Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2008

Παλιά συνέντευξη με τον Μισέλ Ντεόν


Ο Μισέλ Ντεόν είναι κοσμοπολίτης. «Ο Μοντένιος με έκανε περίεργο, ο Σταντάλ αντικατέστησε τους τουριστικούς οδηγούς, ο Σατομπριάν, ο Μοράν και ο Κόνραντ μου έδιναν κουράγιο», υποστηρίζει. Ο μυθιστοριογράφος και ακαδημαϊκός, ο οποίος γνώρισε προσωπικά τον Νίκο Καζαντζάκη και θεωρεί την Ελλάδα μια από τις πατρίδες του, βρέθηκε στη χώρα για την ετήσια συνάντηση του περιοδικού για το μυθιστόρημα, L’Atelier du roman που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στο Nαύπλιο. O συγγραφέας πολλών επιτυχημένων μυθιστορημάτων (όπως, «οι σελίδες για την Eλλάδα, τα άγρια άλογα και η ανάβαση της νύχτας», που εκδόθηκαν στη γλώσσα μας από τις εκδόσεις Xατζηνικολή) έχει πάντοτε δίπλα του τα βιβλία των Kαβάφη, Aπολλινέρ, Σεφέρη, τα οποία διαβάζει, όρθιος. Eίναι ένας ευγενής αρχοντικός και προσηνής άνθρωπος. H κουβέντα μας δεν πρόλαβε να αρχίσει και εντελώς απροσδόκητα παρενέβη από την πρώτη κιόλα ερώτηση η μυθιστοριογράφος και συνεργάτης του Atelier, Πωλ Kονστάν. O 85χρονος συγγραφέας δεν έδειξε να αιφνιδιάζεται από την «εισβολή». «Mια κουβέντα με τρεις είναι πάντα πιο ενδιαφέρουσα», πρόσθεσε.


Θεωρείτε ότι η Ελλάδα εξακολουθεί σήμερα να είναι εξωτικός τόπος για έναν Γάλλο;

Μισέλ Ντεόν: Εξωτικός… Σίγουρα λιγότερο από ότι παλαιότερα, αν και παραμένει πολύ, πολύ εξωτικός για τον Δυτικό άνθρωπο, ιδιαίτερα τον δυτικό γαλλικής παιδείας. Εξακολουθεί να είναι ένας άλλος κόσμος για μένα, ο οποίος συνδέεται διανοητικά με την Δύση, αλλά συγχρόνως συνδέεται συναισθηματικά με αυτό που ονομάζουμε Εγγύς Ανατολή. Η Ελλάδα είναι το πρώτο σκαλοπάτι προς την Ανατολή. Το ίδιο ισχύει και για την λογοτεχνία ή την πολιτική, η οποία ορισμένες φορές μου μοιάζει ακατανόητη ως πρακτική. Στην λογοτεχνία διακρίνει κανείς μια διττή υπόσταση, μια επιθυμία να ανήκει κανείς ταυτοχρόνως στη Δύση και στην Ανατολή. Ιδιαίτερα αισθητή και στην ποίηση.

Πολ Κονσταν : Εγώ δεν θα επέμενα στην γεωγραφική συνιστώσα του εξωτισμού. Νομίζω ότι σήμερα η Ελλάδα είναι μια ευρωπαϊκή χώρα. Όσο όμως κι αν αλλάξει, όσο κι αν γίνει ίδια με τη Γαλλία, οι Γάλλοι που θα την επισκέπτονται θα ανακαλύπτουν πάντοτε κομμάτια της ελληνικής μυθολογίας, με την οποία ανατράφηκαν. Η Ελλάδα θα ταυτίζεται πάντοτε με την Αφροδίτη, τον Ποσειδώνα. H Σαλαμίνα, η Ολυμπία, θα είναι πρωτίστως η αρχαία Ολυμπία, η αρχαία Σαλαμίνα.

Τι πραγματικά σας συνδέει με το περιοδικό L’Atelier du roman ;

Μ. Ντ. : Το ότι θέλησαν να απελευθερώσουν το μυθιστόρημα από τα δόγματα, τις απαγορεύσεις και όλες τις δεσμεύσεις που επιβαρύνουν σήμερα την υγεία του γαλλικού μυθιστορήματος. Προσπαθούν να αποκαταστήσουν τους δεσμούς του με το παρελθόν, χωρίς να δεσμεύονται από την επικαιρότητα. Μπορεί ξαφνικά να βγάλουν ένα τεύχος αφιερωμένο σε κάποιον συγγραφέα, ο οποίος έχει πεθάνει εδώ και σαράντα χρόνια και κανείς πλέον δεν ασχολείται μαζί του. Παρότι πρόκειται για έναν πολύ μεγάλο συγγραφέα. Αυτό έκαναν με τον Ζιονό, τον Μαρσέλ Αιμέ. Επιπλέον πολύ σπάνια θα βρει κανείς άρθρο για βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε. Αντίθετα, περιμένουν δυο, τρία χρόνια πριν γράψουν κάτι, γιατί προϋποθέτουν ένα διάστημα στοχασμού πάνω στο βιβλίο. Ξέρετε, όταν ένα βιβλίο εκδίδεται, εμφανίζεται ένα πρώτο καλογραμμένο άρθρο. Στη συνέχεια όλα τα επόμενα άρθρα το αντιγράφουν. Κανένας κριτικός δεν έχει τον χρόνο να διαβάσει. Εάν κατά τύχη έχετε μια ωραία φράση στο βιβλίο σας, θα περιληφθεί στο πρώτο άρθρο και στο δεύτερο και το τρίτο, και ούτω καθεξής. Ενδεχομένως η φράση να είναι καλή, αποδεικνύει όμως ότι ο ένας γράφει διαβάζοντας τον άλλο για να κερδίσει χρόνο.


Το μυθιστόρημα στην εποχή της πολιτιστικής βιομηχανίας, η οποία ήταν και το θέμα της συνάντησης του περιοδικού στο Ναύπλιο, απαντάει στις ανάγκες μας, ή μήπως συντελεί στην δημιουργία βαθύτερων αναγκών ;

Μ. ΝΤ. : Πιστεύω στην αποδέσμευσή μας από ορισμένες υποχρεωτικές ανάγκες ψυχαγωγίας, όπως την τηλεόραση, το ταξίδι, όλα όσα μπορεί να προσφέρει το μυθιστόρημα χωρίς να εγκαταλείπει κανείς την πολυθρόνα του, ή το τραπέζι του. Ξέρετε, εγώ δεν πιστεύω στην βιομηχανοποιημένη κουλτούρα, ιδιαίτερα όσο αφορά το βιβλίο, το οποίο ο καθένας αντιλαμβάνεται ως κάτι πολύ προσωπικό, όπως και το ζήτημα της επιλογής τους είναι πολύ προσωπικό. Παλαιότερα οι βιβλιοπώλες έπαιρναν τους πελάτες από το χέρι και τους έλεγαν : «να ένα πολύ καλό βιβλίο». Σήμερα έχετε τα τεράστια πολυκαταστήματα, όπως η FNAC, όπου θα βρείτε μόνο πωλητές, που θα σας τυλίξουν το βιβλίο σας, θα σας κολλήσουν μια κορδέλα επάνω, θα πληρώσετε και θα φύγετε. Οι βιβλιοπώλες που θα σας μιλήσουν ολοένα και λιγοστεύουν. Παρότι μερικές φορές ορισμένοι βιβλιοπώλες ήταν ενοχλητικοί.

Π.Κ. : Όπως ορισμένοι πελάτες ήταν ιδιαίτερα ενοχλητικοί για τους βιβλιοπώλες… (γέλια)

Μ. Ντ.: Ακριβώς! Είναι το ίδιο πράγμα. Όταν όμως συναντώ καμιά φορά κανέναν, και συμβαίνει που και που, ο οποίος είναι ενθουσιασμένος με κάποιο βιβλίο και επιμένει ότι πρέπει να το διαβάσω, επειδή πραγματικά το αγαπά, συνειδητοποιώ ότι πρόκειται για μια άλλη σχέση με το βιβλίο, την οποία η βιομηχανοποιημένη κουλτούρα δεν μπορεί να αντικαταστήσει. Το γεγονός ότι δεν σχετιζόμαστε όλοι με τον ίδιο τρόπο με τα βιβλία.

