Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2008

Ο πολιτισμός ως ψυχαγωγία

Ένας από τους κοινούς πλέον τόπους (lieux communs), που διαφεντεύουν τον νεοελληνικό μας βίο εν είδη αξιωμάτων, επανερχόμενος περιοδικά χάρη στο επωφελές έργο των σύγχρονων ιεροφαντών, των στατιστικολόγων, αποτελεί και η επισήμανση ότι οι Νεοέλληνες δεν διαβάζουν βιβλία. Κι αντ’αυτού περνούν τις ελεύθερες ώρες τους μπροστά στην τηλεόραση. Αυτή η κοινοτοπία συνοδεύεται πάντοτε από την εγγενή απαξίωση της τηλεόρασης και των τηλεθεατών από τους διανοούμενους και μια μόνιμη μεμψιμοιρία για την υποβάθμιση της τέχνης και του βιβλίου στις σημερινές κοινωνίες.
Η απαξίωση του βιβλίου και κατά προέκταση της τέχνης ή του πολιτισμού (μια κατ’ εξακολούθηση κακοποιούμενη λέξη) ενυπάρχει εν σπέρματι στο θεμελιακό δίπολο, επί του οποίου εδράζεται αυτή η κοινοτοπία : την αντιδιαστολή τηλεόρασης-βιβλίου, ή τηλεόρασης-θεάτρου, κλπ. Η παραδοχή αυτή κρύβει μια αντίληψη της τέχνης, ή του «πολιτισμού» ως ψυχαγωγίας, ή οποία με τη σειρά της έχει λάβει σήμερα τη σημασία της διασκέδασης, του «σκοτωμένου χρόνου». Συνεπώς το ζήτημα έγκειται στο κατά πόσο κανείς επιλέγει ωφέλιμους ή ψυχωφελείς τρόπους να περνάει τον χρόνο του. Αυτής της αντίληψης δημιούργημα (επί χούντας) είναι και το υπουργείο Πολιτισμού, το υπουργείο παραγωγής και χρηματοδότησης «πολιτιστικών εκδηλώσεων». Λες και με τον όρο «πολιτισμός» μιλούμε για μια δραστηριότητα στις παρυφές της ζωής, δηλαδή της πολιτικής και των «επιχειρηματικών υποθέσεων», όπως θα έλεγε και ο δεξιοτέχνης της ανατομίας των κοινοτοπιών Léon Bloy.
Η ίδια αντίληψη μου φέρνει στο νου μια φράση που απευθύνει ο Σεφέρης στον φίλο του Ζήσιμο Λορεντζάτο, και που γίνεται ολοένα και δυσκολότερα αντιληπτή σήμερα : «Όχι, σκοπός της τέχνης δεν είναι να συγκινεί». Νομίζω ότι ο Σεφέρης προσπαθεί με αυτή τη φράση να εξορκίσει ένα καρκίνωμα, που απειλεί την υπόστασή της τέχνης : την ενδόμυχη εκδοχή της ως «πολυτέλειας». Ως υποκειμενικού θησαυρισμού τέρψεων.
Με μεγαλύτερη ακρίβεια ο Λορεντζάτος, ο σημαντικότερος ίσως κριτικός της λογοτεχνίας των νεότερων χρόνων στη χώρα μας, επισημαίνει ότι η τέχνη δεν είναι «κάτι που τέρπει τα αισθητήρια του σύγχρονου καλλιεργημένου, δίνοντάς του την αισθητική απόλαυση, ένα είδος αφροδίσιο με κριτήριο τι μου αρέσει ή δε μου αρέσει». Γιατί ο περιορισμός της τέχνης στα αμφιλεγόμενα και θολά όρια του ατομικού γούστου του καθενός είναι απότοκος της εκδοχής της ως ψυχαγωγίας, η οποία την υποβιβάζει στο επίπεδο του εστετισμού, δηλαδή του ασήμαντου. Τι αλλάζει αν εγώ προτιμώ τα ορτύκια από τα σουβλάκια ;
Η λογοτεχνία και κατ’ επέκταση η τέχνη υφίστανται ως πραγματικότητες και όχι ως κενές λέξεις, στο ποσοστό που φωτίζουν τη ζωή, ενώ ταυτόχρονα φωτίζονται από αυτή.
