Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2008

Η γενιά μου των τίμπερλαντ, των λιβάις και των νάικι.

Δεν έχω ζήσει περιόδους οικονομικής στέρησης. Είχα την μοναδική τύχη για μια γενιά της νεότερης ευρωπαϊκής ιστορίας να μην ζήσω πόλεμο, κακουχίες και πείνα. Βλέποντας σήμερα την έκρηξη της αγωνίας και της οργής του κόσμου απέναντι στο ενδεχόμενο μιας κρίσης που δεν έχει ακόμη ξεμυτίσει στη χώρα μας προβληματίζομαι και νιώθω ενοχές.
Ιδιαίτερα όσο αφορά τα παιδιά, που όπως και η δική μου γενιά, ούτε έχουν υποφέρει, ούτε στερήθηκαν ποτέ τίποτα, αλλά αντίθετα μεγαλώσαμε με τη νοοτροπία του παιδιού της διαφήμισης αυτοκινήτου, που εμφανίζεται να απαιτεί να ανάψει με τη φωνή του το φως, υπακούοντας στη βούλησή του.
Ξεσηκωνόμαστε και θέλουμε να εξαφανίσουμε τον κόσμο επειδή το βιοτικό επίπεδο της δικής μας γενιάς θα είναι χειρότερο από εκείνο των γονιών μας.
Αισθάνομαι ότι βιώνω διαφορετικές εκδοχές της συγκλονιστικά αποκαλυπτικής ρήσης του ήρωα του «Υπογείου» του Ντοστογιέφσκι, η οποία αποδίδει επακριβώς τον ψυχισμό, το θυμικό και την ιδιοσυγκρασία του νεωτερικού ανθρώπου: «Ας πίνω εγώ το τσάι μου κι ο κόσμος να χαθεί» (από μνήμης).
Ο άνθρωπος που καταδικάζει εκ προοιμίου κάθε κοινωνική αντίδραση, κάθε έκφανση της αγωνίας και του θυμού του κόσμου για την απόλυτη παρακμή αυτής της χώρας, όσο και εκείνος που αφήνει την οργή του ή την καταστρεπτική του βούλησή για δύναμη να ξεχειλίσει και βγαίνει στους δρόμους κι όποιον πάρει ο χάρος, (είτε αστυνόμος, είτε κουκουλοφόρος) αποτελούν τις δύο όψεις του ντοστογιεβσκικού νομίσματος.
Εχω την λανθασμένη ενδεχομένως εντύπωση ότι οι φτωχοί και κακοπαθημένοι, οι άνθρωποι που μαζεύουν στα μουλωχτά μετά το τέλος της λαϊκής τα πεταμένα, μισοσάπια φρούτα και λαχανικά των μανάβηδων, οι άνθρωποι που έχουν πραγματικά πονέσει και υποφέρει στη ζωή τους τρέφουν ένα σεβασμό για τον διπλανό τους, ακριβώς διότι ψυχανεμίζονται ότι ο πόνος και η κακουχία δεν είναι αποκλειστικό τους προνόμιο.
Πριν ελαχίστων, ψυχοπαθολογικών συνήθως περιπτώσεων, δεν καταστρέφουν αλλότριες περιουσίες, ούτε κατεβάζουν τζαμαρίες χάριν παιδιάς. Είναι οι πονεμένοι άνθρωποι της αναγκαστικής εγκράτειας, που έχουν συμφιλιωθεί από νωρίς με τη φθορά και τον θάνατο, οι φτωχικά ντυμένοι και συνεσταλμένοι που σταματούν να δώσουν ένα ακριβοθώρητο κέρμα στον ζητιάνο της γωνίας που όλοι μας προσπερνάμε βιαστικοί. Είναι οι άνθρωποι που αντιτάσσουν ένα «έχει ο Θεός» στους ζοφερούς καιρούς, πάνω στο οποίο στηρίζονται και προχωράνε.
Παρακολουθώντας τα συνεχιζόμενα επεισόδια, τις διαμαρτυρίες μιας μερίδας κόσμου που ξέρει ότι αυτό το ρημαδιασμένο και καταληστευμένο κράτος, αυτή η ψωροκώσταινα δεν έχει τα μέσα να εγγυηθεί ευημερία και ψηλό βιοτικό επίπεδο σε όλους, ψάχνω να διακρίνω τον επιδιωκόμενο στόχο. Η πανελλήνια διαμαρτυρία, έκρηξη αγανάκτησης για τον απαράδεκτο και πέρα για πέρα παράλογο χαμό του 15χρονου έγινε νομίζω αισθητή τοις πάσι.
Οι αδιάφοροι (πολίτες και πολιτικοί) θα εξακολουθούν να αδιαφορούν, όσες πορείες και καταστροφές κι αν γίνουν. Το μήνυμα του το δηλώνει (περίτρανα) κανείς μία, άντε δύο φορές. Μετά από τόσο καιρό το τοπίο και το μήνυμα αρχίζουν να θολώνουν, τα πράγματα και η πραγματικότητα να χάνει το νόημά της.
Σε τέτοιες στιγμές γυρεύω αποκούμπι στη λογοτεχνία. Στα λιγοστά μεγάλα κείμενα που υπάρχουν για να μου υπενθυμίζουν ότι στην ιστορία της ανθρωπότητας σε τούτη τη γη, οι άνθρωποι που αδικήθηκαν, υπέφεραν και εξοντώθηκαν από τις κακουχίες ή κακούργο χέρι ανθρώπου πολύ περισσότερο απ' ότι σήμερα εμείς, ήταν αναρίθμητοι. Πραγματικά μιλιούνια. Επιστρέφω στο μνημειώδες έργο «Αναμνήσεις από την Κολυμά» του πολύπαθου Βαρλάμ Σαλάμωφ, ο οποίος επέζησε 17 εφιαλτικών χρόνων στο χειρότερο γκούλαγκ της Σιβηρίας και ψελλίζω κι εγώ «δόξα το Θεό» φυλλομετρώντας τις σελίδες του.
Όταν αντιλαμβάνεσαι ότι υπήρξε στην ιστορία τόπος και χρόνος, απόλυτου εξευτελισμού της ανθρώπινης φύσης, ουσίας ή παρουσίας, απόλυτης διαγραφής του ανθρώπινου ψυχισμού, του ανθρώπινου πρόσωπο, όταν αντιλαμβάνεσαι ότι υπήρξαν άνθρωποι που οδηγήθηκαν στο έσχατο σημείο φθοράς, εκεί που η ζωή κι ο θάνατος ταυτίζονται σαν δυο μαύρα συνώνυμα, που είτε ζεις, είτε δεν ζεις είναι το ίδιο και το αυτό, τότε σβήνει η οργή κι εξαφανίζεται κάθε ανάγκη διεκδίκησης τα του εαυτού. Τότε έρχεται σαν θείο δώρο, σαν εξαγνισμός το κλάμα για τον απύθμενο πόνο του ανθρώπου.