Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2008

Παλιά συνέντευξη με τον Μισέλ Ντεόν


Ο Μισέλ Ντεόν είναι κοσμοπολίτης. «Ο Μοντένιος με έκανε περίεργο, ο Σταντάλ αντικατέστησε τους τουριστικούς οδηγούς, ο Σατομπριάν, ο Μοράν και ο Κόνραντ μου έδιναν κουράγιο», υποστηρίζει. Ο μυθιστοριογράφος και ακαδημαϊκός, ο οποίος γνώρισε προσωπικά τον Νίκο Καζαντζάκη και θεωρεί την Ελλάδα μια από τις πατρίδες του, βρέθηκε στη χώρα για την ετήσια συνάντηση του περιοδικού για το μυθιστόρημα, L’Atelier du roman που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στο Nαύπλιο. O συγγραφέας πολλών επιτυχημένων μυθιστορημάτων (όπως, «οι σελίδες για την Eλλάδα, τα άγρια άλογα και η ανάβαση της νύχτας», που εκδόθηκαν στη γλώσσα μας από τις εκδόσεις Xατζηνικολή) έχει πάντοτε δίπλα του τα βιβλία των Kαβάφη, Aπολλινέρ, Σεφέρη, τα οποία διαβάζει, όρθιος. Eίναι ένας ευγενής αρχοντικός και προσηνής άνθρωπος. H κουβέντα μας δεν πρόλαβε να αρχίσει και εντελώς απροσδόκητα παρενέβη από την πρώτη κιόλα ερώτηση η μυθιστοριογράφος και συνεργάτης του Atelier, Πωλ Kονστάν. O 85χρονος συγγραφέας δεν έδειξε να αιφνιδιάζεται από την «εισβολή». «Mια κουβέντα με τρεις είναι πάντα πιο ενδιαφέρουσα», πρόσθεσε.


Θεωρείτε ότι η Ελλάδα εξακολουθεί σήμερα να είναι εξωτικός τόπος για έναν Γάλλο;

Μισέλ Ντεόν: Εξωτικός… Σίγουρα λιγότερο από ότι παλαιότερα, αν και παραμένει πολύ, πολύ εξωτικός για τον Δυτικό άνθρωπο, ιδιαίτερα τον δυτικό γαλλικής παιδείας. Εξακολουθεί να είναι ένας άλλος κόσμος για μένα, ο οποίος συνδέεται διανοητικά με την Δύση, αλλά συγχρόνως συνδέεται συναισθηματικά με αυτό που ονομάζουμε Εγγύς Ανατολή. Η Ελλάδα είναι το πρώτο σκαλοπάτι προς την Ανατολή. Το ίδιο ισχύει και για την λογοτεχνία ή την πολιτική, η οποία ορισμένες φορές μου μοιάζει ακατανόητη ως πρακτική. Στην λογοτεχνία διακρίνει κανείς μια διττή υπόσταση, μια επιθυμία να ανήκει κανείς ταυτοχρόνως στη Δύση και στην Ανατολή. Ιδιαίτερα αισθητή και στην ποίηση.

Πολ Κονσταν : Εγώ δεν θα επέμενα στην γεωγραφική συνιστώσα του εξωτισμού. Νομίζω ότι σήμερα η Ελλάδα είναι μια ευρωπαϊκή χώρα. Όσο όμως κι αν αλλάξει, όσο κι αν γίνει ίδια με τη Γαλλία, οι Γάλλοι που θα την επισκέπτονται θα ανακαλύπτουν πάντοτε κομμάτια της ελληνικής μυθολογίας, με την οποία ανατράφηκαν. Η Ελλάδα θα ταυτίζεται πάντοτε με την Αφροδίτη, τον Ποσειδώνα. H Σαλαμίνα, η Ολυμπία, θα είναι πρωτίστως η αρχαία Ολυμπία, η αρχαία Σαλαμίνα.

Τι πραγματικά σας συνδέει με το περιοδικό L’Atelier du roman ;