Η λογοτεχνία «καμιά φορά βρίσκει τα λόγια και για κείνο που βρίσκεται πέρα από τα λόγια», συνεχίζει ο Λορεντζάτος. Μέσω της τέχνης δια-μορφώνεται ο χαρακτήρας και καλλιεργείται η κρίση μας, μορφοποιούνται τα ερωτήματά μας, δηλαδή η ύπαρξή μας, η οποία αποτελεί ένα ανοιχτό ερώτημα που παλεύουμε να προσεγγίσουμε. Η λογοτεχνία πολεμά να πλησιάσει αυτό που ο Μίλαν Κούντερα ονομάζει υπαρξιακό αίνιγμα, και ο Λορεντζάτος έναν τρόπο ζωής. «Η μεγάλη τέχνη πάντα τροφοδοτήθηκε από μια αρχετυπική αλήθεια, άσχετο αν με διαφορετικό ντύμα σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους», επισημαίνει ο Λορεντζάτος, πηγαίνοντας πιο πέρα.
Το ζήτημα δεν είναι εάν και κατά πόσο νομιμοποιούμαστε να βλέπουμε στην τέχνη και κατ’επέκταση στα πράγματα την δυνατότητα υλοποίησης της απόλαυσής μας, δηλαδή της βούλησής μας – εξάλλου ποτέ δεν θα πάψουμε να αγαπάμε λογοτεχνικά ή άλλα έργα τέχνης μόνο για την απόλαυση που μας προσφέρουν. Το κρίσιμο ζήτημα είναι να μην υποκαθιστούμε την ανάγκη της ανθρώπινης ύπαρξης για «νόημα», με την ανάγκη της κατανάλωσης, της αέναης ικανοποίησης της βούλησής μας. Γιατί αυτή η μυωπία είναι ακυρωτική κάθε πολιτισμού, της έμφυτης τάσης του ανθρώπου για δημιουργία και μοίρασμα. Κι όταν δεν μοιράζομαι, απλώς «ανέχομαι» τον άλλο, ως αντίστοιχο καταναλωτή, μέχρι την αναμενόμενη σύγκρουση συμφερόντων και την κατάρρευση της κοινωνίας της ανεκτικότητας. Δεν έχω ξεφύγει από το θέμα μου. Μιλώ για την άρρηκτη σχέση πολιτισμού και πολιτικής, αναζήτησης νοήματος που ξεπερνά το ζωώδες επίπεδο των ενστίκτων. Ο διαχωρισμός πολιτισμού και πολιτικής, περιεχομένου και φόρμας, όπως αφαιρούμε βίαια το δέρμα από το σφαχτό, και η αυτονόμηση της (πολιτικής) βούλησης κρύβει κακοφορμισμένους εγωισμούς και πείνα εξουσίας. Γι’ αυτό και ο Λορεντζάτος προσεγγίζει τη λογοτεχνία πολιτικά, δηλαδή ως θεμέλιο του πολιτισμού , ως τρόπο ζωής : «Τους λαούς τους εκφράζουν οι κλασσικοί τους, δεν τους εκφράζουν τα κόμματά ή οι κυβερνήσεις».
Στην εποχή της πληροφορίας, όπου η γνώση αντιμετωπίζεται ως πρώτη ύλη για τη συμμετοχή σε τηλεπαιχνίδια γνώσεων , όπου τα βιβλία διαρκούν όσο η μόδα, και το γραφείο των συγγραφέων μεταμορφώνεται σε αλυσίδα παραγωγής, μπορεί κανείς να περάσει μια ολόκληρη ζωή διαβάζοντας σκουπίδια, τα οποία συνήθισε να απολαμβάνει όπως τα πλαστικά μπιφτέκια του fast food. Μπορεί να περάσει μια ζωή χωρίς να ανοίξει τα μάτια σε άλλο κόσμο πέρα από τον φευδεπίπλαστο κόσμο της τηλεόρασης, τον οποίο θα αναζητήσει και θα βρει και στα αντίστοιχα βιβλία του Κοέλιο ή του Αλαίν ντε Μποτόν. Μπορεί όμως και να του γεννηθούν ερωτήματα που δεν καλύπτει καμία στατιστική.

2 σχόλια:

Christophorus είπε...

Ίσως το ουσιαστικότερο κείμενο που έχεις αναρτήσει.

ποετάστρος είπε...

Σ'ευχαριστώ πολύ Χριστόφορε.