Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

Αρκετά παλιό, πάντα προσωπικά επίκαιρο

Πρέπει να είμαστε αισιόδοξοι

Μου λένε ότι γκρινιάζω πολύ. Ότι πολλοί αναγνώστες γκρινιάζουν πως δεν αντέχουν την γκρίνια και την απαισιοδοξία. Ιδιαίτερα από τους νέους ανθρώπους. Κατανοούν, δηλαδή, την ανάγκη μιας ασυμβίβαστης ματιάς, η οποία στο μυαλό τους είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την γκρίνια, αλλά ας μην το παρακάνουμε κιόλας ! Πρέπει, λένε, να μιλήσω για πράγματα θετικά, ευχάριστα, να χειροκροτήσω μια επιτυχία, κάποιο από τα καλά της εποχής μας. Αλλιώς κινδυνεύω να στιγματιστώ, στην καλύτερη περίπτωση ως γκρινιάρης και επαγγελματίας απαισιόδοξος, στη χειρότερη σαν αντιδραστικός.
Πώς να μιλήσω για ευχάριστα πράγματα ενώ ζω ουσιαστικά πενθώντας ; Θα ήταν σαν να πήγαινα όπως ο τέως πρωθυπουργός μας σε κηδεία με κρεμ συνολάκι…
Πάλι θα θεωρηθεί ότι υπερβάλλω χάριν εντυπωσιασμού. Δεν μπορώ όμως να είμαι χαρούμενος ή αισιόδοξος όντας ανέστιος. Κι όταν λέω ανέστιος εννοώ ότι κουβαλώ καθημερινά μέσα μου ένα μεγάλο κενό που αυτός ο τόπος κι ο σημερινός νεοελληνικός τρόπος καθιστά ολοένα εντονότερο κι οδυνηρότερο. Το κενό αυτό είναι ένα έλλειμμα ζωής. Ο Κωστής Παπαγιώργης προσπάθησε πρόσφατα να αποδώσει αυτή την κατάσταση, τονίζοντας ότι «μαθαίνει κανείς να ζει σε αυτόν τον τόπο, όπως μαθαίνει μια ξένη γλώσσα». Δεν έχω σχεδόν κανένα κοινό άξονα αναφοράς με την πλειοψηφία των ομοεθνών κι ομόγλωσσών μου. Δεν με ενώνει σχεδόν τίποτε μαζί τους. Η ζωή είναι μόνο πάλη για τη βελτίωση (οικονομική, υλιστική) του περιχαρακωμένου και περιορισμένου ατομικού μας βίου. Ασπάζονται το μεταμοντέρνο δόγμα της σχετικότητας των απόψεων, τις οποίες αναγκαστικά ιδεολογικοποιούν, ταυτίζονται κατά διαστήματα με ποικίλες, ακόμα κι αντιφατικές ιδέες, όπως ακολουθεί κανείς το συρμό στα σακάκια ή στα παπούτσια. Το μοναδικό σημείο επαφής μου μαζί τους είναι η ακονισμένη έξη της κατανάλωσης. Σε τέτοιο βαθμό κοφτερή, που αντιμετωπίζουμε ο ένας τον άλλο στις επαφές μας ως αντικείμενα προς κατάκτηση ή εκμετάλλευση. Στις σχέσεις μας ζητούμενο είναι η κοινή ευδαιμονία. Η υλιστική αντίληψη της ευτυχίας. Η κοινή φιλοδοξία της ανάδειξης. Τι γίνεται όταν σε συγκλονίζει ο Ταρκόφσκι, απηχώντας την ανάγκη σου για νοηματοδότηση του βίου, λέγοντας ότι «υπάρχουν σημαντικότερα πράγματα στη ζωή από την ευτυχία» ;
Νιώθω διχασμένος ανάμεσα σε ένα νεωτερικό «πολιτισμό» μεταμοντέρνου μηδενισμού, ηδονιστικού και σε μια ελληνική παράδοση από την οποία με χωρίζει χάσμα γενναίο. Πώς να ανήκει κανείς σήμερα σε οποιαδήποτε κοινότητα, στην εποχή της κατάλυσης κάθε ιεραρχίας, κάθε κριτηρίου αξιολόγησης και του χλευασμού κάθε μεταφυσικής αγωνίας ; «Πρόκειται μάλλον για μια απώλεια. Απώλεια των θεμελίων της ζωής, που άλλοτε κι αλλού ή ζωή, έστω και ως απτή και φωτεινή πυξίδα, ως κριτήριο και μέτρο του όντως πραγματικού, τα είχε ενώ σήμερα όχι. Απώλεια του βιωματικού βάθους της ζωής και της πνευματικής της ρίζας, εντέλει, απώλεια της ζωής της ίδιας», αναφέρει υποφέροντας ο ομήλικος Ηλίας Παπαγιαννόπουλος στην εξαίσια φιλοσοφική του πραγματεία, Έξοδος Θεάτρου. Πολλοί είναι εκείνοι που βγαίνουν από τα ρούχα τους όταν μιλήσει κανείς σήμερα για τέλος του ελληνικού πολιτισμού. Και μιλάμε για τέλος επειδή δεν υπάρχει κανένας να μετανοήσει, να συντριβεί, ανασταίνοντάς τον. «Να ζεις τον θάνατό σου για τους άλλους δεν έχει τέτοιο επάγγελμα εδώ», τραγουδούσε κάποτε ο Σαββόπουλος.
Με αυτούς που εξεγείρονται θιγμένοι δύο τινά συμβαίνουν : είτε πρόκειται για την αριστερή, ή αριστερίζουσα intelligentia, (ουσιαστικά μη πολιτικοποιημένη, με μόνο διακριτικό μια ξύλινη αριστερίζουσα ρητορεία). Αυτή που επιθυμεί διακαώς να διατηρήσει τα εξουσιαστικά της προνόμια, δηλαδή τη νομή της καλούμενης πνευματικής ζωής του τόπου (πανεπιστήμια, τύπο και τηλεόραση, δημόσιο λόγο), με μόνο κριτήριο την απαγόρευση, πίσω από την ιδεολογική ταμπέλα του προοδευτισμού, εισόδου στους ακέραιους, εργατικούς και επιστημονικά άρτιους, που κινδυνεύουν να αποκαλύψουν το σπιθαμιαίο μέγεθός ή την αχαλίνωτη οικονομική διαφθορά των καιροσκόπων. «Δολοφονούν» πνευματικά κάθε αντίθετη ή αποκλίνουσα άποψη, βαφτίζοντας τον εχθρό «συντηρητικό», «αντιδραστικό» ή ακόμη και «φασίστα». Αυτή την κατάσταση στηρίζουν και οι σοβαροί άνθρωποι του χώρου με τη σιωπή τους, φοβούμενοι τις συνέπειες της αντίδρασης.
Είτε πρόκειται για την άλλη κατηγορία, τους «απέξω» : Δεξιούς ή συχνότερα μη πολιτικοποιημένες μετριότητες, που νιώθουν αδικημένες γιατί έμειναν μακριά από τα πολιτικά ή πανεπιστημιακά αξιώματα και οι οποίες στηλιτεύουν μεν την παρακμή, αλλά δεν μπορούν να παραδεχθούν κανένα τέλος του ελληνικού πολιτισμού, το οποίο θα έσβηνε την ελπίδα να έρθει και η δική τους σειρά. Μόνη τους έγνοια να βρεθούν εκείνοι στη θέση των «άλλων». Θυσιάζουν τα οράματά τους σε αυτό τον σκοπό. Και ενίοτε λοξοκοιτούν, ή χαϊδεύουν τους προοδευτικούς, για να μην κλείσουν οριστικά οι δίοδοι προς την ανάδειξή τους. Καμία από τις δύο πλευρές δεν μπορεί να ανεχθεί την επίκριση. Την «γκρίνια». Ποντάρουν όλοι τους, χωρίς να πιστεύουν σε τίποτε άλλο πέρα από το φουσκωμένο τους Εγώ, στην «αισιοδοξία». Κι εγώ δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό της παράφρασης του Ανδρέα Κάλβου : «Σιγά, μην ταράξεις/την ιεράν ανάπαυσιν/των χορτασμένων».
Περιμένω με αδημονία την εμφάνιση του Έλληνα Λεόν Μπλουά ή Τόμας Μπέρνχαρτ, που θα μιλήσει επιτέλους έξω από τα δόντια, με μεγάλο ωστόσο πόνο, για αυτή τη σήψη. Όμως και πάλι παραφράζοντας τον Κάλβο αναρωτιέμαι : «Και ποιος ήκουσε ποτέ τον παραπονούντα ;»

