Παρασκευή, 3 Απριλίου 2009

Eλληνικές κακοδαιμονίες, άλλως πως, μια βραδιά στο Μέγαρο.

Αν και κατά το μάλλον ή ήττον άμουσος και αδαής ακροατής κλασικής μουσικής αποτολμώ ένα μικρό σχόλιο με αφορμή μια θαυμάσια όπερα που είχα την τύχη να απολαύσω στις 4/3 στο Μέγαρο. Το ιδιάζον όσο αφορά στην όπερα «Ολυμπιάδα» του Αντόνιο Καλντάρα (1670-1736), μιας από τις σημαίνουσες μορφές της ιταλικής μπαρόκ μουσικής, δεν ήταν ότι η απολαυστική εκτέλεσή της κατόρθωσε να ενθουσιάσει έναν φίλο της συγκεκριμένης μουσικής. Αλλά ότι σε μια παράσταση αποκαλύφθηκαν δύο αντιθετικές, από το πλήθος των κακοδαιμονιών που ταλανίζουν τον τόπο μας. Η πρώτη, κοινότατη είναι ότι οι Ελληνες δεν μπορούμε να συναγωνιστούμε τους ξένους στο «γήπεδό τους», με ελάχιστες εν προκειμένω – στην κλασική μουσική - εξαιρέσεις, (ας πούμε της Κάλλας ή της Μπακοπούλου) να επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Η αλήθεια είναι ότι έχοντας μάλλον απογοητευτεί από προηγούμενες ελληνικές εκτελέσεις έργων μπαρόκ μουσικής, είχα περιορίσει τον ορίζοντά μου παρακολουθώντας αυστηρά μεμονωμένες παραστάσεις διάσημων ξένων μουσικών συνόλων. Η ιδιαίτερη ερμηνεία του σχήματος πρώιμης και μπαρόκ μουσικής του Μάρεκλλου Χρυσικόπουλου Latinitas Nostra, το εξαιρετικό επίπεδο των μουσικών του, καθώς και οι άψογες φωνές των Ελλήνων ερμηνευτών (ιδιαίτερα του μεθυστικού κόντρα τενόρου Νίκου Σπανού) με έπεισαν ευθείς αμέσως για το λάθος μου. Η δεύτερη κακοδαιμονία προκύπτει από το δραματουργικό κομμάτι της παράστασης. Η όπερα του Καλντάρα χρήζει αφηγητή, ο οποίος θα εισαγάγει τον ακροατή στην πλοκή. Για τον λόγο αυτό επιστρατεύτηκε ο ηθοποιός Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, ο οποίος καρύκευσε την ανάγνωσή αποσπασμάτων από την ελληνική μετάφραση του λιμπρέτο του Μεταστάζιο από τον Ρήγα Φεραίο με κωμικούς μορφασμούς και μπόλικη ειρωνεία επιζητώντας να προκαλέσει τη θυμηδία του κοινού. Η απόπειρα αποφόρτισης του έργου και του συγκεκριμένου είδους μουσικής από την «υπερβολική» σοβαρότητα με την οποία είναι συνυφασμένα στο μυαλό μας, ήταν εμφανής. Η κακοδαιμονία που ταυτίζει στανικά τη σοβαρότητα με τη σοβαροφάνεια, ο τρόμος του «κουλτουριάρικου», έργου, της παράστασης ή του βιβλίου που είναι ασήκωτα «βαρύ», και ταλανίζει την Ελλάδα δεν άφησε αλώβητη την παράσταση. Η νοοτροπία όμως αυτή, σύμφωνα με την οποία το φιλοθεάμον κοινό θέλει μόνο εύπεπτα και ελαφριά σε λιπαρά (μεστό=λιπαρό) θεάματα, σαφώς υπονόμευσε τον κόπο και το εξαιρετικό αποτέλεσμα των μουσικών που μας προσέφεραν αυτή την εξαίσια βραδιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: