Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2008

μια βιβλιοκριτική


Το μυθιστόρημα του Χουάν Ρούλφο, Πέδρο Πάραμο, το οποίο κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη, είναι από πολλές πλευρές, ένα μοναδικό μυθιστόρημα.
Μοναδικό γιατί είναι το πρώτο και τελευταίο μεγάλο έργο ενός, διάσημου μετά από αυτό συγγραφέα, ο οποίος άδειασε το ποτήρι του μονομιάς. Ενός συγγραφέα που ήπιε τον λόγο μονορούφι, φθάνοντας δια μιας σε μεγάλο βάθος ― εκφραστικής, τεχνικής, περιεχομένου και μορφής…
Μοναδικό διότι, όπως κάθε μεγάλο μυθιστόρημα άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη λογοτεχνία. Θεωρείται και είναι ο πρόδρομος και ενδεχομένως το καλύτερο έργο του λογοτεχνικού ρεύματος που ονομάζουμε «μαγικό ρεαλισμό». Είναι το βιβλίο που ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές αποστήθισε ολόκληρο, το ήπιε κι αυτός μονοκοπανιά : «Εκείνη τη νύχτα δεν μπόρεσα να κοιμηθώ προτού τελειώσω τη δεύτερη ανάγνωση. Ποτέ δεν είχα νιώσει μεγαλύτερη συγκίνηση».
Όπως σημειώνει η δοκιμιογράφος Σούζαν Σόνταγκ, «το μυθιστόρημα του Ρούλφο δεν είναι μόνο ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα, αλλά και ένα από τα βιβλία με τη μεγαλύτερη επιρροή. Είναι ένα κλασικό βιβλίο με όλη τη σημασία του όρου».
Το Πέδρο Πάραμο είναι ένα βιβλίο κλασικό και από πλευράς θεματικής. Αποτελεί έναν επανασχολιαασμό, ενός «κλασικού» μυθικού μοτίβου της λογοτεχνίας, της καθόδου Στον Άδη. Αν οι λέξεις «κλασικό» ή «παράδοση» διατηρούν κάποιο νόημα σήμερα, ιδιαίτερα στην περιοχή της λογοτεχνίας, αυτό εικονίζεται ακέραιο στο εγχείρημα του Ρούλφο. Επανεπισκέπτεται έναν από τους μεγάλους μύθους της ανθρωπότητας με τα μάτια του τόπου του. Μιλώντας για τον τόπο και τους οικείους του, φθάνει στο βάθος της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας, αγγίζει πρωταρχικές χορδές τις ύπαρξης. Το Πέδρο Πάραμο δεν είναι τελικά παρά μια πολυεπίπεδη επίσκεψη.
Η ιστορία ενός γιου, ο οποίος επισκέπτεται το χωριό των γονιών του, υπακούοντας στην παράκληση της νεκρής μητέρας του, αναζητώντας τον πατέρα του. Η ιστορία μιας επίσκεψης στον Άδη, στο βασίλειο του Θανάτου. Και συγχρόνως ένας συγγραφέας που επισκέπτεται έναν κλασικό μύθο. Το κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος δεν είναι ο Πάραμο, αλλά το χωριό Κομάλα. Πρόκειται, όπως λέει ο Ρούλφο για ένα νεκρό χωριό, όπου ζουν μόνο ψυχές. Όλα τα πρόσωπα είναι νεκρά, ακόμα κι ο αφηγητής. Η διάκριση μεταξύ χρόνου και χώρου απεμπολείται. Οι χρόνοι της αφήγησης συγχέονται, το παρόν συνυπάρχει στο ίδιο «επίπεδο» με το παρόν. Η δομή του Πέδρο Πάραμο είναι εξαιρετικά σύνθετη, με συνέπεια το βιβλίο να απαιτεί πολλαπλές αναγνώσεις προκειμένου να μπορέσει ο αναγνώστης να ακολουθήσει τον Ρούλφο στο βάθος των αναζητήσεών του. Ως προς αυτό, το κείμενο του Φουέντες στο Επίμετρο φωτίζει ιδιαίτερα τον αναγνώστη που χάνει τον προσανατολισμό του στο βιβλίο, πράγμα εύκολο.