11 σχόλια:

Κ.Π.Μ. είπε...

Ξέρεις πόσο πολύ διαφωνώ.Δεν επιμένω να βλέπω τα πράγματα όπως δεν είναι, όμως χρειάζεται κάποτε και μια πιο πρακτική ματιά, ικανή να δώσει απάντηση στο ερώτημα: και λοιπόν, τί κάνουμε; Είτε πάμε να κρεμαστούμε ομαδικώς, είτε το παλεύουμε. Η "θεία γκρίνια" είναι ένα στάδιο πριν την πράξη και με ενοχλεί η καθήλωση. Όσοι δεν επιλέγουμε την αυτοχειρία, κουτσά στραβά, αλλά έντιμα, βρίσκουμε έναν τρόπο να συμβάλλουμε στην αλλαγή. Και μάλιστα η πορεία της αλλαγής οφείλει να κατευθύνεται από τον εαυτό μας προς τους άλλους και τον κόσμο. Νομίζω πως όταν βρούμε τον Τρόπο να διαθέτουμε τον εαυτό μας, η όψη των γύρω μας πραγμάτων θα προσαρμοστεί σε αυτό.
Φαντάζομαι θα συμφωνείς πως δύσκολα φτάνει κάποιος σε τέτοια βαθμίδα πνευματικής εξέλιξης ώστε να δικαιούται να απηυδήσει..

ποετάστρος είπε...

Δεν πρόκειται για τέτοιου είδους διακήρυξη. Με αυτό το κείμενο εγκατέλειψα ένα περιοδικό ύστερα από συνεργασία μισού χρόνου. Μου γυρίζει το στομάχι η επιταγή της επίπλαστα χαρούμενης διάθεσης. Η επιβεβλημένη αναζήτηση της αισιοδοξίας, της ανεμελιάς, το ανοστανάλατο και γλυκερό τραγούδι της ψεύτικης χαράς, η με πάση θυσία αποφυγή της βαθιάς, πάντοτε πένθιμης, σκέψης. Ο φόβος να σκεφτούμε και να μιλήσουμε για τη φθορά. Για την απώλεια και τον θάνατο. Εγώ τον βιώνω και τον βλέπω γύρω μου σε άπειρες διαβαθμίσεις καθημερινά. Το πένθος και όχι η απελπισία είναι για μένα ο μοναδικός τρόπος προσέγγισης της πραγματικότητας, του σκότους και του αναστάσιμου φωτός της. Μόνο περνώντας μέσα από το σκοτάδι μπορεί να βγει κανείς στο φως. Η μετά βδελυγμίας αποφυγή οποιουδήποτε θέματος, σκέψης ή ενάυσματος που σχετίζεται με το σκοτάδι, (το οποίο βαφτίζεται πάραυτα βαρύ και εξοστρακίζεται μακριά από το οπτικό μας πεδίο) αποτελεί εκ των προτέρων απόρριψη και της προσπάθειας για την ανεύρεση λίγου φωτός. Είναι η κατ' εξοχήν στάση του «Χλιαρού» που σου προκαλεί εμετό...

Κ.Π.Μ. είπε...

Χρησιμοποείς πολύ ένα τρίτο πληθυντικό, σε μια συνεχή αντιπαράθεση με το πρώτο ενικό. Γιατί; Τί έγινε το δεύτερο ενικό και τί το πρώτο πληθυντικό; Αλλιώς: αν ήμουν ένας από τους πολλούς δικούς σου ανθρώπους που σίγουρα έχεις και εξαιρούνται από το γ΄πληθυντικό, θα με πείραζε να μη σου αρκώ για να ξεπεράσεις το πένθος σου.

ποετάστρος είπε...

Το θέμα δεν είναι να το ξεπεράσεις. Αλλά μέσα από αυτό να φιλτράρεις τη ζωή.

Κ.Π.Μ. είπε...

Επιμονή που σπάει κόκαλα και νεύρα. Αν το ζήτημα είναι η αναζήτηση του πένθους, τότε να προσέξουμε μη στραβώσει κάτι και χαθούν οι αιτίες που το προκαλούν.

ποετάστρος είπε...

Λες να ξυπνήσουμε ένα πρωί σ' ένα άφθαρτο κόσμο χωρίς θάνατο;

Κ.Π.Μ. είπε...

επειδή αυτό δε θα συμβεί ποτέ, το πένθος θα φωλιάζει πάντα βαθειά μέσα μας, ή θα φωτιστούμε κάποτε με το -παρά το θάνατο- φως;

ποετάστρος είπε...

...αυτό είναι ένα άπιαστο (;) ζητούμενο. ο υπόλοιπος χρόνος είναι της χαρμολύπης, δηλαδή του κοινωνικού πένθους.

Κωνσταντίνος Πουλής είπε...