Π.Κ.: Γέννημα της βιομηχανίας αυτής είναι και τα βιβλία τύπου βίπερ, τα οποία γράφονται κατά παραγγελία και εκδίδονται μέσα σε τρεις εβδομάδες. Δεν έχετε όμως τη δυνατότητα της επιλογής της πλοκής, του χρώματος των ματιών του ήρωα, ούτε και της επιλογής του λεξιλογίου που θα θέλατε, καθώς απευθύνονται σε ένα αρκετά περιορισμένων απαιτήσεων κοινό. Μην ξεχνάμε την τάση ορισμένων εκδοτικών οίκων, οι οποίοι σε πιέζουν συνεχώς να γράψεις το περίφημο best seller. Πρόκειται για το αποτέλεσμα της μολυσματικής δράσης των «σχολών δημιουργικής γραφής». Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποκλείονται και οι ευχάριστες εκπλήξεις. Του εξαιρετικού βιβλίου που γράφτηκε κατά παραγγελία. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποιο βιβλίο θα ενθουσιάσει το κοινό… Θέλω να πω ότι τα πράγματα διατηρούν ένα μυστήριο, εξαρτώνται και από την τύχη επίσης.

Μ.Ντ. : Εγώ πιστεύω ότι δεν έχει ποτέ βγει ούτε ένας καλός συγγραφέας, με την πραγματική, αριστοκρατική (noble) σημασία της λέξης, από τις σχολές δημιουργικής γραφής, όπως δεν έχει βγει κανένας καλός δημοσιογράφος από τις σχολές δημοσιογραφίας. Για τις σχολές κινηματογράφου δεν είναι το ίδιο. Είναι σχολές όπου διδάσκεται η ιστορία του κινηματογράφου. Οι περισσότεροι σκηνοθέτες δεν είχαν ποτέ καμία σχέση με την Ανώτατη Σχολή Κινηματογράφου της Γαλλίας (Institut des Hautes Etudes Cinématographiques). Όλοι οι σκηνοθέτες που προέκυψαν από αυτές τις σχολές, γύρισαν μια, δυο το πολύ ταινίες, εξαιρετικά χαμηλού επιπέδου. Νομίζω ότι καλός σκηνοθέτης γίνεται εκείνος που ξεκινά από ηχολήπτης και φέρνει τους καφέδες, και ο οποίος σιγά, σιγά, μια μέρα αντί για καφέδες φέρνει ουίσκι και στη συνέχεια ανεβαίνει και γίνεται σκηνοθέτης. Είμαι πολύ υπέρμαχος των αυτοδίδακτων ανθρώπων.

Π. Κ. : Οπωσδήποτε. Γιατί διαφορετικά όλοι οι μυθιστοριογράφοι θα έβγαιναν από τις Grandes Écoles, το οποίο δεν αποκλείεται βέβαια, αλλά δεν είναι ο πιο ενδεδειγμένος τρόπος για να αρχίζει κανείς να γράφει μυθιστορήματα. Δεν μπορούμε και να αποκλείσουμε την ύπαρξη του προσωπικού ανθρώπινου ταλέντου, του ιδιαίτερου ταμπεραμέντου του συγγραφέα.


Μ. Ντ.: Έχω πάντα την ανάγκη ενός ξένου βλέμματος, το οποίο θα κρίνει το βιβλίο. Και δυστυχώς αυτό απουσιάζει σήμερα από τον εκδοτικό χώρο σήμερα.

Έχετε κάποιον που διαβάζει τη δουλειά σας εκ των υστέρων ;

Μ. Ντ. : Βέβαια. Την κόρη μου. Εδώ και πολλά χρόνια. Είναι ιδιαίτερα προσεκτική. Και όπως εγώ έχω πολύ, πολύ γεράσει, υπάρχουν στιγμές που δεν είμαι συγκεντρωμένος. Εκείνη μπορεί, εγώ την έμαθα με τον καιρό, να διαβάζει με το αυτί. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Πρέπει το έργο να είναι ξεκάθαρο. Πριν από την κόρη μου, έκανα την ίδια δουλειά με την γυναίκα μου την Σαντάλ. Χρειάζομαι πάντα κάποιον που να εμπιστεύομαι. Στο παρελθόν στους εκδοτικούς οίκους της Γαλλίας, υπήρχαν κάποιοι κρυφοί άνθρωποι, που διάβαζαν τα βιβλία, και είχαν άποψη, η οποία ήταν σεβαστή από όλους. Έτσι ήταν ο Κλοντ Γκαλιμάρ, ο οποίος ήταν και στενός μου φίλος. Ερχόταν κάθε χρόνο να με βρει οπουδήποτε. Ήταν πολύ σεμνός, σχεδόν ντροπαλός, όμως δυο, τρεις φορές μου επεσήμανε πράγματα που δεν είχα δει, όπως το να κόψω 50 σελίδες, μια φορά. Και είχε δίκιο.


Μου θυμίζει την περίπτωση του Κατσίμπαλη, τον οποίο αναφέρετε συχνά στο βιβλίο σας Οι σελίδες στην Ελλάδα.

Ακριβώς. Ο Κατσίμπαλης δεν έγραψε ποτέ. Στα 20 χρόνια της γνωριμίας μας δεν μου έγραψε ούτε μια φορά. Είχε γοητεύσει πολλούς Γάλλους εκείνη την εποχή στην Ελλάδα. Μιλούσε άπταιστα αγγλικά, γαλλικά, δεν μπορείτε να φανταστείτε. Αυτό ήταν η πολύ μεγάλη Ελλάδα. Η λογοτεχνία έχει ανάγκη τέτοιων ανθρώπων όπως ο Κατσίμπαλης. Οι ποιητές ίσως περισσότερο. Όταν ένας ξένος ερχόταν στην Ελλάδα, τους καθοδηγούσε στις επιλογές τους. «Αυτό πρέπει να μεταφραστεί», έλεγε.
Hμερομηνία δημοσίευσης: 21-11-04

Μεταφράσεις αποσπασμάτων από τη γαλλική έκδοση του Μαρτυρολόγιου: Andreï Tarkovsky Journal 1970-1986, Cahiers du Cinéma, (édition définitive) 2004.

22 Νοεμβρίου 1983 (US. Colorado)
Παλαιότερα όταν έβλεπα αμερικάνικες ταινίες οι οποίες εκτυλίσσονταν στο ύπαιθρο ή σε μικρές επαρχιακές πόλεις, θεωρούσα ότι τα σκηνικά – τα σπίτια, οι δρόμοι – ήταν κακοφτιαγμένα. Τώρα όμως που τα είδα με τα ίδια μου τα μάτια, είμαι πεπεισμένος για το αντίθετο : ολόκληρη η Αμερική είναι μια αχανής Disneyland, ένα αχανές σκηνικό. Τα σπίτια είναι φτιαγμένα από σανίδες. Τα πάντα μοιάζουν εφήμερα, πρόσκαιρα.
(...) Πρέπει να γυρίσουμε ένα κομμάτι του Άμλετ στο Monumet Valley. Αυτό που είναι εντυπωσιακό, είναι ότι σε τέτοιους τόπους όπου θα έπρεπε κανείς να συνομιλεί με το Θεό, οι Αμερικανοί γυρίζουν γουέστερν à la John Ford. (...) Φτωχοί Αμερικανοί, τόσο ελάχιστα πνευματικοί, χωρίς ρίζες, που ζουν σε μια γη με τεράστιο πνευματικό πλούτο, της οποίας δεν γνωρίζουν, ούτε αισθάνονται την αξία.

1-2 Ιουλίου το βράδυ.
Είδα το φρικτό έργο του Αγγελόπουλου «Μεγαλέξανδρος», το οποίο κέρδισε πέρυσι στη Βενετία τον χρυσό Λέοντα. Βαρετό, πολύ μακρύ, κενό, πομπώδες και παράλογο. Εγκεφαλικό, χωρίς καμία αίσθηση της εικόνας, του ρυθμού, της ποίησης. Απίστευτα μικρονοϊκό.

14 Ιουνίου 1981, Αγία Τριάδα Μόσχα.
Γιατί οι έπαινοι μ’ εκνευρίζουν όσο κι οι επικρίσεις; Οι έπαινοι με ταράζουν γιατί όσοι τους κάνουν δεν καταλαβαίνουν κάτι παραπάνω από εκείνον που επικρίνει. Αυτό σημαίνει ότι η ματαιοδοξία μου δεν απορρέει από την εκτίμηση που τρέφω στον εαυτό μου. Δεν υποτιμώ τη σημασία μου, αν και γνωρίζω την αξία μου. Ενδεχομένως δεν πρόκειται καθόλου για ματαιοδοξία, αλλα για τη νοσταλγία του χαμένου αισθήματος της προσωπικής αξιοπρέπειας. Η οποία ποδοπατήθηκε και χλευάστηκε.

15 Ιουλίου 1981
Ο κόσμος είναι προσιτός στα πρωτότυπα πνεύματα. Δεν είναι παρά εν μέρη ερμητικός. Ο κόσμος παρουσιάζει πολλά περισσότερα ανοίγματα προς το απόλυτο, απ’ ότι φαίνεται σε μια πρώτη προσέγγιση – αλλά δεν ξέρουμε να τα δούμε. (...) Η γνώση μας είναι σαν τον ιδρώτα ή τα αποκρίματα, πρόκειται δηλαδή για λειτουργίες που συνοδεύουν την ύπαρξη και δεν έχουν τίποτε να κάνουν με την Αλήθεια.

31 Οκτωβρίου 1981.
Είμαι αγνωστικιστής κι ακόμη παραπάνω: πιστεύω ότι είναι ολέθριο για τον άνθρωπο να ψάχνει να γνωρίσει, γιατί η γνώση είναι η πνευματική εντροπία, μια φυγή εκτός πραγματικότητας προς τον κόσμο των ψευδαισθήσεων. Με αυτόν τον τρόπο πραγματώνουμε κατά κάποιο τρόπο το μέλλον μας, ακολουθώντας τον δρόμο που μας οδηγεί στην καταστροφή. Ο άνθρωπος δεν αναπτύσσεται δεν αναπτύσσεται στη σφαίρα, που θα του επέτρεπε να επιζήσει πνευματικά.


12 Φεβρουαρίου 1986.
Στο Στάλκερ η αγάπη εμφανίζεται ως η μοναδική αξία που υπάρχει πραγματικά και στην οποία αξίζει κανείς να πιστέψει, γιατί είναι η μόνη που είναι πραγματική. Μιλώ για τον ήρωα και τη γυναίκα του, γιατί γύρω τους τα πάντα αποσαθρώνονται...
Πρόκειται για δύο αντίθετες διαισθήσεις – η μια που μας λέει ότι η αγάπη καταρρέει και η άλλη ότι η αγάπη είναι η μοναδική πραγματικότητα – οι οποίες δημιουργούν τη διαφορά δυνατοτήτων, την ένταση και γεννούν το μαγνητικό πεδίο, το οποίο, απ’ ότι φαίνεται να έχει ισχυρή επιρροή στον θεατή του έργου. Δεν μιλώ για δράση με την κυριολεκτική σημασία του όρου, εννοώ ότι αυτό γεννά μια ανησυχία, το νεύρο ταυτόχρονα της αφήγησης και της αντίληψής της. Η αγάπη αφ’ εαυτήν δεν έχει καμία σχέση με την ευτυχία. Όταν συνδέεται με την ευτυχία μεταμορφώνεται σε ένα γεγονός αστικό, κλειστό, γεμάτο σαν το αυγό. Η αγάπη πρέπει να είναι μια ανισορροπία: η ευτυχισμένη αγάπη δεν υπάρχει. Κι αν ακόμα υπάρχει, οι άνθρωποι που τη βιώνουν είναι άνθρωποι που προκαλούν φόβο: μοιάζουν με αυτά τα δύο μισά ορισμένων αντικειμένων, τα οποία κλείνουμε και παραμένουν, χάρη σε μια ξύλινη ή μεταλλική εγκοπή, ερμητικά κλειστά. Τα κλείνουμε και δεν μπορούμε να τα ξανανοίξουμε. Και το αντικείμενο είναι πλέον ένα μόνοι κομμάτι, ακίνητο, όπου δεν μπορεί να εισέλθει τίποτα, ούτε ο ελάχιστος αέρας, το παραμικρό δροσερό αεράκι, όλα μοιάζουν πετρωμένα στο εσωτερικό. Πολύ συχνά, όταν το εξετάζουμε από πιο κοντά, ανακαλύπτουμε τον κρυφό μηχανισμό, ο οποίος είναι ένας τερατώδης μηχανισμός βίας. Όχι, δεν πρόκειται για ευτυχισμένη αγάπη, οι άνθρωποι αυτοί γερνούν γρήγορα και είμαι φρικτό να τους βλέπει κανείς, γιατί η κατάστασή τους έρχεται σε αντίθεση με την κοινή λογική: αυτό δεν είναι δυνατόν. Η αγάπη πρέπει να τοποθετείται στο ύψος των αρχών της ανθρώπινης ύπαρξης (Τολστόι, Ινδουιστές), γιατί δεν είναι εφικτός, είναι ένα ιδανικό.

1986 (χωρίς ημερομηνία)
Γιατί ο Άμλετ εκδικείται; Η εκδίκηση είναι ένας τρόπος με τον οποίο τιμά κανείς τους δεσμούς του αίματος. Ένας τρόπος αυτοθυσίας για τους κοντινούς του ανθρώπους και εκπλήρωσης ενός ιερού χρέους. Ο Άμλετ εκδικείται, όπως ξέρουμε, για να αποκαταστήσει την χαμένη συνέχεια του χρόνου ή μάλλον για να πραγματώσει την ιδέα της αυτοθυσίας. Συχνά εμμένουμε σε πράξεις που μας βλάπτουν, πρόκειται όμως για μια παρεφθαρμένη μορφή αυτοθυσίας, άρνησης του εγώ, χρέους. Πρόκειται για αυτές τις παράλογες στιγμές, όπου συμβαίνει αυτό που ο υλιστής Φρόιντ ονομάζει μαζοχισμό. Αυτό που ο θρησκευτικός άνθρωπος ονομάζει χρέος και ο Ντοστογιέφσκι ανάγκη του πάσχειν. Αυτή η ανάγκη του πάσχειν όταν εμφανίζεται εκτός κάποιου συγκεκριμένου θρησκευτικού συστήματος, μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές ψυχώσεις. Εν τέλη όμως δεν είναι παρά αγάπη. Μια αγάπη που δεν έχει βρει τον τρόπο να σαρκωθεί. Μια αγάπη, όχι φροϋδική, αλλά θρησκευτική. Η αγάπη είναι πάντοτε προσφορά του εαυτού στον άλλον. Και παρότι οι λέξεις «θυσία», «θυσιαστικός» μοιάζουν να έχουν αρνητική σημασία, γιατί τις συνδυάζουμε πάντα με τον άνθρωπο που θυσιάζεται. Στην πραγματικότητα αυτή η πράξη είναι πάντοτε αγαπητική, δηλαδή μια πράξη θετική, δημιουργική, θεϊκή.

13 Μαρτίου 1986.
Η κοινωνική ζωή είναι υλιστική: η οργάνωσή της είναι πραγματιστική, εμπειρική – ενώ τα αποτελέσματα της πνευματικής ζωής είναι πάντοτε αόρατα, αργά και κατευθύνονται προς το εσωτερικό του ανθρώπου. Η υλική ζωή εξελίσσεται ψηλαφητά, όπως στο σκουλίκι. Η πνευματική ζωή έχει μια εξέλιξη συνειδητή, έναν συγκεκριμένο προσανατολισμό- όλα όμως όσα απαιτούν κάποια προσπάθεια παραμελούνται.

Απόσπασμα από συνέντευξη που παραχώρησε στο περιοδικό La France Catholique, 20 Ιουνίου 1986.

Μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ εμού και του Μπέργκμαν: για μένα ο Θεός δεν είναι μουγκός. Διαφωνώ απόλύτα με όσους ισχυρίζονται ότι υπάρχει μια αύρα των έργων του Σουηδού σκηνοθέτη στη Θυσία. Όταν ο Μπέργκμαν μιλάει για τον Θεό, το κάνει σε ένα πλαίσιο ενός σιωπηλού Θεού, ο οποίος δεν είναι μαζί μας. Συνεπώς δεν έχουμε τίποτε κοινό, ακριβώς το αντίθετο. ΄(...) Όσοι προβαίνουν σε τέτοιου είδους ισχυρισμούς δεν έχουν καταλάβει τίποτα από τον Μπέργκμαν. Δεν γνωρίζουν τι είναι ο υπαρξισμός, δεν αντιλαμβάονται ότι ο Μπέργκαμαν είναι πιο κοντά στον Κίρκεγκωρ από ότι στα προβλήματα της θρησκείας.

20 Απριλίου 1976.
Ο Καθρέφτης είναι θρησκευτικός και συνεπώς ακατανόητος για τις μάζες που γνωρίζουν μόνο τον ψυχαγωγικό κινηματογράφο και δεν ξέρουν ούτε να διαβάζουν βιβλία, ούτε να ακούνε μουσική, ούτε να βλέπουν πίνακες...
Οι μάζες δεν ενδιαφέρονται για την τέχνη, έχουν ανάγκη ακριβώς το αντίθετο : διασκέδαση, ψυχαγωγικά θεάματα βασισμένα σε κάποιο ηθικοπλαστικό «θέμα».

30 Οκτωβρίου 1981
Τι είναι ο άνθρωπος; Η προέλευσή του είναι σκοτεινή και η μοίρα του πιο άγνωστη από την αιτία της έλευσής του. Κατά βάθος , αν αγνοήσουμε τις λεπτομέρειες, διαπιστώνουμε ότι η θεωρία της εξέλιξης κι εκείνη της θαυματουργή εμφάνισης του είναι το ίδιο πράγμα – ή μάλλον, έχουν τόσο ελάχιστη σημασία για τον προσδιορισμό της ουσίας του ανθρώπου, καθώς, προφανώς, δεν μπορεί να αναζητήσει κανείς την απάντηση σε αυτό το άλυτο ερώτημα στη υλική σφαίρα, στην αισθητή πραγματικότητα. Και όχι μόνον ο άνθρωπος... Διότι το πρόβλημα, είναι ότι η γνώση του κόσμου δεν έχει καμία σχέση με την σταδιακή ανακάλυψη των αληθινών ή αντικειμενικών νόμων. Στην πραγματικότητα, οι αλυσίδες αυτής της ψευδο-πραγματικής γνώσης ανακόπτουν την φόρα μας προς την αλήθεια –γιατί πρόκειται για μια οδό που πάει από την αλήθεια, εκτός αλήθειας. (...) Θα πουν ότι οι αντίληψη των αισθήσεών μας αποτελούν ένα αξιόπιστο μέσο πρόσβασης στην αλήθεια. θα απαντούσα ότι η αντίληψή μας είναι η αντίληψή μας και τίποτε παραπάνω. Όσο για την αλήθεια, όπως και η πραγματικότητα, δεν έχει καμία άμεση σχέση με την αλήθεια.

Βιβλία διακοπών

Στις διακοπές κυκλοφορούν μ' ένα βιβλίο παραμάσχαλα. Οι διακοπές έχουν ταυτιστεί με το ταξίδι. Γι' αυτό και μόνον τότε επιτρέπουν στον εαυτό τους αυτή τη διπλή παρασπονδία: να ταξιδέψουν και μ' ένα βιβλίο, να βγουν και εκτός πραγματικότητος. Οι υπόλοιπες μέρες, φορούν το επίσημο ρούχο της καθημερινής ρουτίνας, της εργασίας και της ζωής στην πόλη. Είναι οι μέρες του πολύτιμου χρόνου του χρήματος. Το βιβλίο είναι συνυφασμένο με τη σχόλη και την οκνηρία. Με τον άχρονο χρόνο των διακοπών. Εξ ου και αντιμετωπίζεται ως μια εξεζητημένη πολυτέλεια και ιδιοτροπία.

Περί ειρωνείας (1)

Η ειρωνεία είναι σαν το αλκοόλ. Το πολύ σου χαλάει το στομάχι χωρίς να σου προσφέρει καμία θρεπτική ουσία, ενώ οι μικρότερες δόσεις προσφέρουν ενίοτε μεγάλη απόλαυση. Οι εθισμένοι στην ειρωνεία είναι κυνικοί με τάσεις απανθρωπίας, όπως και οι αλκοολικοί.

Οι καιροί επαναλαμβάνονται ή δεν αλλάζουν

«Τα χαρέμια αποτελούσαν «θεσμό» στη διάρκεια του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Συνιστά ασφαλώς ειρωνία το γεγονός πως, για τους Ρώσους ευγενείς, η απόκτηση ενός μεγάλου χαρεμιού ήταν σημάδι της ευρωπαϊκής αγωγής τους. Μερικοί απ' αυτούς, όπως ο Σερεμέτεφ, κρατούσαν τις γυναίκες κοντά τους, προσφέροντάς τους προστασία και πολλά δωρα· κάποιοι άλλοι όμως τις θεωρούσαν απλώς κτήματά τους και τις αντιμετώπζαν όπως τους υπόλοιπους δουλοπάροικους».

Orlando Figes «Ο χορός της Νατάσας, μια πολιτιστική ιστορία της Ρωσίας».

το δώρο της δωρεάς

Όταν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις μας καθορίζουν τις πράξεις μας, και οι υποχρεώσεις απορρέουν από τα δικαιώματα του άλλου, η ζωή είναι ένα άψογα οργανωμένο σύνολο λογικών πράξεων. Αυτό το είδος ζωής είναι, σύμφωνα με πολλούς, ίδιον των προηγμένων χωρών, σημάδι υψηλού πολιτισμού. «Οι προηγμένες χώρες έχουν προβλέψει τα πάντα», θα πει τότε κάποιος. Η οργάνωση όμως αυτή δεν αφήνει κανένα περιθώριο για άσκοπες ή παράλογες (σύμφωνα με τη λογική αυτή) πράξεις. Καμία δυνατότητα για την κατεξοχήν παράλογη πράξη της δωρεάς, που δεν ορίζεται, ούτε καθορίζεται από κάποια υποχρεώση ή δικαίωμα, αλλά (ένεκα που προηγείται της λογικής) προσδιορίζει, συνιστά το κατ' εξοχήν ανθρώπινο.

Ενας πιθανός ορισμός

Όταν κάποια μέρα έρθουμε αντιμέτωποι με τον θάνατο και με το εκκωφαντικό κενό που αφήνει στη ζωή, το μήποτε πληρούμενο, (πρόσωπο με πρόσωπο έρχεται κανείς με τον θάνατο μόνον όταν το πρόσωπο που χάνει φεύγει καθιστά μια περίοδο της ζωή μας οριστικά παρελθόν), τότε στρεφόμαστε σε όλα εκείνα που μας βοηθούσαν να ζήσουμε και σ' όσα θα μπορέσουν να μας βοηθήσουν στο εξής να συνεχίσουμε το βίο μας. Κάποια στιγμή απευθύνουμε και στη λογοτεχνία το ίδιο αγωνιώδες ερώτημα: ποια απάντηση μπορεί να δώσει στον θάνατο;
Τότε αρχίζουμε να ψηλαφούμε το ενδεχόμενο ενός πιαθνού ορισμού της λογοτεχνίας.

Μποτίλια στο πέλαγο

Το θέμα για όσους ασχολούνται σήμερα με τη συγγραφή δεν είναι ότι το να γράφει κανείς είναι σαν να ρίχνει μια μποτίλια μες στο πέλαγος ελπίζοντας ότι θα υπάρξουν παραλήπτες που θα διαβάσουν το έργο του. Αλλά ότι ρίχνει μια μποτίλια σ' ένα πέλαγος που κατοικείται από ανθρώπους που δεν διαβάζουν κι επιπλέον αποφεύγουν τα μηνύματα στα μπουκάλια.

Η αποκάλυψη του προσώπου στην τέχνη



"Διότι σε κάθε πράξη αυτό που κυρίως επιδιώκεται από τον πράττοντα, είτε κινείται από φυσική ανάγκη, είτε από την ελεύθερη βούλησή του, είναι η αποκάλυψη της δικής του εικόνας. Γι' αυτό και όποιος πράττει, εφόσον πράττει, απολαμβάνει το πράττειν. αφού ό,τι υπάρχει επιθυμεί την ύπαρξλη του, και αφού κατά την πράξη η ύπαρξη του πράττοντος κατά κάποιο τρόπο εκτείνεται, κατ΄ανάγκη επακολουθεί η απόλαυση... Έτσι, κανείς δεν πράττει παρεκτός αν πράττοντας καθιστά φανερή την λανθάνουσα ύπαρξή του"
. Dante

Αλεκξαντρ Σολζενίτσιν




Έφυγε ο τελευταίος μεγάλος λογοτέχνης του 20ου αιώνα. Ο άνθρωπος που σκιαγράφησε το όντος ανθρώπινο, την θεόπνευστη ανθρωπιά σε μια νουβέλα: Το σπίτι της Ματριόνα.

«Ο φόβος του θανάτου είναι τυπικό φαινόμενο. Όχι μόνο στη Δύση. Όλοι όσοι ευημερούν τον αισθάνονται. Ο φόβος του θανάτου σκοτίζει το μυαλό. Εκτός κι αν φτάσεις σ' ένα σημείο όπου χάνεις κάθε φόβο και παραδίδεις τον εαυτό σου στο θέλημα του Θεού. Ο θάνατος είναι μια φυσική μετάβαση από μια κατάσταση σε μια άλλη. Σε μια άλλη ζωή. Οι Ρώσοι χωρικοί πάντα το καταλάβαιναν και πέθαιναν εν ειρήνη».