Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2008

Ερμηνεία κοινών τόπων του Λεόν Μπλουά

Γάλλος λιβελογράφος και μυθιστοριογράφος, γεννήθηκε στο Περιγκέ στις 11 Ιουλίου 1846 και πέθανε στις 3 Νοεμβρίου του 1917. Μαθητής και φίλος του συγγραφέα Ζιλ Μπαρμπέ Ντ’Ορεβιγί. Μυείται, χάρη στην επιρροή του συγγραφέα των Διαβολογυναικών στον καθολικισμό το 1896. Είναι ένας από τους μεγαλύτερους στυλίστες της γαλλικής γλώσσας. Τα κείμενα του Μπλουά διακατέχονται από ένα υπερφυσικό σφρίγος και ένα λεκτικό σθένος που δύσκολα συναντά κανείς στα γαλλικά γράμματα. Τα σημαντικότερά του έργα είναι Η Σωτηρία από τους Εβραίους, Ερμηνεία των Κοινών Τόπων, Προσβλητικές Ιστορίες, Η φτωχή γυναίκα, Οι τελευταίοι πυλώνες της Εκκλησίας.

Πρέπει να είναι κανείς πρακτικός.

Αν βασιστεί κανείς αποκλειστικά τα λεξικά, θα μπορούσε να πιστέψει ότι έχουμε να κάνουμε πολύ απλά με μια έννοια σε αντιδιαστολή με μια άλλη που θα πρέπει να ονομάσουμε θεωρητικός κι οποία εκτός των άλλων δεν χαίρει καμίας ιδιαίτερης εκτίμησης.
Υπ’ αυτή την έννοια ο πρακτικός άνθρωπος θα ήταν το εργαλείο για την υλοποίηση μιας ιδέας ή την εφαρμογή ενός νόμου. Ο κατ’ εξοχήν πρακτικός άνθρωπος θα ήταν ο δήμιος.
Όμως δεν πρόκειται για αυτό.
Στη γλώσσα του Αστού, γλώσσα πολύ ιδιαίτερη, την οποία θα πρέπει να τρέμουμε ότι δεν θαυμάζουμε αρκετά, το να είναι κανείς πρακτικός σημαίνει ένα σύνολο ηθικών αρχών, μια στάση ζωής. Λέμε ότι ένας άνθρωπος είναι πρακτικός, όπως θα λέγαμε ότι είναι ενάρετος, μαζί με μια υποψία περιφρόνησης για την αρετή.
Κατά βάθος ο πρακτικός άνθρωπος είναι ο πραγματικός ημίθεος αστός, ο μοντέρνος αντικαταστάτης του Αγίου του Συναξαριστή. Η πλειοψηφία των σύγχρονων αγαλμάτων ηγέρθησαν για να τιμήσουν πρακτικούς ανθρώπους από άλλους πρακτικούς ανθρώπους, εξαιρετικά σώφρονες, οι οποίοι ξυπνούν πάντοτε πολύ πρωί.
Ένας ιδιοκτήτης που βάζει να πετάξουν στο δρόμο, εν μέσω του χειμώνα, αρρώστους και πεινασμένους, είναι οπωσδήποτε ένας πρακτικός άνθρωπος, ιδιαίτερα δε, αν είναι εκατομμυριούχος, και όσο πιο εκατομμυριούχος είναι, τόσο πιο πρακτικός είναι. Αυτό που τοποθετεί αυτόν τον άνθρωπο τόσο ψηλά, είναι ότι έχει καρδιά, συχνά μάλιστα μια πολύ ζεστή καρδιά, την οποία ξέρει να κρύβει γενναιόδωρα. Υπάρχουν άνθρωποι που προμηθεύουν με ακαθαρσίες τα νοσοκομεία ή γαλατάδες που δηλητηριάζουν, βρέξει, χιονίσει, εκατόν πενήντα παιδιά και οι οποίοι κερδίζουν με αυτό τον τρόπο πολύ χρήμα. Ε, λοιπόν, όλοι αυτοί οι άνθρωποι ξεχειλίζουν από αγάπη. Όμως είναι δέσμιοι της απαράβατης αρχής. Πρέπει κανείς να είναι πρακτικός.
Άλλος κανόνας χωρίς εξαίρεση. Ένας άγιος δεν μπορεί ποτέ να είναι πρακτικός άνθρωπος.

Πρέπει να συμπεριφερόμαστε κοσμίως

Αυτός ο Κοινός Τόπος ενσκήπτει από τον προηγούμενο. (Τείνω χείρα βοηθείας ). Μπορεί να υπάρξει άραγε μεγαλύτερη ασέβεια προς την Κοσμιότητα από ένα τεντωμένο χέρι ; Ένας αγροίκος που σέβεται τον εαυτό του μπορεί να επιδοθεί στις μεγαλύτερες απρέπειες και να ξεχαστεί – ή να θυμάται τον εαυτό του, ό,τι θέλει ο καθείς – μέχρι που να κάνει μπροστά στις κυρίες βρωμιές που η, αιδώς μου, γνωστή τοις πάσι, μου απαγορεύει να περιγράψω λεπτομερώς. Εάν έχει χρήματα, θα του πουν, μην ενοχλείσθε, παρακαλώ συνεχίστε. Ακόμα κι αν το θελήσει, ένας πλούσιος δεν μπορέσει ποτέ να συμπεριφερθεί σαν αγροίκος. Του είναι τόσο αδύνατο, όσο και το να εισέλθει στο Βασίλειο των Ουρανών.

Ποτέ δεν είναι αργά για να κάνει κανείς το καλό.

Αντίδραση του επιρρήματος «πολύ». Να που βρισκόμαστε για άλλη μια φορά σε δύσκολη θέση. Είναι πράγματι δυνατόν να μην είναι ποτέ πολύ αργά ; Πρέπει, άραγε, να πιστέψουμε ότι υπάρχει μια ώρα, όπου είναι αρκετά αργά, χωρίς να είναι πολύ αργά και μια άλλη ώρα όπου είναι πολύ νωρίς και η οποία θα ήταν η κατάλληλη για να κάνει κανείς το κακό ; Αυτή η τελευταία ώρα, ή τόσο σημαντική, πότε αρχίζει και πότε τελειώνει ; Πρέπει, άραγε, να αποσπασθώ από τον εναγκαλισμό της αμαρτίας στις πέντε και μισή το πρωί, για να σπεύσω να πέσω στις έξι παρά τέταρτο σ’ εκείνον της αρετής ; Είναι άραγε, αρκετά νωρίς, ή κάπως αργά, ή μήπως αρκετά αργά, χωρίς να είναι πολύ αργά ; Θα έκανα καλύτερα να περιμένω μέχρι τις επτά το βράδυ ή μέχρι τα μεσάνυχτα ;
Αλλά ας τα αφήσουμε αυτά. Περί τίνος πρόκειται κατ’ ουσίαν και τι ακριβώς είναι οι Κοινοί Τόποι, αν όχι η γλώσσα του Αστού ; Η γλώσσα του αστού, σκεφτείτε λοιπόν λιγάκι ! Οπότε τι απλούστερο ; Και τι μπορεί να σημαίνει να κάνει κανείς το καλό, αν όχι να κάνει εκείνο που επιθυμεί ο Αστός, εκείνο που του αρέσει, εκείνο που είναι αποδοτικό γι’ αυτόν, εκείνο που διατάζει με τις εντολές του, και τίποτα παραπάνω ;
Είναι παραδείγματος χάριν, απολύτως βέβαιο, ότι εάν θελήσετε να σας σπάσουν τα μούτρα για κείνον και να του δώσετε όλα τα υπάρχοντά σας, θα σκεφθεί ότι κάνετε το χρέος σας, λιγάκι αργά, ίσως, αλλά όχι πολύ αργά. Αντίθετα, εάν βρει τρόπο να σας πάρει τα χρήματά σας, το σπίτι σας, τη γυναίκα ή ακόμα και το πετσί σας και αυτό του φαίνεται χρήσιμο ή απολαυστικό, δεν έχετε να πείτε κουβέντα. Κάνει πολύ καλά, εξαιρετικά καλά, και ακριβώς τη ώρα που πρέπει, καθώς είναι η ώρα, που βρίσκεται στο μεγάλο του κέφι, η οποία δεν έρχεται ποτέ πολύ αργά.
Σκοτώνω τον χρόνο μου
Στη γλώσσα του Αστού, σκοτώνω τον χρόνο μου, χρειάζεται να το πω ; σημαίνει απλά διασκεδάζω. Όταν ο Αστός βαριέται, ο χρόνος ζει ή ανασταίνεται. Είτε το καταλαβαίνετε, είτε όχι, αυτή είναι η αλήθεια. Όταν ο Αστός διασκεδάζει, εισερχόμαστε στην αιωνιότητα. Η διασκέδαση του Αστού είναι σαν τον θάνατο.

Δεν έχω ανάγκη κανέναν

Επομένως, είμαι Θεός. Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτό είναι το αναγκαίο συμπέρασμα σχεδόν κάθε κουβέντας του αστού. Το έχω υπογραμμίσει αρκετές φορές. Οι Κοινοί Τόποι εισχωρούν με αυτό τον τρόπο ο ένας μέσα στον άλλο, όπως οι σωλήνες του τηλεσκόπιου, ή τα βαγόνια μιας ταχείας, πάνω στην οποία προσκρούει ένα εμπορικό τρένο. Είναι διασκεδαστικό για τον θεατή, αλλά με την συνεχή επανάληψη γίνεται πληκτικό. Το αναμάσημα είναι, δυστυχώς, το σχεδόν απροσπέλαστο εμπόδιο ενός βιβλίου αυτού του είδους. Ελπίζω, ωστόσο, ότι θα μου δοθεί η δύναμη για να το ολοκληρώσω. Μη έχοντας την τιμή να είμαι ένας αστός, δεν μου στοιχίζει τίποτε να ομολογήσω ότι έχω ανάγκη όλο τον κόσμο, αρχίζοντας συγκεκριμένα από τον Αστό, ο οποίος μου παρέχει το υλικό μου και, που μολαταύτα ανήκει στο πολυκύμαντο είδος των ανθρώπων, ανταμείβοντας έτσι με μια κάποια ποικιλία τον προσεκτικό παρατηρητή.

Όλα έρχονται στην ώρα τους όταν κανείς ξέρει να αναμένει.
Μια χριστιανική οικογένεια. Το καλύτερο κομμάτι προσφέρεται στον πατέρα. Χωρίς να το αγγίξει, ο πατέρας το προσφέρει στη μητέρα. Η μητέρα το δίνει στα παιδιά, τα οποία το δίνουν σε έναν φτωχό, ο οποίος το ρίχνει στα σκυλιά.
Τα σκυλιά ξέρουν να αναμένουν το Σώμα του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού

Δεν θέλω να πάω σαν το σκυλί στ’ αμπέλι

Είναι δόκιμο να αναρωτιέται κανείς και να ρωτά μάλιστα και τους άλλους, γιατί ένας άνθρωπος, ο οποίος έζησε τη ζωή του σαν γουρούνι έχει την επιθυμία να μην πάει σαν το σκυλί στ’ αμπέλι.
Κατ’ αρχάς τι σημαίνει πάω σαν το σκυλί στ’ αμπέλι ;
Σύμφωνα με τις αρχές, αυτό συνίσταται στο να εγκαταλείπει κανείς αυτό τον τερπνό κόσμο αδιάβαστος, και να πηγαίνει γραμμή στο νεκροταφείο, χωρίς καμία θρησκευτική τελετή. Ο Αστός, ο οποίος δεν θέλει να πάει σαν το σκυλί στ’ αμπέλι πρέπει λοιπόν να καλέσει να φέρουν ένα παπά, ει δυνατόν τον ιερέα της ενορίας του, στον οποίο θα μιλήσει για το φόρο εισοδήματος, τα πλεονεκτήματα της μαζικής καλλιέργειας του κολοκάσιου, των αρνητικών συνεπειών της μαστίχας στις μασέλες του ιπποπόταμου ή της μεγάλης αναγκαιότητας για μια καραμπινάτη μεταρρύθμιση στην υποχρεωτική διδασκαλία της Καμτσαντάλ. Η εκδήλωση αυτή της χριστιανικής πίστης, δίδει μετά θάνατον το δικαίωμα στον εξομολογούμενο να βάλει να κουβαλήσουν το λείψανό του στην εκκλησία, και να συνοδευθεί από ένα φαιλόνιο έως το νεκροταφείο, εφόσον η οικογένεια δεν κάνει πίσω μπροστά στο κόστος.
Όλα αυτά, είναι άραγε ανάγκη να το πω ; γίνονται για τα μάτια του κόσμου. Πεθαίνουμε για τα μάτια του κόσμου ακριβώς για να αποφύγουμε να πάμε σαν το σκυλί στ’ αμπέλι. Είτε το καταλαβαίνετε, είτε όχι, όλη η αλήθεια βρίσκεται εδώ.
«Στα παλιά μου τα παπούτσια η θρησκεία, λέει ο έμπορος σπόρων, όμως δεν θέλω να πάω σαν το σκυλί στ’ αμπέλι».
Απ’ αυτό εξαρτάται η πελατεία του μαγαζιού του, εφόσον πρόκειται για σκεπτόμενους ανθρώπους. Εάν δεν είναι σκεπτόμενοι, το συμφέρον του μαγαζιού απαιτεί, αντίθετα, το αφεντικό να ψοφήσει σα σκυλί. Όμως αυτό σπανίως γίνεται στις συνοικίες όπου οι άνθρωποι ξεφαντώνουν.

Είναι ευτυχής, δεν υποφέρει πλέον άλλο.

Η Αγία Επιτροπή του Κανονικού Δικαίου, ένα από τα μελανότερα έλκη στο πρόσωπο της Παποσύνης, απαιτεί, συνήθως, υπέρογκα ποσά. Μια τελετή αγιοποίησης στοιχίζει περίπου διακόσια χιλιάδες φράγκα.
Ο Αστός αγιοποιείται τζάμπα. Μόλις αρχίσει να όζει, οι συγγενείς και φίλοι ανακοινώνουν πολύ απλά, ότι είναι ευτυχής. Είναι αλήθεια ότι δεν τον θέτουμε σε λαϊκό προσκύνημα, αλλά δεν τον απασχολεί ιδιαίτερα. Η ουσία για κείνον είναι να είναι ευτυχής, δηλαδή να μην υποφέρει το κρέας του, γιατί, όσο αφορά στην ψυχή, δεν την ένοιωσε ποτέ.
Αυτό είναι όλο, η διαδικασία ολοκληρώθηκε. Καμία έρευνα για τις αρετές του τεθνεώτος, ούτε και για τα θαύματά του. Καμία ανάγκη προσφορών, ούτε πολυδάπανων δώρων, ούτε και παπικών εγκυκλίων. Ο πρώτος τυχόν γείτονας αντικαθιστά πολύ αποτελεσματικά εκκλησιαστικούς εισαγγελείς, δικαστές, καρδινάλιους και τον Ύπατο Ποντίφικα. Όταν προφέρει την φράση, είναι ξεκάθαρο ότι όλα πάνε μια χαρά και ότι ο θανών δεν έχει να ανησυχεί για τίποτα.
Η «πρόοδος της επιστήμης», εξάλλου, ήρθε να προσφέρει τη βοήθειά της στους νεκρούς, απελευθερώνοντας τους από την επιθανάτια αγωνία της πρόωρης ταφής. Το κρεματόριο, πιο καθησυχαστικό και διεκπεραιωτικό από το Requiem, έχει άλλη χάρη. Παλαιότερα, οι άνθρωποι έτρεμαν μην τυχόν και ξυπνήσουν στο χέρι του τρομερού Κριτή. Τρέμουμε σήμερα, μην τυχόν και ξυπνήσουμε μέσα στο λάκκο, μέσα στις τέσσερις σανίδες του φέρετρου. Υπό το καθεστώς του παλαιού τρόμου, οι άνθρωποι δεν σταματούσαν να προσεύχονται, υπό το καθεστώς του σύγχρονου άγχους, μας κανονίζουν στα γρήγορα.
Οι εργαζόμενοι ρίχνουν τις στάχτες σας, ανακατωμένες, εικάζω, με τρίμματα πυρακτωμένου κάρβουνου και καρβουνοσκουριά σε μια τεφροδόχο, φέρουσα μιαν απαρηγόρητη ετικέτα, στην πλευρά της οποίας, γίνεται ενίοτε λόγος αντάμωσης. Τότε, «δεν χρειαζόμαστε πια τίποτα», δεν υποφέρουμε πλέον, ήμεθα «ευτυχείς».

Η δυστυχία έχει και τα καλά της.

Η δυστυχία των άλλων, αυτό είναι προφανές. Αυτό είναι και το μοναδικό καλό. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς κάτι καλό που τυχαίνει σε έναν γείτονα στην εξοχή, παραδείγματος χάριν, από το οποίο θα μπορούσαμε να ωφεληθούμε. Απόδειξη, ότι η ευτυχία των μεν, δεν φέρνει την ευτυχία των δε, όπως πολύ σωστά λέει ένας άλλος Κοινός Τόπος, σχεδόν ταυτόσημος.
Ο καλύτερος σας φίλος κληρονομεί ξαφνικά πολλές εκατοντάδες εκατομμύρια φράγκα. Ε, λοιπόν ! είναι πιθανό ότι δεν θα αποσπάσετε ούτε ένα σεντ. Ίσως μάλιστα να δοκιμάσει να σας ξαφρίσει, διότι ακριβώς σας μοιάζει σαν αδελφός.
Αυτό που είναι αδιαμφισβήτητα καλό, είναι να βλέπει κανείς τον πλησίον του να υποφέρει. Είναι καθαυτό καλό, κι είναι καλό λόγω των συνεπειών του, καθώς ένας αποτελειωμένος άνθρωπος είναι ένας άνθρωπος που μπορεί να φαγωθεί. Κι όπως είναι γνωστό τοις πάσι, δεν υπάρχει κρέας, ούτε καν εκείνο του γουρουνιού, που να είναι τόσο νόστιμο.

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

"...Πεθαίνουμε για τα μάτια του κόσμου...".
Όντως, όταν έχει διαλέξει κανείς να ζήσει κυρίως γι'αυτά.

Σοφία

Υ.Γ. Έξι μήνες και δυο μέρες μετά την αναχώρηση, εύχομαι να νοιώθεις πως εκείνη πάντως έχει ανοίξει τα μάτια της στο φως.

ποετάστρος είπε...

Σ' ευχαριστώ πολύ Σοφία μου. Είχα την τύχη να την δω να αντικρίζει με ολάνοιχτα μάτια το φως...