Η συζήτηση αυτή νιώθω πως με αφορά, και θέλω να μοιραστώ μερικές σκέψεις ως επαγγελματίας γκρινιάρης. Δεν απαντώ προσωπικά, ωστόσο. Αναφέρομαι σε αυτό που μου φαίνεται ότι είναι το γενικό πλαίσιο της συζήτησης, γι’ αυτό συγχωρήστε με αν παρεμβαίνω σε έναν ευγενικό διάλογο, με εριστικό ύφος.
Η πρώτη μου παρατήρηση είναι πως δεν θεωρώ αναγκαστικά τους αισιόδοξους πιο ευχάριστη παρέα. Η γκρίνια –όπως ακριβώς η γοητεία, τα βρομόλογα, η ευφράδεια κά– δεν έχει πρόσωπο. Ξέρει να ταιριάζει σ’ αυτόν που τη φορεί. Έτσι, άλλος είναι ανυπόφορος και αισιόδοξος, άλλος ανυπόφορος και γκρινιάρης, οι συγγένειες δεν είναι μόνιμες. Μ΄ άλλα λόγια, έχουμε κι εμείς οι γκρινιάρηδες το γούστο μας πότε-πότε, μη νομίζετε.
Επίσης, μια κουβέντα προς τους αισιόδοξους, που δεν την ακούω συχνά: το βάρος της απόδειξης πέφτει στη δική τους όχθη. Θα πρέπει δηλαδή να μας πουν σε ποια εφορία πάνε, σε ποιους δρόμους περπατούν και αν ρίχνουν καμιά ματιά έξω από τον κύκλο των φίλων τους στα πνευματικά πράγματα, σ’ αυτό που ο κόσμος λέει «πολιτισμό». Γιατί δικαιολογημένα αισιόδοξος στον πολιτισμό είναι αυτός που ανοίγει την τηλεόραση σε ένα τυχαίο κανάλι και φχαριστιέται. Αλλιώς λέγεται «κοντοθωροπερήφανος», αυτός δηλαδή που απολαμβάνει ευτυχής τον πολιτισμό της παρέας του.
Τέλος, μέσα στην απέραντη ποικιλία της αισιοδοξίας και της απαισιοδοξίας, εκτιμώ πως δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο απαισιόδοξος δεν θα βάλει μπρος κανένα έργο, πως του μένει να καλλιεργεί καρτερικά βιολέτες στον κήπο του. Εδώ χρειάζεται διάκριση. Απαισιόδοξο λέμε και αυτόν που τα βλέπει όλα μαύρα και αυτόν που πιστεύει ότι όλα θα εξελιχθούν προς το χειρότερο. Η διάκριση αυτή έχει σημασία. Όποιος κοιτάζει γύρω του και δεν οργίζεται, είναι στην καλύτερη περίπτωση άψυχος, στη χειρότερη υπουργός. Από κει κι ύστερα, ο καθένας πρέπει να δει τι θα κάνει την οργή του ή το μαράζι του. Το ότι κοιτάς γύρω σου και δεν σου αρέσει η πραγματικότητα είναι για μένα μια από τις αφετηρίες της δημιουργίας, δεν είναι λεπτομέρεια. Από κει και πέρα, υπάρχουν πάντοτε τρόποι να σώζουμε το κέφι μας και την όρεξή μας για δουλειά, έστω και σε έναν κόσμο που δεν είναι ο καλύτερος δυνατός, αλλά χάλια μαύρα.

ποετάστρος είπε...

«Το ότι κοιτάς γύρω σου και δεν σου αρέσει η πραγματικότητα είναι για μένα μια από τις αφετηρίες της δημιουργίας, δεν είναι λεπτομέρεια. Από κει και πέρα, υπάρχουν πάντοτε τρόποι να σώζουμε το κέφι μας και την όρεξή μας για δουλειά, έστω και σε έναν κόσμο που δεν είναι ο καλύτερος δυνατός, αλλά χάλια μαύρα.»

Για αυτό είναι οι φίλοι: για να έρχονται να βάζουν ένα χεράκι και να ξεκαθαρίζουν ενίοτε τα πράγματα. Σε ευχαριστώ Κωνσταντίνε για τα απολαυστικά και μεστά σου λόγια. Απολαμβάνω πολύ τη γραφή και την σκέψη σου. Νομίζω κι εγώ ακριβώς ότι αυτό που λες «απαισιοδοξία» κι αυτό που με κάποιες άλλες προεκτάσεις λέω εγώ «πένθος» είναι το λάδι στη μηχανή, η κοπριά στο χώμα, κλπ (σας αφήνω να συμπληρώσετε τη λίστα) το έναυσμα της δημιουργίας για έναν άνθρωπο με έγνοια για τον τόπο που ζει, τους ανθρώπους που συναναστρέφεται και τον εαυτό που κουβαλάει και παχίζει να βελτιώσει. Ούτως ή άλλως το να βγάζεις τις τσίμπλες σου πονάει λιγάκι και σίγουρα θα γκρινιάξεις...

Κωνσταντίνος Πουλής είπε...

Η "κοπριά στο χώμα" είναι μια φίνα μεταφορά γι' αυτό που συζητούμε. Γιατί και η γκρίνια δεν είναι ευχάριστη, αλλά είναι χρήσιμη.