Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

Βυζαντινός Σέρλοκ Χόλμς ή το τάξίδι στον χρόνο του νεωτερικού ανθρώπου


Παναγιώτης Αγαπητός
Μέδουσα από σμάλτο
Εκδόσεις Αγρα
σελ. 457

Από το πρώτο του βιβλίο, το «Εβένινο λαούτο» (2003) ο βυζαντινολόγος Παναγιώτης Αγαπητός έδειξε ότι γνωρίζει σε βάθος και χειρίζεται αποτελεσματικά τις τεχνικές και τις ειδικές παραμέτρους του αστυνομικού μυθιστορήματος: λογική πλοκή και δομή, αιφνίδιες ανατροπές και ξαφνιάσματα, απροσδόκητη λύση του μυστηρίου. Εκτός από την αναγκαία, αλλά και δυσεύρετη ικανότητα σταδιακής ενίσχυσης της περιέργειας του αναγνώστη (ως γνωστόν το αστυνομικό δεν επιτρέπει «κοιλιές») ο Αγαπητός παρουσιάζεται καλύτερος από βιβλίο σε βιβλίο. Στο δε τελευταίο η βελτίωση της λογοτεχνικής του γλώσσας, των παρομοιώσεων και των μεταφορών είναι αισθητή. Ταυτόχρονα όμως εντείνεται και η αίσθηση ενός ιδρυτικού αναχρονισμού που σοβεί στα βιβλία του. Αν και χάρη στην ειδίκευσή του κατορθώνει να αποδώσει εξαιρετικά την καθημερινότητα του Βυζαντίου, η προσωπικότητα και ο τρόπος σκέψης του κεντρικού ήρωα των ιστοριών του, του «ντετέκτιβ» πρωτοσπαθάριου Λέοντα, ξενίζουν. Λες και μεταφυτεύτηκε ξαφνικά στο Βυζάντιο ένας αναγεννησιακός, αν όχι νεωτερικός άνθρωπος. Ο κυνισμός, ο υφέρπον, νιτσεϊκού τύπου, μηδενισμός του Λέοντα δεν μοιάζει να συνάδει με το πνεύμα, ακόμα και των μαχητικά αντιθρησκευόμενων της βυζαντινής εποχής. Ισως η μορφή του ντέτεκτιβ, ως κατ’ εξοχήν ενσάρκωση της νεωτερικής λογοκρατίας να μην μπορεί (παρά τις προσπάθειες κορυφαίων του είδους όπως ο Βαν Γκούλικ, που ενέπνευσε τον Αγαπητό) να σταθεί στο ιστορικό πλαίσιο προ-νεωτερικών πολιτισμών.

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009

Είδαμε: «Η Τάξη» του Ζαν-Ντανιέλ Πολέ.
ΕΤ1, Παρασκευή 27/11, 00.00


Γροθιά στο στομάχι ήταν το δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ που παρουσίασε στις 27/11 η «Κινηματογραφική λέσχη» στο πλαίσιο αφιερώματος στον άγνωστο Γάλλο σκηνοθέτη Ζαν Ντανιέλ Πολέ. Οι πρώτες εικόνες της μικρού μήκους ταινίας ήταν, όπως τόνισε κι ο έγκριτος κριτικός Γιάννης Μπακογιαννόπουλος, «πραγματικά αφόρητες». Ενας φρικτά παραμορφωμένος, κυριολεκτικά φαγωμένος από τη λέπρα πρώην (κατ’ ανάγκη) έποικος της Σπιναλόγκα, ο Ρεμουντάκης μιλάει αποσπασματικά στην κάμερα με τη σπηλαιώδη, γδαρμένη του φωνή, ενώ ενδιάμεσα ο φακός σεργιανίζει στο εγκαταλελειμμένο νησάκι. Τα συνταρακτικά λόγια του πρώην λεπρού μεταμορφώνουν αυτό το αποκρουστικό πλάσμα σε ανθρώπινο ον, αποκαλύπτοντας την απροσμέτρητη δύναμη του λόγου. Στην εποχή που ο άνθρωπος ταυτίζεται με τη δισδιάστατη, χάρτινη ή ηλεκτρονική, εικόνα του, η μαρτυρία του Ρεμουντάκη μας υπενθυμίζει ότι ο άνθρωπος δεν ορίζεται από την εικόνα, αλλά απ΄την ανθρωπιά του. Η κατάμουτρη γροθιά που μας επιφυλάσσει ο Πολέ δεν προέρχεται από την εικόνα, αλλά από την Αλήθεια που περικλείει η εικόνα σε συνδυασμό με τον λόγο. Το φρικιαστικότερο θέαμα που δεν αποτυπώνει καμία εικόνα, αλλά εικονοποιεί ο αμείλικτος λόγος των λεπρών, δεν είναι άλλο από εκείνο του ανάλγητου εαυτού μας. Ολων υμών των φαινομενικά υγιών που εξοστρακίζουμε εκτός κοινωνίας ό,τι δεν μας μοιάζει και – το χειρότερο – αρνούμαστε να δεχθούμε πίσω ακόμα κι όταν έχει ξεπεράσει την αρρώστια. Γροθιά ήταν τα λόγια του μισερού αυτού ανθρώπου, ο οποίος εξέφραζε απύθμενη οδύνη και απέχθεια για την δική μας κατάντια. Την απανθρωπία μας

Η σύγχρονη Ελλάδα μέσα από τα μάτια ενός γερού διηγηματογράφου



Γιώργου Σκαμπαρδώνη
Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος
Εκδ. Ελληνικά Γράμματα
Σελ. 286.


