεβάζουν ως πρόβατα επί σφαγή στους δρόμους, για να ακολουθήσουν με νυσταγμένο βήμα, υποταγμένοι πλήρως στη συνδικαλιστική ολοκληρωτική νοοτροπία, μια ντουντούκα και να μηρυκάσουν ξένα συνθήματα, τα κόμματα έχουν καταφέρει να έχουν ανά πάση στιγμή στο χέρι ολόκληρη την κοινωνία. Τα εκμεταλλεύονται, και στη συνέχεια τα εγκαταλείπουν στη μοίρα τους. Φταίει η κοινωνία, το κράτος, οι καιροί, τους λένε. Όσοι βρουν κάποια δουλειά θα ξαναχρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο της νέας τους αγέλης, ως μέσο πίεσης για τη διεκδίκηση συντεχνιακών συμφερόντων. Θα ξαναβρεθούν στο δρόμο να ακολουθούν επαναλαμβάνοντας πειθήνια τα χιλιομασημένα άναρθρα φωνήεντα της ντουντούκας.
Το μεγαλύτερο όμως έγκλημα είναι η καλλιέργεια στα παιδιά της αντίληψης της παιδείας ως μιας άγονης διαδικασίας παράδοσης διπλωμάτων-κουπονιών, τα οποία έρχεται κάποια στιγμή η ώρα που το παραδίδεις με αντάλλαγμα μια θέση στο δημόσιο.
Όπως έλεγε ο αείμνηστος μεγάλος ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης, άνθρωπος με βαθύ και ειλικρινή πόνο και μέριμνα για τον τόπο αυτό και τους κατοίκους του, «όλα αυτά τα δωρεάν σπίτια, η ευμάρεια του φοιτητικού βίου, οι οίκοι της κουλτούρας, οι ιατρικές περιθάλψεις, πρέπει να είσαι πολύ κουτός για να μην καταλάβεις πως είναι πληρωμένα με τον εξανδραποδισμό σου. Οι ταραχές στις σχολές, δεν έχουν την ίδια δύναμη που θα είχε η συνειδητοποίηση του τι είναι κράτος και σχολές και μια συστηματική αποχή από τις σχολές… (…) Εφ’ όσον ο φοιτητής δέχεται το δίπλωμα του κράτους και αργότερα τον διορισμό, αρνείται την επανάσταση. (…) Η ελευθερία πηγαίνει περίπατο με την ελπίδα τοου διορισμού και του διπλώματος. (…) Είναι ωραίο να βλέπουμε τη νεολαία να επαναστατεί, αλλά να μην ξεχνάμε ότι ο επαναστάτης πρέπει να διασώζει κάθε τι το παλιό που κινδυνεύει και ν’ ανοίγει δρόμο σε ό,τι καινούργιο θάρθει. Δεν πιστεύω στην επανάσταση που μόνο καταστρέφει». Συνεπώς, η πραγματική επανάσταση είναι η επανάσταση ενάντια στο προσωπικό βόλεμα και την καλοπέραση. Η πραγματική επανάσταση είναι σπουδή στην αυτάρκεια εκείνη που ανοίγει τις πόρτες της αληθινής δημιουργίας που ανθίζει σαν το χωράφι με τον ιδρώτα του προσώπου σου.
Δυστυχώς όμως αν υπάρχει ένα αίτημα που ξεσηκώνει τα νεανικά πλήθη, τουλάχιστον από τον Μάη του ’68 και δώθε είναι εκείνο της διασφάλισης της ατομικής εξασφάλισης. Της διασφάλισης του υψηλού βιοτικού επιπέδου (βλέπε της μεγάλης αγοραστικής δύναμης) δηλαδή της απρόσκοπτης ικανοποίησης της ατομικής επιθυμίας και της βολής. Με τα λόγια πάλι του Τσαρούχη: «Ο Μάιος του 68 άλλαξε τη Γαλλία… Δεν ήταν μια επανάσταση, όπως ήλπιζαν οι Γάλλοι, μα άνοιξε όλων μας τα μάτια. Ένα πράγμα συνεκράτησα : Μόλις ο Ντε Γκωλ έκοψε τη βενζίνα καθώς επίσης τις διακοπές και το τσιγάρο, η επανάσταση εξέπνευσε. Κατάλαβα λοιπόν ότι ο κίνδυνος είναι στο τσιγάρο, στις συνήθειες, στην πολυτέλεια των διακοπών και ακόμα περισσότερο στο να εγγράφεσαι φοιτητής. Ένας φοιτητής προορίζεται να γίνει υπάλληλος του κράτους επί μισθώ ή να συμβουλεύει κι όχι να το αντιστρατεύεται». Οι οιμωγές και τα κροκοδείλια δάκρυα καναλιών και πολιτικών για το δίκιο και την «επανάσταση» των παιδιών, κρύβει, όπως οξυδερκέστατα διέκρινε από νωρίς ο Τσαρούχης, την πρόθεση εξανδραποδισμού τους.
Το να γαλουχείς τη νεολαία μιας ολόκληρης χώρας με τη νοοτροπία της ευκολίας και της ελάχιστης προσπάθειας δεν αποτελεί απλώς δείγμα βωσκηματώδους αβδηριτισμού, αλλά εγκληματική ενέργεια που απειλεί την ίδια την ύπαρξη της χώρας. Παράγεις συνειδητά ανθρώπους καταδικασμένους στη μετριότητα της ευκολίας. Ανθρώπους καταδικασμένους στη στασιμότητα που εξασφαλίζει στο βίο η αποφυγή της κοπιαστικότερης λύσης. Ανάπηρους ανθρώπους, οι οποίοι δεν έχουν μάθει να προσπαθούν για το δυσκολότερο, το αρτιότερο, το τελειότερο· που δεν είναι σε θέση να βελτιώσουν το παραμικρό. Να προχωρήσουν πέρα από ένα πολύ περιορισμένο όριο. Ανθρώπους, όπως υπογραμμίζει ο Τζορτζ Στάινερ, στερημένους τη απαράμιλλη χαρά της επιτυχημένης αντιμετώπισης του δύσκολου, του σπάνιου, του μοναδικού. Ξεπερνώντας το δεδομένο εμπόδιο ξεπερνάει συγχρόνως κανείς και τον εαυτό του. Γίνεται ικανότερος και ευφυέστερος. «Σήμερα που η θεραπεία είναι θεραπεία ευκολίας, νομίζω πως είναι πολύ πιο δύσκολο να μεγαλώσει κανείς με χαρά – θέλω να υπογραμμίσω τα λέξη χαρά». Αν κάτι ήταν εμφανές, αν κάτι έλαμπε δια της απουσίας του στα πρόσωπα των παιδιών που βγήκαν στους δρόμους με διάθεση δήωσης και διαγουμίσματος ήταν η χαρά. Η χαρά της δημιουργίας, της επιτυχίας, της γνώσης και του αισθήματος αυτοεκτίμησης που τις συνοδεύει.