Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2009

Σκέψεις για το βιβλίο με αφορμή δυο πασχαλινές εκδόσεις

Τα βιβλία λειτουργούν ως σκαλοπάτια ή μονοπάτια. Σε ανεβάζουν κάπου ψηλότερα (σε γκρεμίζουν κάπου χαμηλότερα) ή σε οδηγούν σε κάποιο άλλο βιβλίο. Οι «επαρκείς» αναγνώστες σύμφωνα με τον όρο του Μοντένιου, ανοίγουν, διαβάζοντας, τον δικό τους δρόμο μέσα στα βιβλία και στους συγγραφείς. Πορεύονται σε ένα καλντερίμι που χτίζουν οι ίδιοι πέτρα πέτρα, σύμφωνα με τις αναγνωστικές επιλογές τους. Σε έναν δρόμο προς μεγαλύτερη αυτογνωσία και βαθύτερη ή πιο ξεκάθαρη (το ίδιο είναι) θεώρηση του κόσμου. Το αίσθημα ότι ήσουν άλλος πριν, και άλλος μετά την ολοκλήρωσή του, είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να σου προσφέρει ένα βιβλίο. Τα βιβλία λειτουργούν συμπληρωματικά, συμβάλλοντας στη δημιουργία αυτού ενός νέου «εγώ». Η διαδοχή των διαφορετικών «εγώ» αποτελεί το μοναδικό, ίσως, τρόπο αντίληψης της πνευματικής μας πορείας στη ζωή. Η συγγένεια των διαφορετικών «εγώ» που συνθέτουν το διαρκώς εξελισσόμενο πορτρέτο μας μέσα στον χρόνο πατάει πάνω στη συγγένεια (άμεση ή εξαιρετικά έμμεση) των βιβλίων που διαβάζουμε.
Δυο πρόσφατες κυκλοφορίες λειτούργησαν για μένα ως δυο επάλληλα σκαλοπάτια, γεννώντας μου τούτες τις σκέψεις. Η ανάγνωση της «Επιστολής του Λόρδου Τσάντος» του Xόφμαννσταλ (Αγρα) μου φώτισε δύο εγγραφές από τα Collectanea του Ζήσιμου Λορεντζάτου (Δόμος). Η ύπαρξη μιας τόσο οξυμένης ευαισθησίας, την οποία αποπειράται να περί-γράψει ο Χόφμαννσταλ, μιας ευαισθησίας που δονείται από την ανεπαίσθητη για την ανθρώπινη γλώσσα, «γλώσσα των βουβών αντικειμένων» προσφέροντας άφατη ευτυχία και αίσθημα πληρότητας και οι λέξεις δεν επαρκούν να αποδώσουν, με ξαπέστειλε δια μιας στο οριακό σημείο συνάντησης της γλώσσας με τη ζωή. Εκεί που κινούνται τα δυο σχόλια του Λορεντζάτου: «Υπερτιμήθηκε στην εποχή μας το γράψιμο. […] Πολλές φορές αισθάνομαι […] πόσο αληθινά τιποτένιο ή κατώτερο πνευματικά μπορεί να θεωρήσει κανένας το γράψιμο μπροστά, λόγου χάρη, στην προσευχή (ή απλά και μόνο στο γεγονός να ζεις και να σκέφτεσαι τα διάφορα ζητήματα ή τα αισθήματά σου χωρίς να τα στρώσεις στο χαρτί». «Τα άγραφτα, που είναι στατιστικά πολύ περισσότερα από τα γραφτά, μπορεί να είναι και ουσιαστικά τα σημαντικότερα». Τα σημαντικότερα, τα άγραφτα, όσα δηλαδή σύμφωνα με τη ρήση του Βιτκενστάιν πρέπει να μένουν στη σιωπή, δύναται, νομίζω, να τα ψηλαφίσει μονάχα η ποίηση. Η ποίηση των ημερών που συλλαβίζουμε (με το ίδιο αίσθημα ανεπάρκειας της γλώσσας και του νου που περιγράφει ο Χοφμαννσταλ) στον οριακό στίχο : «θανάτω θάνατον πατήσας». Ένα μόλις βήμα πριν το άφατο. Στον πυρήνα της ύπαρξης.

4 σχόλια:

Κ.Π.Μ. είπε...

Την πρώτη παράγραφο του παρόντος την είχα διδάξει το Μάιο ως αποχαιρετιστήριο μάθημα στα παιδιά της Γ λυκείου, που τους έκανα έκθεση. Ήθελα από τότε να σε ευχαριστήσω για την αφορμή.. :)
Όσο για τη δεύτερη παράγραφο, η γλώσσα αναζητά τη σιωπή, όπως η ψυχή τον χαμένο παράδεισο.

ποετάστρος είπε...

Εγώ ευχαριστώ και χαίρομαι αν σε βοήθησα σε κάτι. Εγώ με τη σιωπή ακόμα δυσκολεύομαι. Το ομολογώ...

Ανώνυμος είπε...

Χαίρομαι που αναφέρεις την "Επιστολή στον Λόρο Τσάντος" του Χόφμαννσταλ, ένα κείμενο που θεωρώ ισάξιο με τον βαλερυκού monsieur Test. Επισημαίνοντας τα όρια της γλώσσας, κάθε μορφής γλώσσας, συμπεριλαμβανομένης και της ποιητικής, να συλλάβει τον πυρήνα του Είναι, ο οποίος εν τέλει αποκαλύπτεται μέσα μιας εμπειρίας ευφρόσυνης φώτισης, η επιστολή παραμένει ένα από τα σημαντικότερα κείμενα για τη γλώσσα που γράφτηκαν ποτέ. Πρόσεξε στο τέλος την σύλληψη μιας "μεταγλώσσας", που ο φανταστικός συντάκτης της επιστολής θα χρησιμοποιήσει μετα θάνατον ενώπιον του Θεού, η οποία θυμίζει, προαγγέλλει και υπερβαίνει την αντίστοιχη μιας "προγλώσσας" της γενετικής γραμματικής (δηλαδή τα universalia, τα καθολικά στοιχεία που ενυπάρχουν σ' όλες τις γλώσσες).

Ιουγούρθας

ποετάστρος είπε...

Ιουγούρθε σε ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο. Θα ξανακοιτάξω το κείμενο του Χόφμαννσταλ. Πολύ εύστοχη η συγκριση (ως προς τη σημασία τους) με τον κύριο Τεστ.
Χάρηκα για τη γνωριμία.