Η νέα συλλογή διηγημάτων του Γιώργου Σκαμπαρδώνη αποτελεί μια κορύφωση εφάμιλλη των πρώτων εντυπωσιακών συλλογών των αρχών του ‘90. Ο Σκαμπαρδώνης δεν δοκιμάζεται στο διήγημα, αλλά μάλλον δοκιμάζει τις σημερινές δυνατότητες του κλασικού αυτού είδους. Η μεγαλύτερη ίσως πρόκληση, ιδίως όταν κανείς συνθέτει μια πολυσέλιδη συλλογή όπως αυτή, είναι η εξασφάλιση της ποιοτικής ισορροπίας των διηγημάτων. Εδώ, η σταθερά υψηλή ποιότητα ξεπερνιέται από ορισμένα διηγήματα όπως «Ο οδοκαθαριστής , 5.30 το πρωί», «Ο τάφος του στρατηγού» ή το ατμοσφαιρικό «ο γουλιανός κοντά στην ακτή» όλα τους κατορθώματα μεγάλης μαεστρίας. Ο Σκαμπαρδώνης γνωρίζει καλά την τέχνη του διηγήματος: διαθέτει αναγνωρίσιμο προσωπικό, ντόμπρο λογοτεχνικό ύφος, σύγχρονη αφηγηματική γλώσσα η οποία έχει αφομοιώσει στοιχεία ντοπιολαλιάς, τρέχουσες εκφράσεις της προφορικής αλλά και λόγιας γλώσσας τα οποία συνυπάρχουν αρμονικά. Διαθέτει δυσεύρετο σήμερα χιούμορ, ζηλευτή φαντασία, ρεαλιστική σκληρότητα, ενώ κατέχει και το παιχνίδι των ανατροπών, που καθιστά αλησμόνητες πολλές χαρακτηριστικές σκηνές των διηγημάτων. Αν και τα περισσότερα, με ελάχιστες εξαιρέσεις εξελίσσονται στη Βόρεια Ελλάδα, εντούτοις υπερβαίνουν τον δυσπέλαστο σκόπελο του αμετάβατου τοπικού αισθήματος, της παρωχημένης ηθογραφίας, αποτυπώνοντας καίριες πλευρές της ιδιοσυγκρασίας του σύγχρονου Νεοέλληνα. Η καλύτερη ενδεχομένως εκδοχή σύγχρονου νεοελληνικού οδηγήματος: η σκιαγράφηση του ταπεραμέντου μιας κοινωνίας και της νοοτροπίας μιας εποχής.

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2009

Γράμματα Σεφέρη - Κατσίμπαλη



Γιώργος Κατσίμπαλης & Γιώργος Σεφέρης
«Αγαπητέ μου Γιώργο»
Αλληλογραφία (1924-1970)
2 Τόμοι, σελ. 399 και 534 αντίστοιχα
Εκδ. Ικαρος



Κάθε έκδοση των καταλοίπων του Σεφέρη αποτελεί σημαντικό εκδοτικό γεγονός. Η κυκλοφορία όμως της αλληλογραφίας με τον Κατσίμπαλη αποτελεί γεγονός κεφαλαιώδους σημασίας. Κατ’ αρχάς διότι φωτίζει, χαρτογραφώντας την πνευματική τους σχέση και εξέλιξη, τις δύο πιο σημαίνουσες, ίσως, φυσιογνωμίες της γενιάς του’ 30. Ο Σεφέρης ήταν η πιο σημαίνουσα λογοτεχνική και πολιτική μορφή (αρκεί να θυμηθούμε την περίφημη «Δήλωση»). Ο Κατσίμπαλης η κινητήρια δύναμη αυτής της ομάδας, ο άνθρωπος που κανοναρχούσε με τη μαγκούρα του, σαν διευθυντής ορχήστρας, τους επιφανέστερους λογοτέχνες της εποχής, όπως τον Γκάτσο, τον Ελύτη ή τον Θεοτοκά, Κεφαλαιώδους κατ’ επέκταση σημασίας διότι οι υπόλοιπες σεφερικές αλληλογραφίες, συμπεριλαμβανομένων και όσων μένει να εκδοθούν (με τους Σαββίδη, Λουίζο, Sherrard κ.α.) απλώς συμπληρώνουν, σαν περιστρεφόμενοι δορυφόροι, το ψηφιδωτό των προσωπικοτήτων που συνθέτουν τη λογοτεχνική γενιά σταθμό της πρόσφατης ιστορίας μας.
H μεγαλύτερη από κάθε άλλη αλληλογραφία, τόσο σε όγκο και στο χρονικό διάστημα που καλύπτει, (452 επιστολές από το 1924 ως το 1970) φανερώνει επιπλέον, τον τρόπο της στενής συνεργασίας των δυο ανδρών, οι οποίοι κατηγορήθηκαν, ακριβώς για αυτό, ότι δρούσαν ως «κλίκα».
Φανερώνει δηλαδή τον τρόπο που ο «Κολοσσός του Μαρουσιού» πίεζε αφενός τον Σεφέρη (αν και όχι πάντοτε προς τη σωστή κατεύθυνση, με τα μέτρα της ποιητικής κλίσης του ποιητή,) να στρωθεί στη δουλειά για να γράψει ποιήματα, δοκίμια και διαλέξεις. Και αφετέρου τον τρόπο με τον οποίο συντόνιζε ένα πλήθος ανθρώπων (Ελλήνων και ξένων) στρατολογημένων με γνώμονα το προσωπικό αισθητήριο του Κατσίμπαλη, προκειμένου να στηρίξουν και να προωθήσουν το έργο των λογοτεχνών, που θεωρούσε ότι γονιμοποιούν τα ελληνικά γράμματα. Ένα πλήθος ανθρώπων τους οποίους επίσης πίεζε να συγγράψουν κριτικά δοκίμια και βιβλία, να εκπονήσουν μεταφράσεις, να συνθέσουν ελληνικές και ξενόγλωσσες ανθολογίες για την προώθηση της ελληνικής λογοτεχνίας.
Κοινή ραχοκοκαλιά, τόσο της βαθιάς αδελφικής φιλίας, όσο και της αλληλογραφίας είναι η άπλετη και άδολη αγάπη των δύο ανδρών για τα γράμματα και τον τόπο. Αυτοί οι δυο καημοί σε όλες σχεδόν τις επιστολές των 43 χρόνων της επιστολογραφίας τους.
Ο Κατσίμπαλής είναι ένας ατόφιος, ντόμπρος, συχνά αμετροεπής άνθρωπος που δεν φοβάται να εκφράσει ανοιχτά κι εις επήκοον όλων τη γνώμη του (ακόμα κι όταν καθυβρίζει με δικές του απαράμιλλα πλασμένες λέξεις τους αντίπαλους του), αδικώντας ενίοτε ορισμένους πνευματικούς ανθρώπους στις κρίσεις του.
Εντούτοις θυσιάζεται για όσα και όσους πιστεύει. «Είμαι εκείνος που είμαι, χωρίς να μπορώ να γίνω καλύτερος – αλίμονο! ούτε και χειρότερος, κι η μόνη μου χαρά είναι να δίνω […] μια έμπρακτη απόδειξη στους φίλους μου και μάλιστα σε ξεχωριστούς φίλους σαν κι εσένα: φίλους της καρδιάς και φίλους του νου», σημειώνει σε γράμμα του στις 20. 10. 1931.
Παραμερίζοντας τις λογοτεχνικές του φιλοδοξίες αναλώθηκε στην στήριξη των ποιητών που ξεχώριζε. Δεν είναι λίγες οι επιστολές που πασχίζουν να στυλώσουν στα πόδια του έναν αποκαρδιωμένο ή κουρασμένο από τη διπλή του ιδιότητά, Σεφέρη. Εξ ου και εκείνος φτάνει κάποια στιγμή να του απαντήσει, προσδιορίζοντας επακριβώς τον ρόλο που διαδραμάτισε ο κατά Σεφέρη «εθνικός βιβλιογράφος» στη ζωή του: «Σ’ αγαπώ γιατί είσαι αυστηρός. Αλλά μου είσαι ανυπόφορος όταν μοιάζεις με τη φωνή της συνείδησής μου».
Ανακαλύπτει τον Καραντώνη, τον Σαββίδη, τον Καρούζο. Παλεύει να πείσει τη σουηδική επιτροπή να απονείμει το Νόμπελ στον Παλαμά.
Εν ολίγοις, όπως υπογραμμίζει κι ο επιμελητής Δ. Δασκαλόπουλος στην εισαγωγή του, ο Κατσίμπαλης επιτελούσε έργο που καλούνται να φέρουν σήμερα σε πέρας πολυπληθείς πνευματικοί οργανισμοί και ιδρύματα. Η αλληλογραφία Σεφέρη-Κατσίμπαλη είναι τόσο απολαυστική, που διαβάζεται σαν καλογραμμένο μυθιστόρημα. Διασώζει στα φυλλοκάρδια της, τις λησμονημένες σήμερα αξίες της ειλικρίνειας, της πίστης και –κυρίως – της ανθρωπιάς. Απορία προκαλεί η έκδοση της σε μονοτονικό (το πρώτο μονοτονισμένο έργο του σεφερικού corpus).

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

Σπουδαίο μυθιστόρημα


Joseph Roth
Το εμβατήριο του Ραντέτσκι
Εκδ. Άγρα

456 σελ.


Η αμετροέπεια και η υπερβολή στους – μαγαρισμένους από τον διαφημιστικό λόγο - χαρακτηρισμούς που συνοδεύουν αυτονόητα, σαν δεύτερο απαστράπτον περιτύλιγμα, κάθε νέο βιβλίο έχουν σχεδόν καταργήσει τη διάκριση των μεγάλων λογοτεχνικών έργων από την υπόλοιπη παραγωγή. Κι όσα πρόλαβαν να αναγνωριστούν, από την «Ιλιάδα» μέχρι το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» είναι εκείνα που δυσκολευόμαστε σήμερα να ανοίξουμε.
Το «Εμβατήριο του Ραντέτσκι» του ανέστιου γόνου της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, Γιόζεφ Ροτ ανήκει στην παροπλισμένη κατηγορία των γνήσιων αριστουργημάτων του 20ου αιώνα, τα οποία μας υπενθυμίζουν τι είναι λογοτεχνία. Το βιβλίο αφηγείται, μέσα από την εξιστόρηση του βίου τριών γενεών της οικογένειας Τρόττα, τον κατακερματισμό της Αυστροουγγρικής μοναρχίας των Αψβούργων. Αφουγκράζεται ανεπανάληπτα τον επιθανάτιο ρόγχο μιας ολόκληρης εποχής, η οποία σηματοδοτεί το πέρασμα από τις αχανείς αυτοκρατορίες στη θέσπιση αυτόνομων εθνικών κρατών και την εδραίωση του νεωτερικού, εξατομικευμένου υποκειμένου. Πρόκειται για ανάλογο (νοσταλγικό) εγχείρημα εκείνου των κορυφαίων Κεντροευρωπαίων: Τσβάιχ, Χόφμαννσταλ, Μπροχ και Μούζιλ. Το μυθιστόρημα όμως του Ροτ κατορθώνει, νομίζω, να αποδώσει πολύ καλύτερα την μεταιχμιακή εκείνη εποχή των ραγδαίων κοινωνικοπολιτικών αλλαγών απ’ ό,τι για παράδειγμα, οι εμβληματικοί «Υπνοβάτες» οι οποίοι πλήττονται καίρια από τις απόπειρες μορφικής, κυρίως, ανανέωσης του είδους που επιχειρεί ο Μπροχ. Το «Εμβατήριο του Ραντέτσκι» δεν είναι τυπικό ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά κλασικό έργο χαρακτήρων, όπου τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα φιλτράρονται – διασώζοντας έτσι έναν δυσπέλαστο ρεαλισμό – μέσα από τα μάτια των ηρώων. Το μυθιστόρημα είναι διαρθρωμένο σε μια σειρά αντιθετικών ζευγών (πρόσωπα ή πράξεις) με άξονα τη αντιπαραβολή των δύο εποχών: της απερχόμενης ιεραρχικά δομημένης παραδοσιακής κοινωνίας (μετεξέλιξη της μεσαιωνικής), και της επερχόμενης μαζικής ταξικής δημοκρατίας. Ο Σλοβένος ανθυπολοχαγός Τρόττα, ο οποίος στη μάχη του Σολφερίνο σώζει τον Αυτοκράτορα από βέβαιο θάνατο αποτελεί το αρνητικό του εγγονού του, ανθυπολοχαγού Καρλ Γιόζεφ Τροττα, ο οποίος γνωρίζει έναν εξευτελιστικό, άχρηστο θάνατο τις πρώτες μέρες του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, έχοντας δυο κουβάδες νερό – κι όχι το όπλο του – στα χέρια. Ο πρώτος Τρόττα σώζει τον αυτοκράτορα κερδίζοντας τον τίτλο του βαρόνου, εισάγοντας την γενιά του στην αριστοκρατία, ενώ ο εγγονός «σώζει» το μαγαρισμένο από τα μυγοχέσματα πορτρέτο του αυτοκράτορα που κοσμεί επαρχιακό μπορντέλο. Ο εγγονός έχει προηγουμένως παραιτηθεί ατιμασμένος από το στρατό έχοντας εξισωθεί – βουλιάζοντας στα χρέη και στο ποτό – με τον υπόκοσμο της αυτοκρατορίας. Τα πρόσωπα του μυθιστορήματος, τα οποία βρίσκονται στο μεταίχμιο των δύο εποχών βιώνουν την σταδιακή αποσάθρωση των αξιών, ως ξεγύμνωμα κάθε πράξης από το νόημα της, ως σταδιακή εξαφάνιση του νοήματος της ύπαρξης, το οποίο μέχρι πρότινος ενσάρκωνε ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ ως εκλεκτός του Θεού. Ωστόσο, παππούς και εγγονός διακρίνονται στην κρίσιμη στιγμή από την ίδια αυτοθυσία. Ο πρώτος διακινδυνεύει για τον αυτοκράτορα, δηλαδή για την πατρίδα του κι ο δεύτερος για τους διψασμένους απάτριδες συμπολεμιστές του. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για μια αυτοθυσιαστική πράξη που προασπίζει έναν τρόπο ζωής, ενώ στη δεύτερη για μια αυτοθυσία δίχως αντίκρισμα, τον άχρηστο θάνατο, ενός ανέστιου και διαλυμένου ανθρώπου. Ο δεύτερος της γενιάς απόγονος του ήρωα και πατέρας του Καρλ Γιόζεφ, έπαρχος Τρόττα αποτελεί το αντίγραφο του αυτοκράτορα. Στην εκπληκτική σκηνή της συνάντησής τους είναι σαν να βλέπει ο καθένας τους τον εαυτό του στον καθρέφτη. Η αυτοκρατορία πεθαίνει οριστικά με τον θάνατο του αυτοκράτορα και του έπαρχου, τον τελευταίο πιστό υπήκοο της αυτοκρατορίας. Οι ενέργειες και τα πρόσωπα που αντικαθρεφτίζονται στο άδειασμα τους από κάθε περιεχόμενο, απομένοντας κενά κουτιά όπου μέχρι πρότινος έβρισκε τη σωστή του θέση κάθε συναίσθημα, σκέψη και πράξη στην υπηρεσία ενός άκαμπτου ιδεώδους. Εν ολίγοις το παιχνίδι των αντιθετικών ζευγών ανιχνεύεται σε κάθε σχεδόν πτυχή του μυθιστορήματος. Το στοιχείο ωστόσο που αναβιβάζει το «Εμβατήριο του Ραντέτσκι» στο επίπεδο των μεγάλων λογοτεχνικών επιτευγμάτων είναι η αφηγηματική του γλώσσα. «Υπάρχει ένα ποίημα σε κάθε σελίδα του Γιόζεφ Ροτ», επισημαίνει ο συνώνυμός του Μπρότσκι. Οι αναπάντεχες μεταφορές που συχνά εκτείνονται σε ολόκληρη την παράγραφο ή τη σελίδα γενούν μοναδικές εικόνες στήνοντας στα πόδια της αύτανδρη την ζωντανή πραγματικότητα της εποχής. Ορισμένες από τις θαυμάσιες σκηνές του μυθιστορήματος, όπως η επίσκεψη του Καρλ Γιόζεφ στο σπίτι του αστυφύλακα, ή του έπαρχου στην κατοικία του αυτοκράτορα, μένουν εντυπωμένες στη μνήμη. Όπως κάθε σπουδαίο έργο, το «Εμβατήριο» προσφέρει βαθιά αναγνωστική απόλαυση. Είναι από εκείνα που όταν τα διαβάζουν συγγραφείς, ζηλεύουν. Γόνιμα.

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

Albert Camus, πάντα επίκαιρος συγγραφέας


Ολιβιέ Τοντ
Αλμπέρ Καμύ
Μια ζωή
Εκδ. Καστανιώτης
Σελ. 774

Οι σπουδαίοι συγγραφείς του ενός βιβλίου σπανίζουν. Συνήθως οι λογοτεχνικές κορυφές αναγνωρίζονται ως τέτοιες στο βαθμό που μπορεί κανείς να ανιχνεύσει πίσω τους μια πορεία πεισματικής πάλης με τον εαυτό και την τέχνη τους. Η ευκολία – προϊόν της αναγκαστικής σχετικοποίησης που καλλιεργείται στους πανεπιστημιακούς χώρους χάριν μιας αδήριτης, όσο και ανούσιας, ανάγκης ταξινόμησης – με την οποία ταυτίζουμε έναν συγγραφέα με ένα του έργο, ξεμπερδεύοντας γρήγορα μαζί του συνιστά ανήκεστη σε βάρος του αδικία. Χαρακτηριστικότατο παράδειγμα κατάφορης αδικοκρισίας η ταύτιση του Αλμπέρ Καμύ με τον «Ξένο». Πέρα από το γεγονός ότι «Η πανούκλα» και «Η πτώση» είναι πιθανότατα πιο μεστά και ώριμα μυθιστορήματα, περιπτώσεις σαν τον Καμύ υπερβαίνουν ή αντίθετα ενσαρκώνουν πλέρια μέσα από μια πληθώρα αλληλοσυμπληρούμενων δραστηριοτήτων το πρότυπο του ανθρώπου των γραμμάτων, του ανθρώπου που παλεύει με το νόημα της ύπαρξης και του κόσμου.
Οι βιογραφίες, οι οποίες ως επί το πλείστον απαντούν στην ηδονοβλεπτική ανάγκη ενός απηυδισμένου κοινού να εισβάλει στην ιδιωτική ζωή οιασδήποτε διασημότητας δεν αποτελούν ωφέλιμο συμπλήρωμα του έργου κάθε συγγραφέα. Στην περίπτωση όμως του Αλμπέρ Καμύ, η ζωή του οποίου υπήρξε μια συναρπαστική πορεία, εν ίδει τεθλασμένης γραμμής, μιας ειλικρινούς αναζήτησης της αλήθειας, η αφήγηση του βίου φωτίζει και συμπληρώνει το αξεδιάλεχτο σύνολο που απαρτίζουν ο άνθρωπος, η δράση και το έργο του. Στο μεταίχμιο πολλαπλών ταυτοτήτων, ούτε ολοκληρωτικά Αλγερινός, ούτε απόλυτα Γάλλος, ούτε πραγματικά προλετάριος, μήτε αληθινός αστός, άνθρωπος ζυμωμένος στη σκέψη και στη δράση, ο Καμύ ενσαρκώνει το πιο αυθεντικό πρόσωπο του πνεύματος, του ανθρώπου που σκέπτεται και δρα προσβλέποντας στον φωτισμό της περιπέτειας της ζωής.
Εξ ου και τα έργα, οι αλληλογραφίες και οι βιογραφίες του Καμύ διασταυρώνονται και φωτίζουν το ένα το άλλο.
Διαβάζοντας την ομολογουμένως συναρπαστική βιογραφία που εκπόνησε ο Ολιβιέ Τοντ αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο Καμύ αναφέρθηκε, έστω και ακροθιγώς σε ορισμένες περιπτώσεις, σε όλα τα ζητήματα που απασχολούν την δική μας εποχή. Ακόμα και σε θέματα όπως το ζήτημα της αποικιοκρατίας, τη σχέση της Δύσης με το Ισλάμ, το πρόβλημα του κομφορμισμού και της επανάπαυσης των δημοκρατικών κοινωνιών, τα οποία απασχολούσαν λιγότερο την εποχή του και που στις επόμενες δεκαετίες γιγαντώθηκαν, μετακινούμενα στο επίκεντρο του σύγχρονου προβληματισμού.
Η ζωή μας σημαδεύει όλους μέσω κάποιων συνταρακτικών γεγονότων. Οι άνθρωποι του πνεύματος είναι εκείνοι που γονιμοποιούν αυτή την οδυνηρή – συνήθως – σφραγίδα. Η απώλεια του πατέρα στο γαλλικό μέτωπο τον χειμώνα του ’14, οκτώ μόλις μήνες μετά τη γέννηση του, η βαθιά οικογενειακή φτώχεια (το δώρο της μάνας του στον πρώτο του γάμο ήταν δύο εξάδες λευκά ζευγάρια κάλτσες) και η φυματίωση, που του
άνοιξε τα μάτια στη θνητότητα του ανθρώπου και στο παράλογο του θανάτου, ήταν εκείνα που καθόρισαν την μετέπειτα πορεία και στάση του νομπελίστα συγγραφέα. Ο σεβασμός της ιερότητας της ανθρώπινης ζωής, η ολοκληρωτική αντίθεσή του στον πόλεμο, ο έμπρακτος πόνος για τους φτωχούς και στερημένους, ο αγώνας για την υπέρβαση του παραλόγου υπήρξαν οι καίριοι άξονες προβληματισμού και δράσης του. Η βαθιά μεταφυσική του αγωνία που τροφοδοτούσε από την κορυφή ως τα νύχια και τα βαθύτερα μύχια την ύπαρξή του τον οδήγησε σε εκπληκτικής σαφήνειας συγκερασμούς και συμπυκνώσεις, στην έκφραση ερωτημάτων τρομακτικής μεστότητας.
