Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Η απήχηση του Νόμπελ


Οι επιλογές της Σουηδικής Ακαδημίας για το Νόμπελ λογοτεχνίας από το 2000 και δώθε προκαλούν συχνά – αν όχι κάθε χρόνο - ζωηρές αντιδράσεις.
Είτε διότι, όπως στην περίπτωση του Λε Κλεζιο και του Γκάο Ξινγιάν, η φήμη των συγγραφέων που λαμβάνουν το πολυτίμητο βραβείο σπανίως ξεπερνάει τα γεωγραφικά όρια της πατρίδας ή του τόπου διαμονής τους, είτε διότι τα κριτήρια επιλογής μοιάζουν να είναι πρωτίστως, αν όχι αποκλειστικά, εξωλογοτεχνικά.
Το ερώτημα που τίθεται με μεγαλύτερη ένταση κάθε χρόνο, αφορά στο μέγεθος της κοινωνικής απήχησης του μεγαλύτερου λογοτεχνικού βραβείου στον κόσμο σε εποχές ισχνών αγελάδων όσο αφορά στους αναγνώστες «καλής» ή «υψηλής» λογοτεχνίας ανά την υφήλιο. Το καινοφανές φαινόμενο συγγραφέων που παραμένουν αδιάβαστοι και ξαναβυθίζονται στην σχετική ανωνυμία μετά την βράβευσή τους επιτείνει την αγωνία του ερωτήματος.
Διότι αν και διανύουμε εποχές απ’ όπου εκλείπουν τα δυσθεώρητα αναστήματα όπως του Τόμας Μαν, του Γιέιτς ή του Πάστερνακ, τα οποία επέβαλαν και δεν επιβάλλονταν από το βραβείο, η πιθανή υποτίμηση της καθαρής αξίας του Νόμπελ ενδεχομένως αντικατοπτρίζει μια συνολικη υποτίμηση της αξίας της λογοτεχνίας.
Το ερώτημα που προκύπτει σε συνδυασμό με τα παραπάνω είναι κατά πόσο το μειωμένο ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού για πολλούς από τους Νομπελίστες της τελευταίας δεκαετίας οφείλεται στην ανάδειξη της Σουηδικής Ακαδημίας της πολιτικής, κοινωνικής δράσης ή αντίδρασης των βραβευθέντων, σε βάρος ενίοτε της αμιγούς λογοτεχνικής τους αξίας. Από την άλλη πλευρά βέβαια η ανάδειξη στο παγκόσμιο λογοτεχνικό στερέωμα συγγραφών όπως ο Ιμρε Κέρτεζ ή ο Τζον Κούτσι συνιστά ικανόποιητικό αντίλογο στους αμφισβητίες των προθέσεων των Σουηδών.

1 σχόλιο:

Γεώργιος Χοιροβοσκός είπε...

τα οποία επέβαλαν και δεν επιβάλλονταν από το βραβείο

Αναζητείται το μεράκι και η αθωότητα της μαστορικής.