Οι διαφορετικές αφηγήσεις που μπλέκονται, συνθέτοντας το πρόσωπο του Πάραμο μέσω της ανάδειξης της Κομάλα, περιγράφουν γεγονότα της ζωής, τις αδρότερες πτυχές της. Την αδιέξοδη διαμάχη πάθους και συμφέροντος. Όλα όμως τελικά εγκλωβίζονται στα στενά όρια του θανάτου. Όχι μόνο δεν διαφαίνεται καμία διέξοδος, αλλά ο θάνατος, όντας αναγκαία προϋπόθεση της ανάμνησης, είναι το μοναδικό πεδίο, όπου οι άνθρωποι μπορούν να ακούσουν ο ένας τον άλλο και να ακουστούν. Ο θάνατος ταυτίζεται με τον λόγο. Τα πρόσωπα του μυθιστορήματος έχουν λόγο ακριβώς γιατί είναι νεκρά. Μόνο μέσω της ανάμνησης μπορεί να ξανακερδηθεί ο χρόνος. Γι’ αυτό και η Κομάλα είναι ο Άδης είναι το πραγματικό σπίτι, όλων. Πρόκειται για ένα παιδευτικό μυθιστόρημα, ένα Bildungsroman, όπου ο ήρωας ανακαλύπτει εν τέλει ότι είναι μια σκιά, που συνομιλεί με σκιές αναπλάθοντας ένα χαμένο εξαρχής παρελθόν.
Στην Ομηρική κάθοδο στον Άδη του Οδυσσέα, η σκιά του Αχιλλέα εμφανίζεται έτοιμη να πουλήσει όλο το κλέος του πολεμιστή, (το οποίο νοηματοδοτεί τον βίο του ομηρικού ήρωα) προκειμένου να επιστρέψει ακόμα και ως δούλος, χωρικός φτωχού αφέντη, στη ζωή. Στο μεγάλο μυθιστόρημα του Ρούλφο, υλοποιείται αυτό που ο Κάρλος Φουέντες θεωρεί προϋπόθεση του μοντέρνου μυθιστορήματος : «το παρελθόν πρέπει να εφευρίσκεται όποτε το παρόν πεθαίνει ανάμεσα στα χέρια μας». Προχωρώντας πέρα από τον Προύστ, ο οποίος προσπάθησε να αναστήσει, να ξανακερδίσει το πεθαμένο παρόν, ο Ρούλφο μας λέει ότι δεν μπορούμε παρά να κινούμαστε μέσα στα στενά όρια του θανάτου αναζητώντας τη φωνή μας, προσπαθώντας μέσω της ανάμνησης να δώσουμε λόγο στο χαμένο παρελθόν. Το μεγάλο δώρο του Ρούλφο είναι η εγγύτητα που μας προσφέρει, παρά τη στυφή της γεύση, η ειλικρίνειά του, την οποία δεν προσπάθησε, όπως η μεγαλύτερη μερίδα των συγγραφέων της νεότερης εποχής να διασκεδάσει ή να μασκαρέψει, αντικαθιστώντας την από την πολύ πιο εύπεπτη, αλλά σε μεγάλες δόσεις άνοστη, ειρωνεία. Καθώς «ίδιον της ειρωνείας», τονίζει ο ένθερμος υποστηρικτής της Φουέντες, «είναι το άνοιγμα μιας αβύσσου ανάμεσα στο εγώ και στον κόσμο. Το κενό μετατρέπεται σε σύνδεσμο ανάμεσα στον κόσμο και στο εγώ». Περιδίνηση στο κενό ή ειλικρινής αποδοχή του θανάτου;

Δεν υπάρχουν σχόλια: