Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

Ο Ποιητής Γιώργος Σαραντάρης

Γιώργος Σαραντάρης
«Οι γνωριμιές και η φιλία»
εκδ. Ροδακιό
170 σελ.

Η απόμακρη, μα βαθιά αγάπη δυο ανθρώπων για έναν τρίτο, του δοκιμιογράφου Ζήσιμου Λορεντζάτου και της φιλολόγου Σοφίας Σκοπετέα για τον ποιητή Γιώργο Σαραντάρη, βρίσκεται πίσω από το αφήγημα του ιταλόφωνου έλληνα ποιητή με θέμα τη βαθιά, αγαπητική, φιλία. Ο αδικοχαμένος στο αλβανικό μέτωπο Σαραντάρης, αποτελεί για τον Λορεντζάτο τον δεύτερο μεγάλο συνομιλητή του καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια του βίου του, μαζί (ή μάλλον καλύτερα) μετά τον Σεφέρη. Στο έργο και στην πνευματική του στάση (την ίδια ακριβώς που ψάχνει να αποτυπώσει κι ο Σαραντάρης στα εννιά πορτρέτα που συνθέτουν τούτο το βιβλίο) ο Λορεντζάτος αναζήτησε απαντήσεις σε μια κουβέντα που πρωτάρχισε με τον ποιητή της «Στροφής» («Γράμματα Σεφέρη-Λορεντζάτου» (Δόμος)) και κορυφώθηκε στους «Διόσκουρους» (Δόμος). Ο Σαραντάρης καταλαμβάνει προεξάρχουσα θέση και στη ζωή της Σκοπετέα, η οποία αφιερώθηκε (μετά τη ενδελεχή μελέτη του Κίρκεγκωρ) στην επιμέλεια και στην έκδοση του συνολικού του έργου. Δεν είναι διόλου, λοιπόν, τυχαίο ότι αυτό το αφήγημα αποτελεί την τελευταία φιλολογική δουλειά που επιμελήθηκε η κράτιστη φιλόλογος. Εν ολίγοις η έκδοση αυτή, ως προϊόν αγάπης για τον ποιητή (που αχνοφαίνεται, ας πούμε, στα ελληνικά του Λορεντζάτου που αναπνέουν κάτω από τη μετάφραση), συμπληρώνει και βαθαίνει ένα έργο με θέμα τη φιλία, ως εκδοχή της πολυπρόσωπης αγάπης. Αξίζει για του λόγου το αληθές να καταμετρήσει κανείς πόσες φορές χρησιμοποιεί ο Σαραντάρης τις λέξεις «καρδιά» και «καρδιακός» σε τούτο το κείμενο μιλώντας για τους φίλους του.
«Μπορεί να γελιέμαι, αλλά μοιάζει να μην είχε μεγάλη τύχη στην Ελλάδα η σκέψη του Σαραντάρη δυό φορές ως τώρα: και όταν την πρωτοπαρουσίασε ο ίδιος στο ελληνικό κοινό με τα δημοσιεύματά του και όταν – πάει κάμποσος καιρός – δοκίμασα, χρόνια αργότερα να την παρουσιάσω ή να την αναπτύξω στο ίδιο κοινό με μια πλουσιότερη προοπτική και να την εντάξω μέσα στη γενικότερη σύγχυση και ασυναρτησία «της σήμερον απροσδιορίστου εποχής» (Παπαδιαμάντης). […] Ωστόσο μια σκέψη δεν κρίνεται από την τύχη που λαβαίνει, καλή ή κακή, αλλά από την βαρύτητα της». Σε αυτή την προοπτική πρέπει, νομίζω, να εντάξουμε το βιβλίο. Τόσο ο Λορεντζάτος, όσο, υποψιάζομαι, και η Σκοπετέα έσκυψαν πάνω σ’ αυτό, το υπό μια έννοια ημιτελές κείμενο, το οποίο ο Σαραντάρης προόριζε να χρησιμοποιήσει ως βάση για κάποιο, άγραφο τελικά, μυθιστόρημα, ακριβώς διότι σε τούτο το νεανικό σχεδίασμα (ο Σαραντάρης ήταν τότε μόλις 23 ετών) σκιαγραφείται, εξ αντανακλάσεως, το μοναδικό πορτρέτο του ιταλόφωνου ποιητή κι ανιχνεύονται οι κεντρικοί άξονες της προσωπικότητας που λάμπει μέσα στα μεταγενέστερα ποιήματα και δοκίμια. Ο Σαραντάρης καταπιάνεται μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1931 με την σκιαγράφηση των πορτρέτων εννέα προσώπων που συναναστράφηκε στα πρώτα φοιτητικά του χρόνια στην Μπολόνια. Τα πρόσωπα που προσπελάζει ο ποιητής μικρό ενδιαφέρον παρουσιάζουν για τον Έλληνα αναγνώστη. Πρόκειται στην πλειονότητά τους για γόνους αριστοκρατικής καταγωγής που μοιάζουν να ξεπήδησαν από μυθιστόρημα του Λαμπεντούζα. Ο νεαρός ποιητής δεν εμμένει στην βαθιά μελαγχολική, ενίοτε παρακμιακή, ατμόσφαιρα fin de siècle των προσώπων. Παρουσιάζει τους φίλους του μέσα από το πρίσμα της βαθιάς αγάπης για τα γράμματα και την τέχνη και την πίστη στο αρχαιοελληνικό/χριστιανικό ιδεώδες της ολοκλήρωσης του ανθρώπου. Μέσα απ’ τον θαυμασμό για την ιλιγγιώδη παιδεία των φίλων του (που κινούνται με άνεση στα πιο στενά στενοσόκακα της ευρωπαϊκής σκέψης, και κυρίως τα στέρεα κριτήρια με τα οποία ξεχωρίζει την ήρα απ’ το στάρι (τη «σκέψη και το πάθος») όσο αφορά τις επιλογές και τον χαρακτήρα τους) διαφαίνεται η συγκλονιστική, για την ηλικία του, διανοητική σκευή και καλλιέργεια, η ωριμότητα και κατασταλαγμένη αυτοπεποίθηση και πίστη του Σαραντάρη στην πίστη και στις γνώσεις του. Ολοι και όλα κρίνονται με αυστηρά κριτήρια μέσα σε εκείνη την παρέα. Ωστόσο ο Σαραντάρης μοιάζει να κυκλοφορεί μ’ ένα νυστέρι ανά χείρας, ανατέμνοντας σχεδόν κάθε πράξη, λέξη ή στοχασμό του συνομιλητή του αναζητώντας μέσα από την επαλήθευση της ρήσης του Γκαίτε: «Πες μου ποιον συναναστρέφεσαι και θα σου πω ποιος είσαι· άμα ξέρω με τι καταπιάνεσαι, ξέρω και τι δυνατότητες έχεις», να διασώσει κάτι από την πρώτη περίοδο της νιότης του.

2 σχόλια:

παναγιώτης ιωαννίδης είπε...

[χμ... πολλαπλώς ταιριαστό κείμενο γιά να πω, έστω καθυστερημένα] με 'γειά την νέα όψη [και ουχί μόνον! :-)]

τουπίκλην λοξίας είπε...

Σ' ευχαριστώ πολύ Παναγιώτη μου.