Συγγενεύοντας στενά με τον Κυρίλοφ του Ντοστογιέφσκι ο Καμύ καταθέτει το εξής μεταφυσικό ερώτημα: «Εχει η ζωή αρκετό νόημα ώστε να μην οδηγηθούμε στην αυτοκτονία;». Η συμπόνια προς τους αδικημένους και τους απελπισμένους οδηγεί τα βήματά του στον κομμουνισμό, όπου δεν κατορθώνει ποτέ να ενταχθεί πραγματικά καθώς όπως λέει «στον κομμουνισμό δεν υπάρχει θρησκευτικό αίσθημα».
Αντιλαμβανόμενος όμως τον κομμουνισμό ως «μια διαδικασία κι έναν ασκητισμό που προετοιμάζει το έδαφος για πιο πνευματικές δραστηριότητες» οδηγείται στον συγκερασμό του κομμουνισμού του καιρού του με τον αλλοτινό χριστιανισμό.
Όπως υπογραμμίζει κι ο Τοντ, ο Καμύ, ο οποίος αφιέρωσε τη διπλωματική του εργασία στον Πλωτίνο και τον Άγιο Αυγουστίνο, αναζητεί έναν μυστικισμό πέραν της κοινωνικής δικαιοσύνης και του αγώνα κατά της ανισότητας». Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει απλουστεύοντας ότι η σκέψη του κινείται μεταξύ δύο καταλυτικών ερωτημάτων: Κατά πόσο μπορεί ο άνθρωπος να γίνει άγιος χωρίς Θεό;» και πώς «επαναστάτης χωρίς να είναι κομουνιστής». Ερωτήματα πίσω από τα οποία υποφώσκει το ζήτημα της ελευθερίας εντός ενός δεδομένα παράλογου κόσμου.
Ο άνθρωπος που επέμενε πως «το μόνο που μπορούμε να αντιτάξουμε στον παραλογισμό είναι η διαύγεια» ήταν ένας άνθρωπος διψασμένος για ελευθερία. Μια ελευθερία άρρηκτα συνυφασμένη με την δικαιοσύνη, τη λυσσασμένη δηλαδή πάλη κατά κάθε μορφής καταπίεση. Μια ελευθερία συνώνυμο της διάσωσης της προσωπικής αξιοπρέπειας, η οποία αποτελεί το ύστατο καταφύγιο της ανθρωπιάς: «η αξιοπρέπεια είναι το αντίθετο της ταπείνωσης», έλεγε. Μια ελευθερία της υπέρβασης της ατομικότητας: «[… ] στη θρησκευτική εμπειρία παραμένει κάτι το αληθινό, όπως και σε οποιαδήποτε άλλη εμπειρία: η προσωπική ζωή έχει μόνο μακρινές σχέσεις με την ευτυχία». Μια ελευθερία που οδηγεί στην αγάπη. «Να δίνουμε όταν μπορούμε. Και να μην μισούμε, αν μπορούμε».
Η αφηγηματική ικανότητα και οι λογοτεχνικές αρετές του Ολιβιέ Τοντ καθιστούν το ογκώδες αυτό βιβλίο συναρπαστικό. Ενώ όμως είναι εξαιρετικός στην εξιστόρηση των γεγονότων, συχνά οι ερμηνευτικές του απόπειρες και το «Συμπέρασμά» του μοιάζουν να περιορίζουν, παρά να διευρύνουν τον προβληματισμό του Καμύ. Εξαιρετικό ωστόσο είναι το κεφάλαιο «Η «βεντέτα» και το «θωρηκτό»», για τη σχέση του με τον Σαρτρ, όπου η στάση που κράτησε απέναντι στις χυδαία υποτιμητικές επιθέσεις του συγγραφέα του βιβλίου «Είναι και το Μηδέν» και στην υπεροψία του Ρεημόν Αρόν καταδεικνύουν το ήθος που διατρέχει, γονιμοποιώντας το, ολόκληρο το έργο του.
Ο Καμύ σημαδεύει, αλλά συνάμα, σε αντίθεση με τον Σαρτρ, υπερβαίνει τα όρια μιας εποχής και μιας γενιάς και γίνεται καθολικός μιλώντας για την ύπαρξη και την αγωνία του ανθρώπου. «Το μοναδικό μεγαλείο του ανθρώπου είναι να παλεύει ενάντια σε ό,τι τον ξεπερνάει», υποστηρίζει μετά το Νόμπελ. Το έργο και η ζωή του ανθρώπου που πικραινόταν διαπιστώνοντας ότι «οι ιδέες μας για τον θάνατο είναι τόσο φτωχές» και πως «για τον θάνατο και τα χρώματα δεν ξέρουμε πώς να μιλήσουμε», νομιμοποιούν, σύμφωνα με τα λόγια του ποιητή Τσεσλαβ Μιλός «την ύπαρξή μας». Ο Καμύ ανήκει στο δυσεύρετο είδος εκείνο των πνευματικών ανθρώπων που με τη ζωή και το έργο τους εξυψώνουν το επίπεδο των γραμμάτων μιας ολόκληρης εποχής. Που μας θυμίζουν ότι η ατελεύτητη πάλη με τις λέξεις έχει νόημα μόνο όταν μας βοηθάει να ζήσουμε.
Η προσεγμένη μετάφραση της κ. Κολαϊτη υπολείπεται, νομίζω, στα σημεία του γαλλικού πρωτοτύπου.

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

Ταινία τρόμου η επέλαση του ηλεκτρονικού βιβλίου


Με την εμφάνιση του ηλεκτρονικού βιβλίου έγινε πλέον κοινή συνείδηση – σε έναν χώρο όπου τα γεγονότα επιβάλλονται συνήθως ως τετελεσμένα – ότι διανύουμε μια μεταβατική περίοδο σφοδρών και τρικούβερτων αλλαγών, που αναμένεται να μεταβάλλουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε όχι μόνο το έργο τέχνης, το δημιούργημα, το αντικείμενο, το «εμπόρευμα» που λέγεται βιβλίο, αλλά και ό,τι σχετίζεται με αυτό: εκδότες, βιβλιοπωλεία, βιβλιοθήκες, ακόμα και τους ίδιους τους δημιουργούς και τους στυλοβάτες του: συγγραφείς, κριτικούς, εκδότες, βιβλιοδέτες κλπ. Σε συνέντευξη που παραχώρησε προ λίγου καιρού στην «Figaro» ο διευθυντής του μεγαλύτερου και πιο ονομαστού εκδοτικού οίκου της Γαλλίας, των εκδόσεων «Gallimard», Αντουάν Γκαλιμάρ προέβλεψε, εμφανώς βαρυκαρδισμένος, το τέλος ενός προστατευόμενου κόσμου μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. «Το μεγαλύτερό μου άγχος είναι η πειρατεία. Εχοντας δει τι συνέβη στη μουσική, στον κινηματογράφο, αναρωτιόμαστε έντρομοι αν θα γνωρίζουμε κι εμείς με τη σειρά μας αυτή την μάστιγα. Το ηλεκτρονικό όμως βιβλίο θέτει και άλλα ερωτήματα, όπως το ποιος θα το ελέγξει, ποια θα είναι τα δίκτυα διακίνησής του, ποιον ρόλο θα αναλάβουν οι πάροχοι πρόσβασης (οι Google, οι Apple και λοιποί) οι οποίοι δεν αποδίδουν πνευματικά δικαιώματα, που σου παίρνουν το κείμενο μέσα από την τσέπη σου. Πρόκειται για έναν εσμό ανθρώπων που προελαύνουν και δεν ξέρουμε καθόλου τι πρόκειται να συμβεί». Oι Γάλλοι εκδότες προσπαθούν να οχυρωθούν εν όψει της επερχόμενης επιδρομής δημιουργώντας τρεις ψηφιακές πλατφόρμες, Eden (Gallimard, Seuil, Flammarion), Numilog, eEditis, για την ασφαλέστερη διακίνηση του βιβλίου. «Η κυβέρνηση τάσσεται υπέρ της μιας και μοναδικής πλατφόρμας. Προσπαθούμε να ομαδοποιηθούμε. Να υπάρξει τουλάχιστον συμβατότητα ανάμεσα στις πλατφόρμες, ώστε να μπορέσουμε να προβάλλουμε μια κοινή βιτρίνα στους βιβλιοπώλες και στους αναγνώστες». Παρά τους φόβους του κ. Γκαλιμάρ το βιβλίο ως πνευματικό έργο και ως χειροτέχνημα δεν κινδυνεύει. Η πείρα της πειρατείας μας διδάσκει ότι ούτε ο κινηματογράφος καταβαραθρώθηκε, ούτε η μουσική βιομηχανία καταρρακώθηκε. Ωστόσο το βιβλίο-εμπόρευμα είναι πολύ πιο ευπόρθητο και εκτεθειμένο στις αλλότριες επιδρομές. Γιατί (κι αυτό είναι το μεγάλο δώρο των μεταιχμιακών εποχών, ότι αποκαλύπτουν βαθιές κρυμμένες αλήθειες των πραγμάτων) το βιβλίο δεν υπήρξε ουσιαστικά ποτέ αμιγώς εμπόρευμα - υποκείμενο σε μόδες, ικανό να ανταγωνιστεί παντελόνια και κάλτσες ή οικιακές συσκευές σε πωλήσεις - και οι αναγνώστες ποτέ αμιγώς πελάτες. Η ψηφιακή εποχή σηματοδοτεί το τέλος (αν και όχι οριστικό) μιας αντίληψης του βιβλίου τύπου ως «εμπορεύματος» ή «προϊόντος». Το υλικό χάρτινο δημιούργημα δεν θα πάψει να μεσουρανεί στον δικό του όμως ουρανό. Θα επιστρέψει στα δικά του ταπεινότερα μέτρα της και θα πάψει να συναγωνίζεται επί ίσοις όροις τις πωλήσεις περιοδικών. Την εκπλήρωση της φαντασίωσης των υπερ-πωλήσεων θα επωμισθεί –δικαίως - εικονική του εκδοχή, η οποία θα εστιάσει σε αντίστοιχο περιεχόμενο που ζημίωνε το βιβλίο όταν κυκλοφορούσε με χάρτινο σαρκίο. Το ηλεκτρονικό και το χάρτινο βιβλίο θα ζήσουν μάλλον αρμονικό και αγαστό βίο. Οπως το θέατρο με τον κινηματογράφο.