Μ. Ντ. : Το ότι θέλησαν να απελευθερώσουν το μυθιστόρημα από τα δόγματα, τις απαγορεύσεις και όλες τις δεσμεύσεις που επιβαρύνουν σήμερα την υγεία του γαλλικού μυθιστορήματος. Προσπαθούν να αποκαταστήσουν τους δεσμούς του με το παρελθόν, χωρίς να δεσμεύονται από την επικαιρότητα. Μπορεί ξαφνικά να βγάλουν ένα τεύχος αφιερωμένο σε κάποιον συγγραφέα, ο οποίος έχει πεθάνει εδώ και σαράντα χρόνια και κανείς πλέον δεν ασχολείται μαζί του. Παρότι πρόκειται για έναν πολύ μεγάλο συγγραφέα. Αυτό έκαναν με τον Ζιονό, τον Μαρσέλ Αιμέ. Επιπλέον πολύ σπάνια θα βρει κανείς άρθρο για βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε. Αντίθετα, περιμένουν δυο, τρία χρόνια πριν γράψουν κάτι, γιατί προϋποθέτουν ένα διάστημα στοχασμού πάνω στο βιβλίο. Ξέρετε, όταν ένα βιβλίο εκδίδεται, εμφανίζεται ένα πρώτο καλογραμμένο άρθρο. Στη συνέχεια όλα τα επόμενα άρθρα το αντιγράφουν. Κανένας κριτικός δεν έχει τον χρόνο να διαβάσει. Εάν κατά τύχη έχετε μια ωραία φράση στο βιβλίο σας, θα περιληφθεί στο πρώτο άρθρο και στο δεύτερο και το τρίτο, και ούτω καθεξής. Ενδεχομένως η φράση να είναι καλή, αποδεικνύει όμως ότι ο ένας γράφει διαβάζοντας τον άλλο για να κερδίσει χρόνο.


Το μυθιστόρημα στην εποχή της πολιτιστικής βιομηχανίας, η οποία ήταν και το θέμα της συνάντησης του περιοδικού στο Ναύπλιο, απαντάει στις ανάγκες μας, ή μήπως συντελεί στην δημιουργία βαθύτερων αναγκών ;

Μ. ΝΤ. : Πιστεύω στην αποδέσμευσή μας από ορισμένες υποχρεωτικές ανάγκες ψυχαγωγίας, όπως την τηλεόραση, το ταξίδι, όλα όσα μπορεί να προσφέρει το μυθιστόρημα χωρίς να εγκαταλείπει κανείς την πολυθρόνα του, ή το τραπέζι του. Ξέρετε, εγώ δεν πιστεύω στην βιομηχανοποιημένη κουλτούρα, ιδιαίτερα όσο αφορά το βιβλίο, το οποίο ο καθένας αντιλαμβάνεται ως κάτι πολύ προσωπικό, όπως και το ζήτημα της επιλογής τους είναι πολύ προσωπικό. Παλαιότερα οι βιβλιοπώλες έπαιρναν τους πελάτες από το χέρι και τους έλεγαν : «να ένα πολύ καλό βιβλίο». Σήμερα έχετε τα τεράστια πολυκαταστήματα, όπως η FNAC, όπου θα βρείτε μόνο πωλητές, που θα σας τυλίξουν το βιβλίο σας, θα σας κολλήσουν μια κορδέλα επάνω, θα πληρώσετε και θα φύγετε. Οι βιβλιοπώλες που θα σας μιλήσουν ολοένα και λιγοστεύουν. Παρότι μερικές φορές ορισμένοι βιβλιοπώλες ήταν ενοχλητικοί.

Π.Κ. : Όπως ορισμένοι πελάτες ήταν ιδιαίτερα ενοχλητικοί για τους βιβλιοπώλες… (γέλια)

Μ. Ντ.: Ακριβώς! Είναι το ίδιο πράγμα. Όταν όμως συναντώ καμιά φορά κανέναν, και συμβαίνει που και που, ο οποίος είναι ενθουσιασμένος με κάποιο βιβλίο και επιμένει ότι πρέπει να το διαβάσω, επειδή πραγματικά το αγαπά, συνειδητοποιώ ότι πρόκειται για μια άλλη σχέση με το βιβλίο, την οποία η βιομηχανοποιημένη κουλτούρα δεν μπορεί να αντικαταστήσει. Το γεγονός ότι δεν σχετιζόμαστε όλοι με τον ίδιο τρόπο με τα βιβλία.

Π.Κ.: Γέννημα της βιομηχανίας αυτής είναι και τα βιβλία τύπου βίπερ, τα οποία γράφονται κατά παραγγελία και εκδίδονται μέσα σε τρεις εβδομάδες. Δεν έχετε όμως τη δυνατότητα της επιλογής της πλοκής, του χρώματος των ματιών του ήρωα, ούτε και της επιλογής του λεξιλογίου που θα θέλατε, καθώς απευθύνονται σε ένα αρκετά περιορισμένων απαιτήσεων κοινό. Μην ξεχνάμε την τάση ορισμένων εκδοτικών οίκων, οι οποίοι σε πιέζουν συνεχώς να γράψεις το περίφημο best seller. Πρόκειται για το αποτέλεσμα της μολυσματικής δράσης των «σχολών δημιουργικής γραφής». Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποκλείονται και οι ευχάριστες εκπλήξεις. Του εξαιρετικού βιβλίου που γράφτηκε κατά παραγγελία. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποιο βιβλίο θα ενθουσιάσει το κοινό… Θέλω να πω ότι τα πράγματα διατηρούν ένα μυστήριο, εξαρτώνται και από την τύχη επίσης.

Μ.Ντ. : Εγώ πιστεύω ότι δεν έχει ποτέ βγει ούτε ένας καλός συγγραφέας, με την πραγματική, αριστοκρατική (noble) σημασία της λέξης, από τις σχολές δημιουργικής γραφής, όπως δεν έχει βγει κανένας καλός δημοσιογράφος από τις σχολές δημοσιογραφίας. Για τις σχολές κινηματογράφου δεν είναι το ίδιο. Είναι σχολές όπου διδάσκεται η ιστορία του κινηματογράφου. Οι περισσότεροι σκηνοθέτες δεν είχαν ποτέ καμία σχέση με την Ανώτατη Σχολή Κινηματογράφου της Γαλλίας (Institut des Hautes Etudes Cinématographiques). Όλοι οι σκηνοθέτες που προέκυψαν από αυτές τις σχολές, γύρισαν μια, δυο το πολύ ταινίες, εξαιρετικά χαμηλού επιπέδου. Νομίζω ότι καλός σκηνοθέτης γίνεται εκείνος που ξεκινά από ηχολήπτης και φέρνει τους καφέδες, και ο οποίος σιγά, σιγά, μια μέρα αντί για καφέδες φέρνει ουίσκι και στη συνέχεια ανεβαίνει και γίνεται σκηνοθέτης. Είμαι πολύ υπέρμαχος των αυτοδίδακτων ανθρώπων.

Π. Κ. : Οπωσδήποτε. Γιατί διαφορετικά όλοι οι μυθιστοριογράφοι θα έβγαιναν από τις Grandes Écoles, το οποίο δεν αποκλείεται βέβαια, αλλά δεν είναι ο πιο ενδεδειγμένος τρόπος για να αρχίζει κανείς να γράφει μυθιστορήματα. Δεν μπορούμε και να αποκλείσουμε την ύπαρξη του προσωπικού ανθρώπινου ταλέντου, του ιδιαίτερου ταμπεραμέντου του συγγραφέα.


Μ. Ντ.: Έχω πάντα την ανάγκη ενός ξένου βλέμματος, το οποίο θα κρίνει το βιβλίο. Και δυστυχώς αυτό απουσιάζει σήμερα από τον εκδοτικό χώρο σήμερα.

Έχετε κάποιον που διαβάζει τη δουλειά σας εκ των υστέρων ;

Μ. Ντ. : Βέβαια. Την κόρη μου. Εδώ και πολλά χρόνια. Είναι ιδιαίτερα προσεκτική. Και όπως εγώ έχω πολύ, πολύ γεράσει, υπάρχουν στιγμές που δεν είμαι συγκεντρωμένος. Εκείνη μπορεί, εγώ την έμαθα με τον καιρό, να διαβάζει με το αυτί. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Πρέπει το έργο να είναι ξεκάθαρο. Πριν από την κόρη μου, έκανα την ίδια δουλειά με την γυναίκα μου την Σαντάλ. Χρειάζομαι πάντα κάποιον που να εμπιστεύομαι. Στο παρελθόν στους εκδοτικούς οίκους της Γαλλίας, υπήρχαν κάποιοι κρυφοί άνθρωποι, που διάβαζαν τα βιβλία, και είχαν άποψη, η οποία ήταν σεβαστή από όλους. Έτσι ήταν ο Κλοντ Γκαλιμάρ, ο οποίος ήταν και στενός μου φίλος. Ερχόταν κάθε χρόνο να με βρει οπουδήποτε. Ήταν πολύ σεμνός, σχεδόν ντροπαλός, όμως δυο, τρεις φορές μου επεσήμανε πράγματα που δεν είχα δει, όπως το να κόψω 50 σελίδες, μια φορά. Και είχε δίκιο.


Μου θυμίζει την περίπτωση του Κατσίμπαλη, τον οποίο αναφέρετε συχνά στο βιβλίο σας Οι σελίδες στην Ελλάδα.

Ακριβώς. Ο Κατσίμπαλης δεν έγραψε ποτέ. Στα 20 χρόνια της γνωριμίας μας δεν μου έγραψε ούτε μια φορά. Είχε γοητεύσει πολλούς Γάλλους εκείνη την εποχή στην Ελλάδα. Μιλούσε άπταιστα αγγλικά, γαλλικά, δεν μπορείτε να φανταστείτε. Αυτό ήταν η πολύ μεγάλη Ελλάδα. Η λογοτεχνία έχει ανάγκη τέτοιων ανθρώπων όπως ο Κατσίμπαλης. Οι ποιητές ίσως περισσότερο. Όταν ένας ξένος ερχόταν στην Ελλάδα, τους καθοδηγούσε στις επιλογές τους. «Αυτό πρέπει να μεταφραστεί», έλεγε.
Hμερομηνία δημοσίευσης: 21-11-04

Δεν υπάρχουν σχόλια: