Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2008

Η γενιά μου των τίμπερλαντ, των λιβάις και των νάικι.

Δεν έχω ζήσει περιόδους οικονομικής στέρησης. Είχα την μοναδική τύχη για μια γενιά της νεότερης ευρωπαϊκής ιστορίας να μην ζήσω πόλεμο, κακουχίες και πείνα. Βλέποντας σήμερα την έκρηξη της αγωνίας και της οργής του κόσμου απέναντι στο ενδεχόμενο μιας κρίσης που δεν έχει ακόμη ξεμυτίσει στη χώρα μας προβληματίζομαι και νιώθω ενοχές.
Ιδιαίτερα όσο αφορά τα παιδιά, που όπως και η δική μου γενιά, ούτε έχουν υποφέρει, ούτε στερήθηκαν ποτέ τίποτα, αλλά αντίθετα μεγαλώσαμε με τη νοοτροπία του παιδιού της διαφήμισης αυτοκινήτου, που εμφανίζεται να απαιτεί να ανάψει με τη φωνή του το φως, υπακούοντας στη βούλησή του.
Ξεσηκωνόμαστε και θέλουμε να εξαφανίσουμε τον κόσμο επειδή το βιοτικό επίπεδο της δικής μας γενιάς θα είναι χειρότερο από εκείνο των γονιών μας.
Αισθάνομαι ότι βιώνω διαφορετικές εκδοχές της συγκλονιστικά αποκαλυπτικής ρήσης του ήρωα του «Υπογείου» του Ντοστογιέφσκι, η οποία αποδίδει επακριβώς τον ψυχισμό, το θυμικό και την ιδιοσυγκρασία του νεωτερικού ανθρώπου: «Ας πίνω εγώ το τσάι μου κι ο κόσμος να χαθεί» (από μνήμης).
Ο άνθρωπος που καταδικάζει εκ προοιμίου κάθε κοινωνική αντίδραση, κάθε έκφανση της αγωνίας και του θυμού του κόσμου για την απόλυτη παρακμή αυτής της χώρας, όσο και εκείνος που αφήνει την οργή του ή την καταστρεπτική του βούλησή για δύναμη να ξεχειλίσει και βγαίνει στους δρόμους κι όποιον πάρει ο χάρος, (είτε αστυνόμος, είτε κουκουλοφόρος) αποτελούν τις δύο όψεις του ντοστογιεβσκικού νομίσματος.
Εχω την λανθασμένη ενδεχομένως εντύπωση ότι οι φτωχοί και κακοπαθημένοι, οι άνθρωποι που μαζεύουν στα μουλωχτά μετά το τέλος της λαϊκής τα πεταμένα, μισοσάπια φρούτα και λαχανικά των μανάβηδων, οι άνθρωποι που έχουν πραγματικά πονέσει και υποφέρει στη ζωή τους τρέφουν ένα σεβασμό για τον διπλανό τους, ακριβώς διότι ψυχανεμίζονται ότι ο πόνος και η κακουχία δεν είναι αποκλειστικό τους προνόμιο.
Πριν ελαχίστων, ψυχοπαθολογικών συνήθως περιπτώσεων, δεν καταστρέφουν αλλότριες περιουσίες, ούτε κατεβάζουν τζαμαρίες χάριν παιδιάς. Είναι οι πονεμένοι άνθρωποι της αναγκαστικής εγκράτειας, που έχουν συμφιλιωθεί από νωρίς με τη φθορά και τον θάνατο, οι φτωχικά ντυμένοι και συνεσταλμένοι που σταματούν να δώσουν ένα ακριβοθώρητο κέρμα στον ζητιάνο της γωνίας που όλοι μας προσπερνάμε βιαστικοί. Είναι οι άνθρωποι που αντιτάσσουν ένα «έχει ο Θεός» στους ζοφερούς καιρούς, πάνω στο οποίο στηρίζονται και προχωράνε.
Παρακολουθώντας τα συνεχιζόμενα επεισόδια, τις διαμαρτυρίες μιας μερίδας κόσμου που ξέρει ότι αυτό το ρημαδιασμένο και καταληστευμένο κράτος, αυτή η ψωροκώσταινα δεν έχει τα μέσα να εγγυηθεί ευημερία και ψηλό βιοτικό επίπεδο σε όλους, ψάχνω να διακρίνω τον επιδιωκόμενο στόχο. Η πανελλήνια διαμαρτυρία, έκρηξη αγανάκτησης για τον απαράδεκτο και πέρα για πέρα παράλογο χαμό του 15χρονου έγινε νομίζω αισθητή τοις πάσι.
Οι αδιάφοροι (πολίτες και πολιτικοί) θα εξακολουθούν να αδιαφορούν, όσες πορείες και καταστροφές κι αν γίνουν. Το μήνυμα του το δηλώνει (περίτρανα) κανείς μία, άντε δύο φορές. Μετά από τόσο καιρό το τοπίο και το μήνυμα αρχίζουν να θολώνουν, τα πράγματα και η πραγματικότητα να χάνει το νόημά της.
Σε τέτοιες στιγμές γυρεύω αποκούμπι στη λογοτεχνία. Στα λιγοστά μεγάλα κείμενα που υπάρχουν για να μου υπενθυμίζουν ότι στην ιστορία της ανθρωπότητας σε τούτη τη γη, οι άνθρωποι που αδικήθηκαν, υπέφεραν και εξοντώθηκαν από τις κακουχίες ή κακούργο χέρι ανθρώπου πολύ περισσότερο απ' ότι σήμερα εμείς, ήταν αναρίθμητοι. Πραγματικά μιλιούνια. Επιστρέφω στο μνημειώδες έργο «Αναμνήσεις από την Κολυμά» του πολύπαθου Βαρλάμ Σαλάμωφ, ο οποίος επέζησε 17 εφιαλτικών χρόνων στο χειρότερο γκούλαγκ της Σιβηρίας και ψελλίζω κι εγώ «δόξα το Θεό» φυλλομετρώντας τις σελίδες του.
Όταν αντιλαμβάνεσαι ότι υπήρξε στην ιστορία τόπος και χρόνος, απόλυτου εξευτελισμού της ανθρώπινης φύσης, ουσίας ή παρουσίας, απόλυτης διαγραφής του ανθρώπινου ψυχισμού, του ανθρώπινου πρόσωπο, όταν αντιλαμβάνεσαι ότι υπήρξαν άνθρωποι που οδηγήθηκαν στο έσχατο σημείο φθοράς, εκεί που η ζωή κι ο θάνατος ταυτίζονται σαν δυο μαύρα συνώνυμα, που είτε ζεις, είτε δεν ζεις είναι το ίδιο και το αυτό, τότε σβήνει η οργή κι εξαφανίζεται κάθε ανάγκη διεκδίκησης τα του εαυτού. Τότε έρχεται σαν θείο δώρο, σαν εξαγνισμός το κλάμα για τον απύθμενο πόνο του ανθρώπου.

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

Salve Regina

Ερχόμενος αντιμέτωπος με τα έκτακτα γεγονότα των τελευταίων ημερών, γεγονότα που διεκδικούν μια παραμόνιμη σχέση με το παρόν, μια θέση τακτικού συμβάντος και καθημερινού τρόπου βίου, αισθάνομαι μια βαριά και σκοτεινή θλίψη να μου πιέζει το στέρνο. Δεν είναι λίγες οι στιγμές τις τελευταίες μέρες που νιώθω την καρδιά μου βαριά σαν πέτρα να τη σφυροκοπάει ένας οξύς πόνος, ενώ η σκέψη του θανάτου αγκυλώνει το αριστερό μου χέρι μέχρι τ' ακροδάχτυλα.
Έχω την αίσθηση ότι ο θάνατος που αποπνέουν τ' αποκαΐδια υψώνεται σαν μαύρος καπνός πάνω από την πόλη και διεισδύσει μέσα από όλους τους πόρους του κορμιού μαυρίζοντας την ψυχή μας ως την ψίχα.
Ο θάνατος του 15χρονου ως μη αναστρέψιμο γεγονός, ο θάνατος μιας ολόκληρης κοινωνίας μετά από μια 20ετία επιθανάτιου ρόγχου και το χειρότερο ο θάνατος κάθε δυνητικής ανθρώπινης συν-εννόησης και σχέσης καθώς η κάθε μεμονωμένη, λίγο πολύ συναισθηματικά φορτισμένη και ενίοτε υπογείως κινούμενη, ύπουλη συμφεροντολογική άποψη, διεκδικεί αυτόχρημα το προνόμιο της αδιάσειστης και αδιαμφισβήτητης αλήθειας. Κάθε άλλη άποψη, οπτική, κριτική ή αντίρρηση αντιμετωπίζεται ως ύποπτη, δόλια και ακραία. Ο εκφραστής της εξοστρακίζεται αυτομάτως στο απώτατο άκρο, στο περιθώριο της «κοινωνίας», στην ολοένα διογκούμενη μάζα των αποδιοπομπαίων και απόβλητων τράγων.
Θάνατος είναι ότι ο καθένας από μας σχηματίζει ένα αυτόνομο, περίκλειστο ολοκληρωτικό είναι. Δέκα εκατομμύρια ψυχές υψώνουν από ένα μπαϊράκι ατομικού ολοκληρωτισμού. (Ο ηθικός σου θάνατος η ζωή μου).
Είμαστε ήδη αρκούντως ανέραστοι ώστε να γεμίζουμε τα ιατρεία των λογής ψυχαναλυτών και θεραπευτών. Αρκούντως δυστυχείς και μόνοι, μέσα στο πλήθος, μέσα στο ζευγάρι, την οικογένεια ή ολομόναχοι μέσα σ' ένα τριάρι, ώστε να μην αντέχουμε κι άλλες κομμένες ή καμμένες γέφυρες.
Πέρα από τη συζήτηση σχετικά με την υπερβολική ή όχι βία της αστυνομίας, την αδρεναλίνη των μαθητών που ανάβει ευκολότερα απ' το πετρέλαιο των μολότωφ, δίνοντας ώθηση στην πέτρα• πέρα απ' το γόρδιο δεσμό του δίκαιου ή του άδικου της κάθε πλευράς, με πιάνει πανικός στη σκέψη ότι επικροτώντας τη βία (είτε ως απότοκο ενός καταπιεσμένου δίκιου, είτε ως αυτοδικία) γαλουχούμε τους αυριανούς πολίτες, τους αυριανούς στυλοβάτες της κοινωνίας ταΐζοντας τους το ξινισμένο γάλα της βίαιης διεκδίκησης για την άμεση ικανοποίηση των απύθμενων απαιτήσεων του «Εγώ». Διαμορφώνουμε δυστυχισμένους ανθρώπους, ανίκανους να προσφέρουν ή ακόμα και να ζητήσουν, έτοιμους να ξεσηκωθούν και να αρπάξουν στην παραμικρή αντίσταση που θα συναντήσουν.
Όμως τα σημαντικότερα πράγματα σε τούτο το βίο, όλα εκείνα που δίνουν χαρά και ευτυχία στη ζωή, ο έρωτας, η αγάπη, η σχέση με τους ανθρώπους, τον κόσμο και τα πράγματα δεν είναι ποτέ προϊόν βίαιης διεκδίκησης. Τα σημαντικότερα πράγματα στη ζωή είναι πάντοτε προϊόν σχέσης, προσφοράς, ενίοτε θυσιαστικής διάθεσης, υποχώρησης έναντι της ευεργετικής παρουσίας του άλλου.
Οι άνθρωποι που δεν μαθαίνουν να υποχωρούν, να δημιουργούν πισοπατώντας λίγο χώρο για τον άλλο, καταλήγουν ανίκανοι να αγαπήσουν και να σχετιστούν. Καταλήγουν δυστυχείς και μόνοι. Η ζωή ή είναι μια διαρκής δεξίωση κάποιου άλλου ή ένα κενό που αδυνατούν να παραγεμίσουν όλα τα υλικά αγαθά του κόσμου.
Θάνατος είναι να μεγαλώνεις συνειδητά ανθρώπους ανίκανους να αγαπήσουν και να δοθούν. Ανθρώπους κουρδισμένους μόνο να αρπάζουν ό,τι η ζωή τους «οφείλει».

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008



Βουβός πόνος δίχως σχόλια.
Μια κοινωνία, μια χώρα πνέει τα λοίσθια ύστερα από δεκαετίες παρακμής.

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2008

Ξεφύλλισμα ή Ξεφλούδισμα;

Στην εποχή της δραματικής συρρίκνωσης του αναγνωστικού κοινού, της ταύτισης της ανάγνωσης με το ξεφύλλισμα περιοδικών, η το σκέτο ξεφύλλισμα, ξεχνάμε ότι το διάβασμα είναι μια πολυεπίπεδη διαδικασία. Η γραμμική ανάγνωση εξελίσσεται ταυτόχρονα με ένα ξεφλούδισμα ή βάθεμα μέχρι τον πυρήνα του βιβλίου.

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2008

“A novel is never what it is about“
Graham Greene

εποχούμενος Έλλην

Δεν είναι τυχαίο που ο σύγχρονος Έλληνας νιώθει ελεύθερος μόνο κλειδαμπαρωμένος μέσα στο αυτοκίνητό του. Ούτε βέβαια πως όσο πιο θηριώδες είναι το αυτοκίνητο, όσο περισσότερο θυμίζει τανκ ή απόρθητο φρούριο, τόσο πιο λεύτερος και ζωντανός αισθάνεται κι εκείνος. Τρέχει με δαύτο στους δρόμους λες κι είναι μόνος στον κόσμο. Επειδή είναι μόνος πίσω από το τιμόνι. Γι' αυτό και στα φανάρια όλοι οι οδηγοί σκαλίζουν περιπαθώς τη μύτη τους. Ο Έλληνας νιώθει ελεύθερος όσο αισθάνεται απόλυτα προστατευμένος πίσω από τόνους λαμαρίνας ή πλαστικού. Οσο μεγαλύτερη είναι η θωράκιση του οχήματός του, τόσο θεριεύει και ο εγωισμός του. Οσο μεγαλύτερο είναι το αυτοκίνητο, τόσο μεγαλύτερη και η αίσθηση της αδάμαστης κι ακάματης δύναμης του 'Εγώ', η αίσθηση της εξασφαλισμένης κατίσχυσης επί πάντων και πασών.
«Δεν σταματάει ποτέ κανείς να διαβάζει, ακόμη κι αν τα βιβλία τελειώνουν, με τον ίδιο τρόπο που δεν σταματάει κανείς να ζει, ακόμη κι αν ο θάνατος είναι ένα βέβαιο γεγονός»

Ρομπέρτο Μπολάνιο Πουτάνες Φόνισσες

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2008

Ερμηνεία κοινών τόπων του Λεόν Μπλουά

Γάλλος λιβελογράφος και μυθιστοριογράφος, γεννήθηκε στο Περιγκέ στις 11 Ιουλίου 1846 και πέθανε στις 3 Νοεμβρίου του 1917. Μαθητής και φίλος του συγγραφέα Ζιλ Μπαρμπέ Ντ’Ορεβιγί. Μυείται, χάρη στην επιρροή του συγγραφέα των Διαβολογυναικών στον καθολικισμό το 1896. Είναι ένας από τους μεγαλύτερους στυλίστες της γαλλικής γλώσσας. Τα κείμενα του Μπλουά διακατέχονται από ένα υπερφυσικό σφρίγος και ένα λεκτικό σθένος που δύσκολα συναντά κανείς στα γαλλικά γράμματα. Τα σημαντικότερά του έργα είναι Η Σωτηρία από τους Εβραίους, Ερμηνεία των Κοινών Τόπων, Προσβλητικές Ιστορίες, Η φτωχή γυναίκα, Οι τελευταίοι πυλώνες της Εκκλησίας.

Πρέπει να είναι κανείς πρακτικός.

Αν βασιστεί κανείς αποκλειστικά τα λεξικά, θα μπορούσε να πιστέψει ότι έχουμε να κάνουμε πολύ απλά με μια έννοια σε αντιδιαστολή με μια άλλη που θα πρέπει να ονομάσουμε θεωρητικός κι οποία εκτός των άλλων δεν χαίρει καμίας ιδιαίτερης εκτίμησης.
Υπ’ αυτή την έννοια ο πρακτικός άνθρωπος θα ήταν το εργαλείο για την υλοποίηση μιας ιδέας ή την εφαρμογή ενός νόμου. Ο κατ’ εξοχήν πρακτικός άνθρωπος θα ήταν ο δήμιος.
Όμως δεν πρόκειται για αυτό.
Στη γλώσσα του Αστού, γλώσσα πολύ ιδιαίτερη, την οποία θα πρέπει να τρέμουμε ότι δεν θαυμάζουμε αρκετά, το να είναι κανείς πρακτικός σημαίνει ένα σύνολο ηθικών αρχών, μια στάση ζωής. Λέμε ότι ένας άνθρωπος είναι πρακτικός, όπως θα λέγαμε ότι είναι ενάρετος, μαζί με μια υποψία περιφρόνησης για την αρετή.
Κατά βάθος ο πρακτικός άνθρωπος είναι ο πραγματικός ημίθεος αστός, ο μοντέρνος αντικαταστάτης του Αγίου του Συναξαριστή. Η πλειοψηφία των σύγχρονων αγαλμάτων ηγέρθησαν για να τιμήσουν πρακτικούς ανθρώπους από άλλους πρακτικούς ανθρώπους, εξαιρετικά σώφρονες, οι οποίοι ξυπνούν πάντοτε πολύ πρωί.
Ένας ιδιοκτήτης που βάζει να πετάξουν στο δρόμο, εν μέσω του χειμώνα, αρρώστους και πεινασμένους, είναι οπωσδήποτε ένας πρακτικός άνθρωπος, ιδιαίτερα δε, αν είναι εκατομμυριούχος, και όσο πιο εκατομμυριούχος είναι, τόσο πιο πρακτικός είναι. Αυτό που τοποθετεί αυτόν τον άνθρωπο τόσο ψηλά, είναι ότι έχει καρδιά, συχνά μάλιστα μια πολύ ζεστή καρδιά, την οποία ξέρει να κρύβει γενναιόδωρα. Υπάρχουν άνθρωποι που προμηθεύουν με ακαθαρσίες τα νοσοκομεία ή γαλατάδες που δηλητηριάζουν, βρέξει, χιονίσει, εκατόν πενήντα παιδιά και οι οποίοι κερδίζουν με αυτό τον τρόπο πολύ χρήμα. Ε, λοιπόν, όλοι αυτοί οι άνθρωποι ξεχειλίζουν από αγάπη. Όμως είναι δέσμιοι της απαράβατης αρχής. Πρέπει κανείς να είναι πρακτικός.
Άλλος κανόνας χωρίς εξαίρεση. Ένας άγιος δεν μπορεί ποτέ να είναι πρακτικός άνθρωπος.

Πρέπει να συμπεριφερόμαστε κοσμίως

Αυτός ο Κοινός Τόπος ενσκήπτει από τον προηγούμενο. (Τείνω χείρα βοηθείας ). Μπορεί να υπάρξει άραγε μεγαλύτερη ασέβεια προς την Κοσμιότητα από ένα τεντωμένο χέρι ; Ένας αγροίκος που σέβεται τον εαυτό του μπορεί να επιδοθεί στις μεγαλύτερες απρέπειες και να ξεχαστεί – ή να θυμάται τον εαυτό του, ό,τι θέλει ο καθείς – μέχρι που να κάνει μπροστά στις κυρίες βρωμιές που η, αιδώς μου, γνωστή τοις πάσι, μου απαγορεύει να περιγράψω λεπτομερώς. Εάν έχει χρήματα, θα του πουν, μην ενοχλείσθε, παρακαλώ συνεχίστε. Ακόμα κι αν το θελήσει, ένας πλούσιος δεν μπορέσει ποτέ να συμπεριφερθεί σαν αγροίκος. Του είναι τόσο αδύνατο, όσο και το να εισέλθει στο Βασίλειο των Ουρανών.

Ποτέ δεν είναι αργά για να κάνει κανείς το καλό.

Αντίδραση του επιρρήματος «πολύ». Να που βρισκόμαστε για άλλη μια φορά σε δύσκολη θέση. Είναι πράγματι δυνατόν να μην είναι ποτέ πολύ αργά ; Πρέπει, άραγε, να πιστέψουμε ότι υπάρχει μια ώρα, όπου είναι αρκετά αργά, χωρίς να είναι πολύ αργά και μια άλλη ώρα όπου είναι πολύ νωρίς και η οποία θα ήταν η κατάλληλη για να κάνει κανείς το κακό ; Αυτή η τελευταία ώρα, ή τόσο σημαντική, πότε αρχίζει και πότε τελειώνει ; Πρέπει, άραγε, να αποσπασθώ από τον εναγκαλισμό της αμαρτίας στις πέντε και μισή το πρωί, για να σπεύσω να πέσω στις έξι παρά τέταρτο σ’ εκείνον της αρετής ; Είναι άραγε, αρκετά νωρίς, ή κάπως αργά, ή μήπως αρκετά αργά, χωρίς να είναι πολύ αργά ; Θα έκανα καλύτερα να περιμένω μέχρι τις επτά το βράδυ ή μέχρι τα μεσάνυχτα ;
Αλλά ας τα αφήσουμε αυτά. Περί τίνος πρόκειται κατ’ ουσίαν και τι ακριβώς είναι οι Κοινοί Τόποι, αν όχι η γλώσσα του Αστού ; Η γλώσσα του αστού, σκεφτείτε λοιπόν λιγάκι ! Οπότε τι απλούστερο ; Και τι μπορεί να σημαίνει να κάνει κανείς το καλό, αν όχι να κάνει εκείνο που επιθυμεί ο Αστός, εκείνο που του αρέσει, εκείνο που είναι αποδοτικό γι’ αυτόν, εκείνο που διατάζει με τις εντολές του, και τίποτα παραπάνω ;
Είναι παραδείγματος χάριν, απολύτως βέβαιο, ότι εάν θελήσετε να σας σπάσουν τα μούτρα για κείνον και να του δώσετε όλα τα υπάρχοντά σας, θα σκεφθεί ότι κάνετε το χρέος σας, λιγάκι αργά, ίσως, αλλά όχι πολύ αργά. Αντίθετα, εάν βρει τρόπο να σας πάρει τα χρήματά σας, το σπίτι σας, τη γυναίκα ή ακόμα και το πετσί σας και αυτό του φαίνεται χρήσιμο ή απολαυστικό, δεν έχετε να πείτε κουβέντα. Κάνει πολύ καλά, εξαιρετικά καλά, και ακριβώς τη ώρα που πρέπει, καθώς είναι η ώρα, που βρίσκεται στο μεγάλο του κέφι, η οποία δεν έρχεται ποτέ πολύ αργά.
Σκοτώνω τον χρόνο μου
Στη γλώσσα του Αστού, σκοτώνω τον χρόνο μου, χρειάζεται να το πω ; σημαίνει απλά διασκεδάζω. Όταν ο Αστός βαριέται, ο χρόνος ζει ή ανασταίνεται. Είτε το καταλαβαίνετε, είτε όχι, αυτή είναι η αλήθεια. Όταν ο Αστός διασκεδάζει, εισερχόμαστε στην αιωνιότητα. Η διασκέδαση του Αστού είναι σαν τον θάνατο.

Δεν έχω ανάγκη κανέναν

Επομένως, είμαι Θεός. Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτό είναι το αναγκαίο συμπέρασμα σχεδόν κάθε κουβέντας του αστού. Το έχω υπογραμμίσει αρκετές φορές. Οι Κοινοί Τόποι εισχωρούν με αυτό τον τρόπο ο ένας μέσα στον άλλο, όπως οι σωλήνες του τηλεσκόπιου, ή τα βαγόνια μιας ταχείας, πάνω στην οποία προσκρούει ένα εμπορικό τρένο. Είναι διασκεδαστικό για τον θεατή, αλλά με την συνεχή επανάληψη γίνεται πληκτικό. Το αναμάσημα είναι, δυστυχώς, το σχεδόν απροσπέλαστο εμπόδιο ενός βιβλίου αυτού του είδους. Ελπίζω, ωστόσο, ότι θα μου δοθεί η δύναμη για να το ολοκληρώσω. Μη έχοντας την τιμή να είμαι ένας αστός, δεν μου στοιχίζει τίποτε να ομολογήσω ότι έχω ανάγκη όλο τον κόσμο, αρχίζοντας συγκεκριμένα από τον Αστό, ο οποίος μου παρέχει το υλικό μου και, που μολαταύτα ανήκει στο πολυκύμαντο είδος των ανθρώπων, ανταμείβοντας έτσι με μια κάποια ποικιλία τον προσεκτικό παρατηρητή.

Όλα έρχονται στην ώρα τους όταν κανείς ξέρει να αναμένει.
Μια χριστιανική οικογένεια. Το καλύτερο κομμάτι προσφέρεται στον πατέρα. Χωρίς να το αγγίξει, ο πατέρας το προσφέρει στη μητέρα. Η μητέρα το δίνει στα παιδιά, τα οποία το δίνουν σε έναν φτωχό, ο οποίος το ρίχνει στα σκυλιά.
Τα σκυλιά ξέρουν να αναμένουν το Σώμα του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού

Δεν θέλω να πάω σαν το σκυλί στ’ αμπέλι

Είναι δόκιμο να αναρωτιέται κανείς και να ρωτά μάλιστα και τους άλλους, γιατί ένας άνθρωπος, ο οποίος έζησε τη ζωή του σαν γουρούνι έχει την επιθυμία να μην πάει σαν το σκυλί στ’ αμπέλι.
Κατ’ αρχάς τι σημαίνει πάω σαν το σκυλί στ’ αμπέλι ;
Σύμφωνα με τις αρχές, αυτό συνίσταται στο να εγκαταλείπει κανείς αυτό τον τερπνό κόσμο αδιάβαστος, και να πηγαίνει γραμμή στο νεκροταφείο, χωρίς καμία θρησκευτική τελετή. Ο Αστός, ο οποίος δεν θέλει να πάει σαν το σκυλί στ’ αμπέλι πρέπει λοιπόν να καλέσει να φέρουν ένα παπά, ει δυνατόν τον ιερέα της ενορίας του, στον οποίο θα μιλήσει για το φόρο εισοδήματος, τα πλεονεκτήματα της μαζικής καλλιέργειας του κολοκάσιου, των αρνητικών συνεπειών της μαστίχας στις μασέλες του ιπποπόταμου ή της μεγάλης αναγκαιότητας για μια καραμπινάτη μεταρρύθμιση στην υποχρεωτική διδασκαλία της Καμτσαντάλ. Η εκδήλωση αυτή της χριστιανικής πίστης, δίδει μετά θάνατον το δικαίωμα στον εξομολογούμενο να βάλει να κουβαλήσουν το λείψανό του στην εκκλησία, και να συνοδευθεί από ένα φαιλόνιο έως το νεκροταφείο, εφόσον η οικογένεια δεν κάνει πίσω μπροστά στο κόστος.
Όλα αυτά, είναι άραγε ανάγκη να το πω ; γίνονται για τα μάτια του κόσμου. Πεθαίνουμε για τα μάτια του κόσμου ακριβώς για να αποφύγουμε να πάμε σαν το σκυλί στ’ αμπέλι. Είτε το καταλαβαίνετε, είτε όχι, όλη η αλήθεια βρίσκεται εδώ.
«Στα παλιά μου τα παπούτσια η θρησκεία, λέει ο έμπορος σπόρων, όμως δεν θέλω να πάω σαν το σκυλί στ’ αμπέλι».
Απ’ αυτό εξαρτάται η πελατεία του μαγαζιού του, εφόσον πρόκειται για σκεπτόμενους ανθρώπους. Εάν δεν είναι σκεπτόμενοι, το συμφέρον του μαγαζιού απαιτεί, αντίθετα, το αφεντικό να ψοφήσει σα σκυλί. Όμως αυτό σπανίως γίνεται στις συνοικίες όπου οι άνθρωποι ξεφαντώνουν.

Είναι ευτυχής, δεν υποφέρει πλέον άλλο.

Η Αγία Επιτροπή του Κανονικού Δικαίου, ένα από τα μελανότερα έλκη στο πρόσωπο της Παποσύνης, απαιτεί, συνήθως, υπέρογκα ποσά. Μια τελετή αγιοποίησης στοιχίζει περίπου διακόσια χιλιάδες φράγκα.
Ο Αστός αγιοποιείται τζάμπα. Μόλις αρχίσει να όζει, οι συγγενείς και φίλοι ανακοινώνουν πολύ απλά, ότι είναι ευτυχής. Είναι αλήθεια ότι δεν τον θέτουμε σε λαϊκό προσκύνημα, αλλά δεν τον απασχολεί ιδιαίτερα. Η ουσία για κείνον είναι να είναι ευτυχής, δηλαδή να μην υποφέρει το κρέας του, γιατί, όσο αφορά στην ψυχή, δεν την ένοιωσε ποτέ.
Αυτό είναι όλο, η διαδικασία ολοκληρώθηκε. Καμία έρευνα για τις αρετές του τεθνεώτος, ούτε και για τα θαύματά του. Καμία ανάγκη προσφορών, ούτε πολυδάπανων δώρων, ούτε και παπικών εγκυκλίων. Ο πρώτος τυχόν γείτονας αντικαθιστά πολύ αποτελεσματικά εκκλησιαστικούς εισαγγελείς, δικαστές, καρδινάλιους και τον Ύπατο Ποντίφικα. Όταν προφέρει την φράση, είναι ξεκάθαρο ότι όλα πάνε μια χαρά και ότι ο θανών δεν έχει να ανησυχεί για τίποτα.
Η «πρόοδος της επιστήμης», εξάλλου, ήρθε να προσφέρει τη βοήθειά της στους νεκρούς, απελευθερώνοντας τους από την επιθανάτια αγωνία της πρόωρης ταφής. Το κρεματόριο, πιο καθησυχαστικό και διεκπεραιωτικό από το Requiem, έχει άλλη χάρη. Παλαιότερα, οι άνθρωποι έτρεμαν μην τυχόν και ξυπνήσουν στο χέρι του τρομερού Κριτή. Τρέμουμε σήμερα, μην τυχόν και ξυπνήσουμε μέσα στο λάκκο, μέσα στις τέσσερις σανίδες του φέρετρου. Υπό το καθεστώς του παλαιού τρόμου, οι άνθρωποι δεν σταματούσαν να προσεύχονται, υπό το καθεστώς του σύγχρονου άγχους, μας κανονίζουν στα γρήγορα.
Οι εργαζόμενοι ρίχνουν τις στάχτες σας, ανακατωμένες, εικάζω, με τρίμματα πυρακτωμένου κάρβουνου και καρβουνοσκουριά σε μια τεφροδόχο, φέρουσα μιαν απαρηγόρητη ετικέτα, στην πλευρά της οποίας, γίνεται ενίοτε λόγος αντάμωσης. Τότε, «δεν χρειαζόμαστε πια τίποτα», δεν υποφέρουμε πλέον, ήμεθα «ευτυχείς».

Η δυστυχία έχει και τα καλά της.

Η δυστυχία των άλλων, αυτό είναι προφανές. Αυτό είναι και το μοναδικό καλό. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς κάτι καλό που τυχαίνει σε έναν γείτονα στην εξοχή, παραδείγματος χάριν, από το οποίο θα μπορούσαμε να ωφεληθούμε. Απόδειξη, ότι η ευτυχία των μεν, δεν φέρνει την ευτυχία των δε, όπως πολύ σωστά λέει ένας άλλος Κοινός Τόπος, σχεδόν ταυτόσημος.
Ο καλύτερος σας φίλος κληρονομεί ξαφνικά πολλές εκατοντάδες εκατομμύρια φράγκα. Ε, λοιπόν ! είναι πιθανό ότι δεν θα αποσπάσετε ούτε ένα σεντ. Ίσως μάλιστα να δοκιμάσει να σας ξαφρίσει, διότι ακριβώς σας μοιάζει σαν αδελφός.
Αυτό που είναι αδιαμφισβήτητα καλό, είναι να βλέπει κανείς τον πλησίον του να υποφέρει. Είναι καθαυτό καλό, κι είναι καλό λόγω των συνεπειών του, καθώς ένας αποτελειωμένος άνθρωπος είναι ένας άνθρωπος που μπορεί να φαγωθεί. Κι όπως είναι γνωστό τοις πάσι, δεν υπάρχει κρέας, ούτε καν εκείνο του γουρουνιού, που να είναι τόσο νόστιμο.

Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2008

Ο πολιτισμός ως ψυχαγωγία

Ένας από τους κοινούς πλέον τόπους (lieux communs), που διαφεντεύουν τον νεοελληνικό μας βίο εν είδη αξιωμάτων, επανερχόμενος περιοδικά χάρη στο επωφελές έργο των σύγχρονων ιεροφαντών, των στατιστικολόγων, αποτελεί και η επισήμανση ότι οι Νεοέλληνες δεν διαβάζουν βιβλία. Κι αντ’αυτού περνούν τις ελεύθερες ώρες τους μπροστά στην τηλεόραση. Αυτή η κοινοτοπία συνοδεύεται πάντοτε από την εγγενή απαξίωση της τηλεόρασης και των τηλεθεατών από τους διανοούμενους και μια μόνιμη μεμψιμοιρία για την υποβάθμιση της τέχνης και του βιβλίου στις σημερινές κοινωνίες.
Η απαξίωση του βιβλίου και κατά προέκταση της τέχνης ή του πολιτισμού (μια κατ’ εξακολούθηση κακοποιούμενη λέξη) ενυπάρχει εν σπέρματι στο θεμελιακό δίπολο, επί του οποίου εδράζεται αυτή η κοινοτοπία : την αντιδιαστολή τηλεόρασης-βιβλίου, ή τηλεόρασης-θεάτρου, κλπ. Η παραδοχή αυτή κρύβει μια αντίληψη της τέχνης, ή του «πολιτισμού» ως ψυχαγωγίας, ή οποία με τη σειρά της έχει λάβει σήμερα τη σημασία της διασκέδασης, του «σκοτωμένου χρόνου». Συνεπώς το ζήτημα έγκειται στο κατά πόσο κανείς επιλέγει ωφέλιμους ή ψυχωφελείς τρόπους να περνάει τον χρόνο του. Αυτής της αντίληψης δημιούργημα (επί χούντας) είναι και το υπουργείο Πολιτισμού, το υπουργείο παραγωγής και χρηματοδότησης «πολιτιστικών εκδηλώσεων». Λες και με τον όρο «πολιτισμός» μιλούμε για μια δραστηριότητα στις παρυφές της ζωής, δηλαδή της πολιτικής και των «επιχειρηματικών υποθέσεων», όπως θα έλεγε και ο δεξιοτέχνης της ανατομίας των κοινοτοπιών Léon Bloy.
Η ίδια αντίληψη μου φέρνει στο νου μια φράση που απευθύνει ο Σεφέρης στον φίλο του Ζήσιμο Λορεντζάτο, και που γίνεται ολοένα και δυσκολότερα αντιληπτή σήμερα : «Όχι, σκοπός της τέχνης δεν είναι να συγκινεί». Νομίζω ότι ο Σεφέρης προσπαθεί με αυτή τη φράση να εξορκίσει ένα καρκίνωμα, που απειλεί την υπόστασή της τέχνης : την ενδόμυχη εκδοχή της ως «πολυτέλειας». Ως υποκειμενικού θησαυρισμού τέρψεων.
Με μεγαλύτερη ακρίβεια ο Λορεντζάτος, ο σημαντικότερος ίσως κριτικός της λογοτεχνίας των νεότερων χρόνων στη χώρα μας, επισημαίνει ότι η τέχνη δεν είναι «κάτι που τέρπει τα αισθητήρια του σύγχρονου καλλιεργημένου, δίνοντάς του την αισθητική απόλαυση, ένα είδος αφροδίσιο με κριτήριο τι μου αρέσει ή δε μου αρέσει». Γιατί ο περιορισμός της τέχνης στα αμφιλεγόμενα και θολά όρια του ατομικού γούστου του καθενός είναι απότοκος της εκδοχής της ως ψυχαγωγίας, η οποία την υποβιβάζει στο επίπεδο του εστετισμού, δηλαδή του ασήμαντου. Τι αλλάζει αν εγώ προτιμώ τα ορτύκια από τα σουβλάκια ;
Η λογοτεχνία και κατ’ επέκταση η τέχνη υφίστανται ως πραγματικότητες και όχι ως κενές λέξεις, στο ποσοστό που φωτίζουν τη ζωή, ενώ ταυτόχρονα φωτίζονται από αυτή.
Η λογοτεχνία «καμιά φορά βρίσκει τα λόγια και για κείνο που βρίσκεται πέρα από τα λόγια», συνεχίζει ο Λορεντζάτος. Μέσω της τέχνης δια-μορφώνεται ο χαρακτήρας και καλλιεργείται η κρίση μας, μορφοποιούνται τα ερωτήματά μας, δηλαδή η ύπαρξή μας, η οποία αποτελεί ένα ανοιχτό ερώτημα που παλεύουμε να προσεγγίσουμε. Η λογοτεχνία πολεμά να πλησιάσει αυτό που ο Μίλαν Κούντερα ονομάζει υπαρξιακό αίνιγμα, και ο Λορεντζάτος έναν τρόπο ζωής. «Η μεγάλη τέχνη πάντα τροφοδοτήθηκε από μια αρχετυπική αλήθεια, άσχετο αν με διαφορετικό ντύμα σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους», επισημαίνει ο Λορεντζάτος, πηγαίνοντας πιο πέρα.
Το ζήτημα δεν είναι εάν και κατά πόσο νομιμοποιούμαστε να βλέπουμε στην τέχνη και κατ’επέκταση στα πράγματα την δυνατότητα υλοποίησης της απόλαυσής μας, δηλαδή της βούλησής μας – εξάλλου ποτέ δεν θα πάψουμε να αγαπάμε λογοτεχνικά ή άλλα έργα τέχνης μόνο για την απόλαυση που μας προσφέρουν. Το κρίσιμο ζήτημα είναι να μην υποκαθιστούμε την ανάγκη της ανθρώπινης ύπαρξης για «νόημα», με την ανάγκη της κατανάλωσης, της αέναης ικανοποίησης της βούλησής μας. Γιατί αυτή η μυωπία είναι ακυρωτική κάθε πολιτισμού, της έμφυτης τάσης του ανθρώπου για δημιουργία και μοίρασμα. Κι όταν δεν μοιράζομαι, απλώς «ανέχομαι» τον άλλο, ως αντίστοιχο καταναλωτή, μέχρι την αναμενόμενη σύγκρουση συμφερόντων και την κατάρρευση της κοινωνίας της ανεκτικότητας. Δεν έχω ξεφύγει από το θέμα μου. Μιλώ για την άρρηκτη σχέση πολιτισμού και πολιτικής, αναζήτησης νοήματος που ξεπερνά το ζωώδες επίπεδο των ενστίκτων. Ο διαχωρισμός πολιτισμού και πολιτικής, περιεχομένου και φόρμας, όπως αφαιρούμε βίαια το δέρμα από το σφαχτό, και η αυτονόμηση της (πολιτικής) βούλησης κρύβει κακοφορμισμένους εγωισμούς και πείνα εξουσίας. Γι’ αυτό και ο Λορεντζάτος προσεγγίζει τη λογοτεχνία πολιτικά, δηλαδή ως θεμέλιο του πολιτισμού , ως τρόπο ζωής : «Τους λαούς τους εκφράζουν οι κλασσικοί τους, δεν τους εκφράζουν τα κόμματά ή οι κυβερνήσεις».
Στην εποχή της πληροφορίας, όπου η γνώση αντιμετωπίζεται ως πρώτη ύλη για τη συμμετοχή σε τηλεπαιχνίδια γνώσεων , όπου τα βιβλία διαρκούν όσο η μόδα, και το γραφείο των συγγραφέων μεταμορφώνεται σε αλυσίδα παραγωγής, μπορεί κανείς να περάσει μια ολόκληρη ζωή διαβάζοντας σκουπίδια, τα οποία συνήθισε να απολαμβάνει όπως τα πλαστικά μπιφτέκια του fast food. Μπορεί να περάσει μια ζωή χωρίς να ανοίξει τα μάτια σε άλλο κόσμο πέρα από τον φευδεπίπλαστο κόσμο της τηλεόρασης, τον οποίο θα αναζητήσει και θα βρει και στα αντίστοιχα βιβλία του Κοέλιο ή του Αλαίν ντε Μποτόν. Μπορεί όμως και να του γεννηθούν ερωτήματα που δεν καλύπτει καμία στατιστική.

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008

«Η θεμελιώδης πλάνη (...) μοιάζει να βρίσκεται στη ταύτιση κυριαρχίας και ελευθερίας, η οποία θεωρήθηκε πάντα δεδομένη, τόσο από την πολιτική όσο και από την φιλοσοφική σκέψη. (...) η κυριαρχία είαι δυνατή μόνο στον χώρο της φαντασίας, και τίμημά της είναι η απώλεια της πραγματικότητας».
Χάννα Άρεντ Η ανθρώπινη κατάσταση.

Περικοπές λόγω οικονομικής κρίσης

Τα πάνω κάτω σε ξένους τηλεοπτικούς σταθμούς και εταιρίες παραγωγής κινηματογραφικών και τηλεοπτικών έργων φαίνεται πως φέρνει η παγκόσμια οικονομική κρίση. Ωστόσο το έντονο ταρακούνημα δεν φαίνεται να αγγίζει τα μύχια του κόσμου της τηλεόρασης. Η κύρια μέριμνά παραμένει η ίδια: πώς θα βγάλουμε χρήματα. Που σε χαλεπούς καιρούς μεταφράζεται σε: πώς δεν θα χάσουμε χρήματα. Γι’ αυτό και η πρώτη αντίδραση είναι περικοπές στις ανέσεις και στις φιέστες που ενδέχεται να προσβάλλουν το δοκιμαζόμενο λαϊκό αίσθημα. Οπως και λογοκρισία στα κινηματογραφικά σενάρια του υπερβολικού πλούτου και της ευζωίας. Σύμφωνα με τον Independent το BBC αποφάσισε να κόψει τις σαμπάνιες και τα μεγάλα χριστουγεννιάτικα πάρτι. Το βρετανικό κρατικό κανάλι ξόδευε μέχρι χθες 75.000 ευρώ ετησίως από τον οβολό των τηλεθεατών μόνο σε σαμπάνια και τουλάχιστον 315.000 ευρώ σε χριστουγεννιάτικα πάρτι. Οπως όμως όλα τα καλομαθημένα παιδιά στην αντίδρασή της η τηλεόραση φτάνει αμέσως στα άκρα. Εξ ου και το BBC περιόρισε και την δωρεάν προσφορά καφέ και το τσαγιού, που από σήμερα θα παρέχεται μόνο στα στελέχη που μετέχουν σε συσκέψεις που ξεπερνούν το δίωρο. Κόπηκαν επίσης και τα δωρεάν βουτήματα και τα μεσημεριανά σάντουιτς. Οι New York Times φέρνουν στο προσκήνιο τις παρασκηνιακές συζητήσεις των εταιριών παραγωγής του Χόλιγουντ που αφορούν στην προσαρμογή τους στην εποχή της οικονομικής ύφεσης. Δύο είναι οι μεγάλες αντίρροπες τάσεις: η ρεαλιστική, που επιθυμεί να αποδώσει το κλίμα ανασφάλειας και φόβου που γεννούν οι καιροί και η άλλη, που πριμοδοτεί τη φαντασία και την απόδραση από την αλγεινή πραγματικότητα. Η δεύτερη τάση φαίνεται να έχει ήδη ένα σαφές προβάδισμα. Τα κινηματογραφικά στούντιο τάσσονται ανοιχτά υπέρ της στροφής προς τις χαζές κωμωδίες και τα μιούζικαλ. Η βιομηχανία του Χόλιγουντ έχει λάβει τα μέτρα της ώστε να καθυστερήσει την μεταφορά του οικονομικού χάους στην οθόνη. Σε κάθε μεγάλη κρίση (το ίδιο συνέβη κα μετά το ’29 και μετά την 11η Σεπτεμβρίου) η φαντασία φαντάζει ως το μοναδικό ασφαλές καταφύγιο. Η κατεξοχήν απόδραση. Κι η τηλεόραση, ως το κατεξοχήν όχημα των μεγάλων αποδράσεων ξέρει πάντα να κερδίζει πουλώντας εισιτήρια στους κατατρεγμένους.

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008

Η μεγαλύτερη παγίδα είναι η όραση. Γιατί ενώ κανείς νομίζει ότι βλέπει, στην πραγματικότητα δεν βλέπει: ούτε τους άλλους, όπως πραγματικά είναι, ούτε τον εαυτό του. Ούτε τη φύση, ούτε τα μετά την φύση. Γι'αυτό και η α-λήθεια είναι τόσο συνταρακτικό για όλους μας γεγονός.

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

Γιατί η αγάπη ξεφτίζει, αλλά η μελαγχολία όχι;

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2008

Ο Ταρκόφσκι για τη σύγκρισή του με τον Μπέργκμαν

Here is a difference between me and Bergman: for me God is not a mute. I totally disagree with those who claim an aura of films by the Swedish director is present in The Sacrifice. When Bergman speaks of God, he does it in the context of God who is silent, who is not with us. So we have nothing in common, just the opposite. Some of the superficial remarks were made because the actor in the main role had also worked with Bergman or because of the traces of Swedish landscape in my film. People making such claims have not understood anything in Bergman, they don't know what existentialism is. Bergman is closer to Kierkegaard than to problems of religion.

Επίκαιρο

Το τηλεπαιχνίδι «Η στιγμή της αλήθειας» (The Moment of Truth), που προβάλλεται στο αμερικανικό δίκτυο Fox, (και προσφάτως στα καθ’ημάς από τον ΑΝΤ1) ίσως ν’ αποδειχθεί σταθμός στα χρονικά των ριάλιτι. Δεν είναι ούτε παιχνίδι τύχης ή γνώσεων, αλλά ένα σόου με χρηματικό έπαθλο. Πρόκειται για μια ψευδο-ψυχολογική δοκιμασία, όπου οι διαγωνιζόμενοι ανταλλάσσουν ειλικρίνεια με δολάρια. Σκοπός του παιχνιδιού είναι να εξωθήσει «καλούς» ανθρώπους να ομολογήσουν τις ατασθαλίες τους. Οι συμμετέχοντες καλούνται να απαντήσουν ενώπιον φίλων και συγγενών σε προσωπικές ερωτήσεις που τους φέρνουν σε δύσκολη θέση. Οι ειλικρινείς απαντήσεις, που θα επιβεβαιώσει η μηχανή ανίχνευσης ψεύδους, αμείβονται με ποσά από 10.000 δολάρια για την πρώτη, έως 500.000 δολάρια για εκείνη που θα αναδείξει τον μεγάλο νικητή.
Η πρωτοτυπία της εκπομπής αυτής δεν συνίσταται στη χρήση της μηχανής ανίχνευσης ψεύδους αλλά στο ότι αποτελεί μείγμα ψυχοδράματος μπιχεβιοριστικων ριάλιτι σόου, τύπου «Big Brother» και οικογενειακού τηλεπαιχνιδιού τύπου «Deal». Ολα τα τηλεπαιχνίδια έχουν εξ ορισμού ως άξονα το κέρδος. Οι παραγωγοί όμως κάνουν ό,τι μπορούν ώστε να καταφέρουν να μεταμφιέσουν τη φιλαργυρία και να την παρουσιάσουν ως αλτρουισμό. Ένας άνδρας θέλει τα χρήματα για να αγοράσει στη γυναίκα του ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι αρραβώνων. Μια νεαρή γυναίκα θέλει να βοηθήσει την άρρωστη μητέρα της να αγοράσει σπίτι. Τα άλλα παιχνίδια χρησιμοποιούν συζύγους, γονείς και φίλους ως συμβούλους, ανεβάζουν μοντέλα και τραγουδιστές στη σκηνή για να προσθέσουν λίγη ζεστασιά και χιούμορ σε μια πεζή και όχι ιδιαίτερα σκληρή δοκιμασία. Το «Η στιγμή της αλήθειας», αντίθετα, φέρνει τα αγαπημένα πρόσωπα των παικτών στη σκηνή για να υποδαυλίσει την επιθετικότητα και να δημιουργήσει συγκρούσεις. Πρόσφατα ο Τζορτζ, διευθυντής μάρκετινγκ, ρωτήθηκε από τον παρουσιαστή αν φοράει περούκα και εκείνος απάντησε θετικά. Στη συνέχεια τον ρώτησε αν είχε σεξουαλικές φαντασιώσεις όταν παρακολουθούσε την κυριακάτικη λειτουργία κι απάντησε και πάλι «ναι». Τέλος τον ρώτησε αν είναι εθισμένος στον τζόγο κι αυτός έδωσε την ίδια απάντηση. Κι όλα αυτά ενώπιον του αφεντικού, της κοπέλας του και του θείου της. Ο γυμναστής Τάι, απάντησε «ναι» όταν ρωτήθηκε αν αναβάλει την απόφαση να κάνει παιδιά γιατί δεν είναι σίγουρος ότι η Κάτια (με την οποία είναι δυόμισι χρόνια παντρεμένος) θα είναι «η σύντροφος της ζωής του». Μετά την απάντηση, μια γυναικεία φωνή έδωσε την ετυμηγορία. «Η απάντηση είναι... (παρατεταμένος και δραματικός ρυθμικός ήχος) σωστή». Η κάμερα στράφηκε στην Κάτια, που έπαψε να χαμογελά και ψιθύρισε «πεθαίνω εδώ πέρα». Η φίλη της η Έιπριλ γύρισε και τη ρώτησε αναστενάζοντας «αξίζουν 100.000 δολάρια τόσο πόνο;». Όπως αποδείχθηκε, η Κάτια δεν πήρε δραχμή για τον πόνο της. Όταν ο Τάι απάντησε «όχι» στην ερώτηση αν έχει ποτέ του αγγίξει κάποια πελάτισσα πάνω από όσο είναι απολύτως απαραίτητο για τη δουλειά του, το μηχάνημα τον διέψευσε και έχασε όλα του τα κέρδη.
Σε όλα τα άλλα τηλεπαιχνίδια οι διαγωνιζόμενοι επιστρέφουν στη χειρότερη περίπτωση στο σπίτι τους με άδεια χέρια. Στο «Η στιγμή της αλήθειας» ενδέχεται να επιστρέψουν σε ένα σπίτι γεμάτο μίσος.

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2008

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2008

Ο ταμίας ή μετά την αποχώρηση από το ταμείο ουδέν λάθος αναγνωρίζεται

Πόσο αφελής και ανόητη είναι η αντίληψη του Θεού ως καταμετρητή καλών και κακών πράξεων, δίκην ταμία Σουπερμάρκετ, ο οποίος μετά το τέλος του βίου, κόβει και ράβει στον πελάτη έναν λογαρισμό ανάλογα με το πόσο «μεμπτή» ή άμεμπτη» ήταν η πορεία του στη ζωή.

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2008

Στον φίλο ποιητή Γιώργο Χαβουτσά

Όταν ο άνθρωπος πεθαίνει
μεταμορφώνονται τα πορτρέτα του.
Αλλάζει το βλέμμα των ματιών του
και το χαμόγελο στα χείλη του.
Το παρατήρησα επιστρέφοντας
απ' την κηδεία κάποιου ποιητή.
Οι συχνές επαληθεύσεις
επιβεβαίωσαν την υπόθεσή μου.

Άννα Αχμάτοβα 21 Μαϊου 1940

Μελλοντικά (ίσως) επίκαιρο

"τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου" δεν τελειώνουν, αλίμονο, με το τέλος της καταραμένης φτώχειας και της στέρησης, αλλά προχωρούν σε όλο το μάκρος της ζωής και προπαντός στο βάθος της ανθρώπινης ζωής, στερημένης ή όχι.

Ζήσιμος Λορεντζάτος

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2008

«Αχ Μάλτε, φεύγουμε έτσι, και μου φαίνεται πως όλοι είναι αφηρημένοι κι απασχολημένοι και δε δίνουν πολλή πρόσοχή που φεύγουμε. Σαν να' πεφτε ένας διάττων, και κανείς δεν τον πρόσεξε, και κανείς δεν έβαλε με τον νου του μιαν επιθυμία».

Ράινερ Μαρία Ριλκε,

Μάλτε Λάουντριτς Μπρίγκε

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2008

(δυτική) Λογοτεχνία και (δυτική) θεολογία

Ο διϊσμός μορφής - περιεχομένου που ταλανίζει τη λογοτεχνία είναι αντιστρόφως ανάλογος με τον διϊσμό σώματος και ψυχής που κυριάρχεί στην (δυτική, κυρίως) θεολογία. Η δυτική θεολογία εξυμνεί και εκθειάζει την (καθαρή) ψυχή σε βάρος του (ακάθαρτου) σώματος, ενώ στη λογοτεχνία, το έργο ταυτίζεται με την μορφή (το αντίστοιχο του σώματος) σε βάρος του εν πολλοίς αδιάφορου περιεχομένου (το αντίστοιχο της ψυχής). Η κοσμική ζωή παίρνει την εκδίκησή της μετά από αιώνες άγριας και απάνθρωπης ψυχικής και σωματικής καταπίεσης. Η λογοτεχνία πότε θα πάρει το αίμα της πίσω;

Μουσική (νυχτερινού) δωματίου

Ετερόφωτοι άνθρωποι της μεγάλης πολιτείας με το φως των προθηκών των καταστημάτων να προσδίδει μια παραμόνιμη χλωμάδα στα νωπά τους πρόσωπα. Ανθρωποι της νύχτας που βρίσκουν καταφύγιο στο γκρινιάρικο φως - όλο αιχμηρές γωνίες - των νυχτερινών κέντρων και της μπάρας με την εκκωφαντική μουσική που τυφλώνει το βλέμμα. Άσπροι, παγωμένοι διαπεραστικοί ήχοι σαν λευκά είδη υγιεινής, θολά ποτά και καπνός που στομώνουν τη σκέψη και τις αισθήσεις.

Διαπίστωση

Πόσο συχνά δεν περδικλώνωμαι στη γλώσσα μου και πέφτοντας με τη μύτη στο έδαφος σηκώνεται κονιορτός συγκεχυμένων λέξεων και σκέψεων μέσα στο κεφάλι μου.

De la poésie

Στο πεζό ο ρυθμός μπορεί να είναι απλώς και μόνο ο ρυθμός της σκέψης.
Στην ποίηση δεν μπορεί κανείς να τον εγκαταλείψει επί ποινή θανάτου.
Μια ποίηση με ρυθμό μόνο στη σκέψη είναι οπωσδήποτε καταδικασμένη.

Η ζωή ως χαρά και πένθος

«Είτε με την αποθέωση της εδώ ζωής, είτε με την καταδίκη της, νικητής βγαίνει πάντοτε ο θάνατος».

Paul Gadenne Rupture (carnets)

«Ne pas vivre comme un homme sans memoire».

«Να μην ζω σαν άνθρωπος δίχως μνήμη».

Albert Camus Carnets

«On ne pense que par image. Si tu veux être philosophe écris des romans».

«Σκεπτόμαστε μόνο με εικόνες. Αν θέλεις να φιλοσοφήσεις γράψε μυθιστόρημα».

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2008

Αχαμνάδα

Η πονεμένη ευαισθησία μας που τόσο εύκολα ματώνει, σαν τα αδύναμα ούλα σε κάθε βούρτσισμα, πούθε βρίσκει την κυκλώπεια δύναμη να στηρίζει όλη μας την ύπαρξη, να ποτίζει και να ενδυναμώνει όλα μας τα έργα;

Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2008

Η απερίγραπτη δύναμη των λέξεων

Οι λέξεις μοιάζουν με τους βόλους που παίζαμε μικροί. Προσπαθείς να τις βάλεις σε μια σειρά για να εκφράσεις ένα νόημα, όμως εκείνες κυλάνε και σχηματίζουν διαφορετικά σχήματα, που μεταφέρουν παρεμφερή ή και εντελώς διαφορετικά νοήματα από κείνα που επιζητούσες να εκφράσεις.
Πάντα μέσα στις φράσεις θα ξεπετάγονται ορισμένες στενοκέφαλες λέξεις που σε πείσμα του συγγραφέα θα συναδυάζονται απρόσμενα με κάποιες άλλες και θα διατυμπανίζουν όλες μαζί, ανάμεσα στις γραμμές, το δικό τους χαβά: ένα νόημα που δεν είχες προβλέψει.
Οι λέξεις έχουν τεράστια δύναμη. Κυλανε και σε πάνε όπου θέλουν εκείνες. Χρειάζεται υπεράνθρωπη προσπάθεια για να τις βάλεις στη σειρά (σαν άτακτα μαθητούδια) να μιλήσουν τη δική σου, κι όχι τη δική τους γλώσσα. Υπεράνθρωπη προσπάθεια για να πάψουν να σου βγάζουν τη γλώσσα.
Κι αν κάνεις το λάθος και προσπαθήσεις να τις καθυποτάξεις με τη βία, σαν κακός γυμνασιάρχης ή αντίθετα αν γαντζωθείς με νύχια και με δόντια απ' αυτές, θα κυλίσουν, όχι πια σαν όμορφοι διαφανείς βώλοι με το παλ χρωματάκι στη μέση, αλλά σαν μικροί βράχοι και θα σε παρασύρουν μαζί τους στην κατρακύλα. Καμία φορά και μέχρι τον γκρεμό.

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2008

φωτογραφική ομορφιά 2

Κάθε φωτογραφία είναι μια αποτύπωση του θανάτου, το πάγωμα του χρόνου, μιας στιγμής που έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Και κάθε βυζαντινή εικόνα είναι μια αποτύπωση της αιωνιότητας. Δύο αντίρροπες προσεγγίσεις της πραγματικότητας.

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2008

Φωτογραφική ομορφιά

Έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τον άλλο ως άθροισμα ανθρώπινων μελών και όχι ως έναν μοναδικό άνθρωπο, ως ανεπανάληπτη έκφραση εταιρότητας, ως πρόσωπο. Αντιμετωπίζουμε τον άνθρωπο σαν ένα θραύσμα προερχόμενο από έναν θρυμματισμένο κόσμο. Σαν ένα σύνολο αποτελούμενο από πόδια, χέρια, οπίσθια, στήθη, μάτια, μύτη κλπ. Όσο πιο «τέλεια», «αψεγάδιαστα» ή «αρμονικά» είναι τα επιμέρους κομμάτια ή θραύσματα, τόσο πιο «όμορφο» είναι το σύνολο, το εν λόγο (απρόσωπο) άτομο. Η αντίληψη αυτή της ομορφιάς επιβλήθηκε από τη στιγμή που ο άνθρωπος ταυτίστηκε με τη διδιάστατη φωτογραφία του. Όταν η ομορφιά αποσπάσθηκε από τη ζωή και απ-αθανατίστηκε. Έχουμε πλέον μάθει να «βλέπουμε» τους άλλους με την επίπεδη ματιά που «διαβάζουμε» τις φωτογραφίες. Η ομορφιά έχει ταυτισθεί με την ακινησία και κατ' επέκταση με το «πάγωμα» του χρόνου, δηλαδή με τον θάνατο. Κι όπως τεμαχίζουμε τους ανθρώπους σε σύνολο ανθρώπινων μελών (παραβλέποντας πολύ συχνά την έλλειψη χάρης του ανθρώπου που έχουμε απέναντί μας) μαθαίνουμε να ερωτευόμαστε και να «καταναλώνουμε» ερωτικά τον άλλον ως επιμέρους βυζιά, κώλους και μάτια. Γι' αυτό και γρήγορα βαριόμαστε τα γνώριμα πόδια, χέρια και χείλη του ερωτικού μας σντρόφου και στρέφουμε το βλέμμα σε άλλα διαφορετικά ή πιο «τέλεια» οπίσθια ή στήθη. Με τη ίδια ευκολία που ξεφυλλίζουμε και πετάμε το ένα εικονογραφημένο περιοδικό για ένα άλλο. Αν όμως πλησιάσει κανείς τον άλλο, προσπαθώντας να βάλει στην άκρη την υποτιμητική, απ-άνθρωπη και τερατώδη (τέρας είναι το δύσμορφο, το μη αρμονικό σύνολο) λογική κατάταξης των ανθρώπων, ενδέχεται να αντιληφθεί ότι η ομορφιά και το κάλλος είναι ό,τι ακριβώς αδυνατεί να συλλάβει η φωτογραφία. Ότι η ομορφιά είναι και πνευματικό (με την έννοια του ανθρώπινου πνεύματος, της ανθρώπινης πνοής) ζήτημα. Οτι πέρα από την «τελειότητα» (ανύπαρκτη στη φύση, που είναι εξ ολοκλήρυ ταγμένη στη φθορά) της μορφής των επιμέρους τμημάτων, η ομορφιά είναι αυτό που φανερώνεται στις εκφράσεις, στη στάση και στην κίνηση, στους τρόπους και στην άυλη αίσθηση που εκπέμπει ο άλλος. Είναι δηλαδή συνάρτηση της χάρης, της προσωπικότητας, του χαρακτήρα και - τολμώ να πω - και της καλλιέργειας του κάθε ανθρώπου.

Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2008

Στον φίλο Γεώργιο Χοιροβοσκό

- Είναι μακριά μέχρι τον παράδεισο, μπαμπά;
- Όχι. Ο παράδεισος είναι πολύ πολύ κοντά μας. Πολύ πιο κοντά απ΄ότι φαντάζεσαι.
- Πάνε και οι γάτες στον παράδεισο, μπαμπά;
- Φυσικά αγόρι μου, όπως όλα τα ζωντανά. Δεν μπορεί να υπάρξει ανάσταση, αν δεν αναστηθεί και η γάτα μας.

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2008

Περί ειρωνείας 2

Την ειρωνεία την αγαπούν οι πάντες γιατί είναι το πιο αξιόπιστο αερόστατο. Δίνει φτερά, για να πραφράσω μια γνωστή - μικρονοϊκή όπως οφείλουν να είναι όλες τους - διαφήμιση. Ο είρων δεν χρειάζεται να πατάει πουθενά. Τα βλέπει όλα από ψηλά και αφ υψηλού και δεν πλησιάζει τίποτα. Γι' αυτό κη η ειρωνεία συνασπίζεται τόσο συχνά, σαν δυο άτακτα αδέλφια, με το χιούμορ ή το γέλιο. Η ειρωνεία είναι η ίδρυση, ακριβώς, μιας απόστασης. Η αποφυγή κάθε σχέσης - κρυμμένη στο βάθος της βρίσκεται πάντα μια βδελυγμία, ένα αίσθημα σιχασιάς για τον άλλο. Υπενθυμίζω τα λόγια του Μπένγιαμιν ότι η σιχασία είναι πάντοτε σιχασιά επαφής. Όμως αυτός που δεν έχει ποτέ του υποκλιθεί σε κανένα άλλο από το δικό του 'εγώ' διαθέτει ατροφική ή ανύπαρκτη ραχοκοκαλιά.

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2008

«Les hommes libres ne se trouvent point, disons, plus prudemment, peu, dans les salles de cours, et de moins en moins souvent dans les salles de redaction des principaux quotidiens».

Juan Asensio.

in Stalker - Dissection du cadavre de la littérature.
http://stalker.hautetfort.com/
Το θέμα είναι ότι δεν γράφουμε για να αποδείξουμε ότι είμαστε γραφιάδες, ούτε και ζούμε για να αποδείξουμε ότι ζούμε...

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2008


Δεν υπάρχει, νομίζω, άνθρωπος απολύτως εγωιστής. Όπως και δεν υπάρχει άνθρωπος, ούτε καν άγιος χωρίς εγωισμό. Τα πράγματα στη ζωή δεν είναι ποτέ άσπρα ή μαύρα. Αυτά είναι για τους αδαείς και τα μυθιστορήματα της δεκάρας που πωλούνται σήμερα σε διόλου ευκαταφρόνητες τιμές. Ολα τα σοβαρά και τα μεγάλα της ζωής παίζονται στην κόψη του ξυραφιού.
Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς τη συμπεριφορά - κοινότατη - ανθρώπων, που ενώ αγαπούν, φροντίζουν με ουσιαστικές ενίοτε πράξεις τον ή τη συντροφό τους, που ενώ τον νοιάζονται και τον στηρίζουν στα βήματά του, ταυτόχρονα μπορούν να του επιτίθενται για ανούσιες λεπτομέρειες, ακόμα και για υπαρκτά - ανθρώπινα - όμως λάθη, με μια σφοδρότητα που φύεται αποκλειστικά και μόνο στο χωράφι του μίσους; Πως μπορούν να χαίρονται, να ηδονίζοται να τον τσαλαπατούν, στραγγίζονας αργά αργά κι εν γνώση τους την αγάπη του άλλου; Κι όταν τελικά αποξενωνεται στην έρημο που δημιούργησαν μέσα του να τον κατηγορούν για αδιαφορία και απάθεια;
Ισως, διότι ο άνθρωπος καταφέρνει συνήθως να αντιπαλεύσει και να τιθασεύσει ως ένα βαθμό, μέχρις ένα όριο, τον εγωισμό του. Σε πολλές, όμως, πτυχές του εαυτού του ο εγωισμός του, τον νικάει κατά κράτος.

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2008

Περί σωτηρίας

Ο δημοσιογράφος, ο συγγραφέας είναι πρωτίστως ο καλός χειριστής της γλώσσας. Αυτός που παίζει με τις λέξεις όπως ο σαλτιμπάγκος με τις κορίνες του, όπως ο ποδοσφαιριστής με το τόπι του. Δουλειά του είναι να φτιάξει ένα κείμενο που θα μας εντυπωσιάσει. Που θα το απολαύσουμε, θα το γευτούμε και θα γλύψουμε τ' ακροδάχτυλά μας με ικανοποιήση, όπως απολαμβάνουμε έναν εξαιρετικό ελιγμό στην μικρή περιοχή που καταλήγει σ' ένα αναπάντερο και θεαματικό γκολ. Μόνο που στο γράψιμο σήμερα γκολ δεν υπάρχει. Γράφει κανείς για να γράφει. Για να δικαιολογεί τον τίτλο του γραφιά. Γιατί ο τίτλος του συγγραφέα ή του δημοσιογράφου τρέφεται και διατηρείται μόνο από τις δημοσιεύσεις. Το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι το πώς θα πεις ό,τι έχεις να πεις. Κανείς όμως δεν μοιάζει να ενδιαφέρεται για το τι έχεις να πεις. Κάθε περιεχόμενο είναι σήμερα παροδικό, αναλώσιμο και σχετικό. Μια ακόμα άποψη σ' έναν ωκεανό ισάξιων και ισοβαρών απόψεων. Ενα θαύσμα λόγου σ' έναν θρυμματισμένο κόσμο. Τα κείμενά μας δεν σώζουν, δεν καθιστούν τίποτα σώο, δηλαδή ολόκληρο...

μια βιβλιοκριτική


Το μυθιστόρημα του Χουάν Ρούλφο, Πέδρο Πάραμο, το οποίο κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη, είναι από πολλές πλευρές, ένα μοναδικό μυθιστόρημα.
Μοναδικό γιατί είναι το πρώτο και τελευταίο μεγάλο έργο ενός, διάσημου μετά από αυτό συγγραφέα, ο οποίος άδειασε το ποτήρι του μονομιάς. Ενός συγγραφέα που ήπιε τον λόγο μονορούφι, φθάνοντας δια μιας σε μεγάλο βάθος ― εκφραστικής, τεχνικής, περιεχομένου και μορφής…
Μοναδικό διότι, όπως κάθε μεγάλο μυθιστόρημα άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη λογοτεχνία. Θεωρείται και είναι ο πρόδρομος και ενδεχομένως το καλύτερο έργο του λογοτεχνικού ρεύματος που ονομάζουμε «μαγικό ρεαλισμό». Είναι το βιβλίο που ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές αποστήθισε ολόκληρο, το ήπιε κι αυτός μονοκοπανιά : «Εκείνη τη νύχτα δεν μπόρεσα να κοιμηθώ προτού τελειώσω τη δεύτερη ανάγνωση. Ποτέ δεν είχα νιώσει μεγαλύτερη συγκίνηση».
Όπως σημειώνει η δοκιμιογράφος Σούζαν Σόνταγκ, «το μυθιστόρημα του Ρούλφο δεν είναι μόνο ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα, αλλά και ένα από τα βιβλία με τη μεγαλύτερη επιρροή. Είναι ένα κλασικό βιβλίο με όλη τη σημασία του όρου».
Το Πέδρο Πάραμο είναι ένα βιβλίο κλασικό και από πλευράς θεματικής. Αποτελεί έναν επανασχολιαασμό, ενός «κλασικού» μυθικού μοτίβου της λογοτεχνίας, της καθόδου Στον Άδη. Αν οι λέξεις «κλασικό» ή «παράδοση» διατηρούν κάποιο νόημα σήμερα, ιδιαίτερα στην περιοχή της λογοτεχνίας, αυτό εικονίζεται ακέραιο στο εγχείρημα του Ρούλφο. Επανεπισκέπτεται έναν από τους μεγάλους μύθους της ανθρωπότητας με τα μάτια του τόπου του. Μιλώντας για τον τόπο και τους οικείους του, φθάνει στο βάθος της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας, αγγίζει πρωταρχικές χορδές τις ύπαρξης. Το Πέδρο Πάραμο δεν είναι τελικά παρά μια πολυεπίπεδη επίσκεψη.
Η ιστορία ενός γιου, ο οποίος επισκέπτεται το χωριό των γονιών του, υπακούοντας στην παράκληση της νεκρής μητέρας του, αναζητώντας τον πατέρα του. Η ιστορία μιας επίσκεψης στον Άδη, στο βασίλειο του Θανάτου. Και συγχρόνως ένας συγγραφέας που επισκέπτεται έναν κλασικό μύθο. Το κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος δεν είναι ο Πάραμο, αλλά το χωριό Κομάλα. Πρόκειται, όπως λέει ο Ρούλφο για ένα νεκρό χωριό, όπου ζουν μόνο ψυχές. Όλα τα πρόσωπα είναι νεκρά, ακόμα κι ο αφηγητής. Η διάκριση μεταξύ χρόνου και χώρου απεμπολείται. Οι χρόνοι της αφήγησης συγχέονται, το παρόν συνυπάρχει στο ίδιο «επίπεδο» με το παρόν. Η δομή του Πέδρο Πάραμο είναι εξαιρετικά σύνθετη, με συνέπεια το βιβλίο να απαιτεί πολλαπλές αναγνώσεις προκειμένου να μπορέσει ο αναγνώστης να ακολουθήσει τον Ρούλφο στο βάθος των αναζητήσεών του. Ως προς αυτό, το κείμενο του Φουέντες στο Επίμετρο φωτίζει ιδιαίτερα τον αναγνώστη που χάνει τον προσανατολισμό του στο βιβλίο, πράγμα εύκολο.
Οι διαφορετικές αφηγήσεις που μπλέκονται, συνθέτοντας το πρόσωπο του Πάραμο μέσω της ανάδειξης της Κομάλα, περιγράφουν γεγονότα της ζωής, τις αδρότερες πτυχές της. Την αδιέξοδη διαμάχη πάθους και συμφέροντος. Όλα όμως τελικά εγκλωβίζονται στα στενά όρια του θανάτου. Όχι μόνο δεν διαφαίνεται καμία διέξοδος, αλλά ο θάνατος, όντας αναγκαία προϋπόθεση της ανάμνησης, είναι το μοναδικό πεδίο, όπου οι άνθρωποι μπορούν να ακούσουν ο ένας τον άλλο και να ακουστούν. Ο θάνατος ταυτίζεται με τον λόγο. Τα πρόσωπα του μυθιστορήματος έχουν λόγο ακριβώς γιατί είναι νεκρά. Μόνο μέσω της ανάμνησης μπορεί να ξανακερδηθεί ο χρόνος. Γι’ αυτό και η Κομάλα είναι ο Άδης είναι το πραγματικό σπίτι, όλων. Πρόκειται για ένα παιδευτικό μυθιστόρημα, ένα Bildungsroman, όπου ο ήρωας ανακαλύπτει εν τέλει ότι είναι μια σκιά, που συνομιλεί με σκιές αναπλάθοντας ένα χαμένο εξαρχής παρελθόν.
Στην Ομηρική κάθοδο στον Άδη του Οδυσσέα, η σκιά του Αχιλλέα εμφανίζεται έτοιμη να πουλήσει όλο το κλέος του πολεμιστή, (το οποίο νοηματοδοτεί τον βίο του ομηρικού ήρωα) προκειμένου να επιστρέψει ακόμα και ως δούλος, χωρικός φτωχού αφέντη, στη ζωή. Στο μεγάλο μυθιστόρημα του Ρούλφο, υλοποιείται αυτό που ο Κάρλος Φουέντες θεωρεί προϋπόθεση του μοντέρνου μυθιστορήματος : «το παρελθόν πρέπει να εφευρίσκεται όποτε το παρόν πεθαίνει ανάμεσα στα χέρια μας». Προχωρώντας πέρα από τον Προύστ, ο οποίος προσπάθησε να αναστήσει, να ξανακερδίσει το πεθαμένο παρόν, ο Ρούλφο μας λέει ότι δεν μπορούμε παρά να κινούμαστε μέσα στα στενά όρια του θανάτου αναζητώντας τη φωνή μας, προσπαθώντας μέσω της ανάμνησης να δώσουμε λόγο στο χαμένο παρελθόν. Το μεγάλο δώρο του Ρούλφο είναι η εγγύτητα που μας προσφέρει, παρά τη στυφή της γεύση, η ειλικρίνειά του, την οποία δεν προσπάθησε, όπως η μεγαλύτερη μερίδα των συγγραφέων της νεότερης εποχής να διασκεδάσει ή να μασκαρέψει, αντικαθιστώντας την από την πολύ πιο εύπεπτη, αλλά σε μεγάλες δόσεις άνοστη, ειρωνεία. Καθώς «ίδιον της ειρωνείας», τονίζει ο ένθερμος υποστηρικτής της Φουέντες, «είναι το άνοιγμα μιας αβύσσου ανάμεσα στο εγώ και στον κόσμο. Το κενό μετατρέπεται σε σύνδεσμο ανάμεσα στον κόσμο και στο εγώ». Περιδίνηση στο κενό ή ειλικρινής αποδοχή του θανάτου;

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2008

Παλιά συνέντευξη με τον Μισέλ Ντεόν


Ο Μισέλ Ντεόν είναι κοσμοπολίτης. «Ο Μοντένιος με έκανε περίεργο, ο Σταντάλ αντικατέστησε τους τουριστικούς οδηγούς, ο Σατομπριάν, ο Μοράν και ο Κόνραντ μου έδιναν κουράγιο», υποστηρίζει. Ο μυθιστοριογράφος και ακαδημαϊκός, ο οποίος γνώρισε προσωπικά τον Νίκο Καζαντζάκη και θεωρεί την Ελλάδα μια από τις πατρίδες του, βρέθηκε στη χώρα για την ετήσια συνάντηση του περιοδικού για το μυθιστόρημα, L’Atelier du roman που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στο Nαύπλιο. O συγγραφέας πολλών επιτυχημένων μυθιστορημάτων (όπως, «οι σελίδες για την Eλλάδα, τα άγρια άλογα και η ανάβαση της νύχτας», που εκδόθηκαν στη γλώσσα μας από τις εκδόσεις Xατζηνικολή) έχει πάντοτε δίπλα του τα βιβλία των Kαβάφη, Aπολλινέρ, Σεφέρη, τα οποία διαβάζει, όρθιος. Eίναι ένας ευγενής αρχοντικός και προσηνής άνθρωπος. H κουβέντα μας δεν πρόλαβε να αρχίσει και εντελώς απροσδόκητα παρενέβη από την πρώτη κιόλα ερώτηση η μυθιστοριογράφος και συνεργάτης του Atelier, Πωλ Kονστάν. O 85χρονος συγγραφέας δεν έδειξε να αιφνιδιάζεται από την «εισβολή». «Mια κουβέντα με τρεις είναι πάντα πιο ενδιαφέρουσα», πρόσθεσε.


Θεωρείτε ότι η Ελλάδα εξακολουθεί σήμερα να είναι εξωτικός τόπος για έναν Γάλλο;

Μισέλ Ντεόν: Εξωτικός… Σίγουρα λιγότερο από ότι παλαιότερα, αν και παραμένει πολύ, πολύ εξωτικός για τον Δυτικό άνθρωπο, ιδιαίτερα τον δυτικό γαλλικής παιδείας. Εξακολουθεί να είναι ένας άλλος κόσμος για μένα, ο οποίος συνδέεται διανοητικά με την Δύση, αλλά συγχρόνως συνδέεται συναισθηματικά με αυτό που ονομάζουμε Εγγύς Ανατολή. Η Ελλάδα είναι το πρώτο σκαλοπάτι προς την Ανατολή. Το ίδιο ισχύει και για την λογοτεχνία ή την πολιτική, η οποία ορισμένες φορές μου μοιάζει ακατανόητη ως πρακτική. Στην λογοτεχνία διακρίνει κανείς μια διττή υπόσταση, μια επιθυμία να ανήκει κανείς ταυτοχρόνως στη Δύση και στην Ανατολή. Ιδιαίτερα αισθητή και στην ποίηση.

Πολ Κονσταν : Εγώ δεν θα επέμενα στην γεωγραφική συνιστώσα του εξωτισμού. Νομίζω ότι σήμερα η Ελλάδα είναι μια ευρωπαϊκή χώρα. Όσο όμως κι αν αλλάξει, όσο κι αν γίνει ίδια με τη Γαλλία, οι Γάλλοι που θα την επισκέπτονται θα ανακαλύπτουν πάντοτε κομμάτια της ελληνικής μυθολογίας, με την οποία ανατράφηκαν. Η Ελλάδα θα ταυτίζεται πάντοτε με την Αφροδίτη, τον Ποσειδώνα. H Σαλαμίνα, η Ολυμπία, θα είναι πρωτίστως η αρχαία Ολυμπία, η αρχαία Σαλαμίνα.

Τι πραγματικά σας συνδέει με το περιοδικό L’Atelier du roman ;

Μ. Ντ. : Το ότι θέλησαν να απελευθερώσουν το μυθιστόρημα από τα δόγματα, τις απαγορεύσεις και όλες τις δεσμεύσεις που επιβαρύνουν σήμερα την υγεία του γαλλικού μυθιστορήματος. Προσπαθούν να αποκαταστήσουν τους δεσμούς του με το παρελθόν, χωρίς να δεσμεύονται από την επικαιρότητα. Μπορεί ξαφνικά να βγάλουν ένα τεύχος αφιερωμένο σε κάποιον συγγραφέα, ο οποίος έχει πεθάνει εδώ και σαράντα χρόνια και κανείς πλέον δεν ασχολείται μαζί του. Παρότι πρόκειται για έναν πολύ μεγάλο συγγραφέα. Αυτό έκαναν με τον Ζιονό, τον Μαρσέλ Αιμέ. Επιπλέον πολύ σπάνια θα βρει κανείς άρθρο για βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε. Αντίθετα, περιμένουν δυο, τρία χρόνια πριν γράψουν κάτι, γιατί προϋποθέτουν ένα διάστημα στοχασμού πάνω στο βιβλίο. Ξέρετε, όταν ένα βιβλίο εκδίδεται, εμφανίζεται ένα πρώτο καλογραμμένο άρθρο. Στη συνέχεια όλα τα επόμενα άρθρα το αντιγράφουν. Κανένας κριτικός δεν έχει τον χρόνο να διαβάσει. Εάν κατά τύχη έχετε μια ωραία φράση στο βιβλίο σας, θα περιληφθεί στο πρώτο άρθρο και στο δεύτερο και το τρίτο, και ούτω καθεξής. Ενδεχομένως η φράση να είναι καλή, αποδεικνύει όμως ότι ο ένας γράφει διαβάζοντας τον άλλο για να κερδίσει χρόνο.


Το μυθιστόρημα στην εποχή της πολιτιστικής βιομηχανίας, η οποία ήταν και το θέμα της συνάντησης του περιοδικού στο Ναύπλιο, απαντάει στις ανάγκες μας, ή μήπως συντελεί στην δημιουργία βαθύτερων αναγκών ;

Μ. ΝΤ. : Πιστεύω στην αποδέσμευσή μας από ορισμένες υποχρεωτικές ανάγκες ψυχαγωγίας, όπως την τηλεόραση, το ταξίδι, όλα όσα μπορεί να προσφέρει το μυθιστόρημα χωρίς να εγκαταλείπει κανείς την πολυθρόνα του, ή το τραπέζι του. Ξέρετε, εγώ δεν πιστεύω στην βιομηχανοποιημένη κουλτούρα, ιδιαίτερα όσο αφορά το βιβλίο, το οποίο ο καθένας αντιλαμβάνεται ως κάτι πολύ προσωπικό, όπως και το ζήτημα της επιλογής τους είναι πολύ προσωπικό. Παλαιότερα οι βιβλιοπώλες έπαιρναν τους πελάτες από το χέρι και τους έλεγαν : «να ένα πολύ καλό βιβλίο». Σήμερα έχετε τα τεράστια πολυκαταστήματα, όπως η FNAC, όπου θα βρείτε μόνο πωλητές, που θα σας τυλίξουν το βιβλίο σας, θα σας κολλήσουν μια κορδέλα επάνω, θα πληρώσετε και θα φύγετε. Οι βιβλιοπώλες που θα σας μιλήσουν ολοένα και λιγοστεύουν. Παρότι μερικές φορές ορισμένοι βιβλιοπώλες ήταν ενοχλητικοί.

Π.Κ. : Όπως ορισμένοι πελάτες ήταν ιδιαίτερα ενοχλητικοί για τους βιβλιοπώλες… (γέλια)

Μ. Ντ.: Ακριβώς! Είναι το ίδιο πράγμα. Όταν όμως συναντώ καμιά φορά κανέναν, και συμβαίνει που και που, ο οποίος είναι ενθουσιασμένος με κάποιο βιβλίο και επιμένει ότι πρέπει να το διαβάσω, επειδή πραγματικά το αγαπά, συνειδητοποιώ ότι πρόκειται για μια άλλη σχέση με το βιβλίο, την οποία η βιομηχανοποιημένη κουλτούρα δεν μπορεί να αντικαταστήσει. Το γεγονός ότι δεν σχετιζόμαστε όλοι με τον ίδιο τρόπο με τα βιβλία.

Π.Κ.: Γέννημα της βιομηχανίας αυτής είναι και τα βιβλία τύπου βίπερ, τα οποία γράφονται κατά παραγγελία και εκδίδονται μέσα σε τρεις εβδομάδες. Δεν έχετε όμως τη δυνατότητα της επιλογής της πλοκής, του χρώματος των ματιών του ήρωα, ούτε και της επιλογής του λεξιλογίου που θα θέλατε, καθώς απευθύνονται σε ένα αρκετά περιορισμένων απαιτήσεων κοινό. Μην ξεχνάμε την τάση ορισμένων εκδοτικών οίκων, οι οποίοι σε πιέζουν συνεχώς να γράψεις το περίφημο best seller. Πρόκειται για το αποτέλεσμα της μολυσματικής δράσης των «σχολών δημιουργικής γραφής». Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποκλείονται και οι ευχάριστες εκπλήξεις. Του εξαιρετικού βιβλίου που γράφτηκε κατά παραγγελία. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποιο βιβλίο θα ενθουσιάσει το κοινό… Θέλω να πω ότι τα πράγματα διατηρούν ένα μυστήριο, εξαρτώνται και από την τύχη επίσης.

Μ.Ντ. : Εγώ πιστεύω ότι δεν έχει ποτέ βγει ούτε ένας καλός συγγραφέας, με την πραγματική, αριστοκρατική (noble) σημασία της λέξης, από τις σχολές δημιουργικής γραφής, όπως δεν έχει βγει κανένας καλός δημοσιογράφος από τις σχολές δημοσιογραφίας. Για τις σχολές κινηματογράφου δεν είναι το ίδιο. Είναι σχολές όπου διδάσκεται η ιστορία του κινηματογράφου. Οι περισσότεροι σκηνοθέτες δεν είχαν ποτέ καμία σχέση με την Ανώτατη Σχολή Κινηματογράφου της Γαλλίας (Institut des Hautes Etudes Cinématographiques). Όλοι οι σκηνοθέτες που προέκυψαν από αυτές τις σχολές, γύρισαν μια, δυο το πολύ ταινίες, εξαιρετικά χαμηλού επιπέδου. Νομίζω ότι καλός σκηνοθέτης γίνεται εκείνος που ξεκινά από ηχολήπτης και φέρνει τους καφέδες, και ο οποίος σιγά, σιγά, μια μέρα αντί για καφέδες φέρνει ουίσκι και στη συνέχεια ανεβαίνει και γίνεται σκηνοθέτης. Είμαι πολύ υπέρμαχος των αυτοδίδακτων ανθρώπων.

Π. Κ. : Οπωσδήποτε. Γιατί διαφορετικά όλοι οι μυθιστοριογράφοι θα έβγαιναν από τις Grandes Écoles, το οποίο δεν αποκλείεται βέβαια, αλλά δεν είναι ο πιο ενδεδειγμένος τρόπος για να αρχίζει κανείς να γράφει μυθιστορήματα. Δεν μπορούμε και να αποκλείσουμε την ύπαρξη του προσωπικού ανθρώπινου ταλέντου, του ιδιαίτερου ταμπεραμέντου του συγγραφέα.


Μ. Ντ.: Έχω πάντα την ανάγκη ενός ξένου βλέμματος, το οποίο θα κρίνει το βιβλίο. Και δυστυχώς αυτό απουσιάζει σήμερα από τον εκδοτικό χώρο σήμερα.

Έχετε κάποιον που διαβάζει τη δουλειά σας εκ των υστέρων ;

Μ. Ντ. : Βέβαια. Την κόρη μου. Εδώ και πολλά χρόνια. Είναι ιδιαίτερα προσεκτική. Και όπως εγώ έχω πολύ, πολύ γεράσει, υπάρχουν στιγμές που δεν είμαι συγκεντρωμένος. Εκείνη μπορεί, εγώ την έμαθα με τον καιρό, να διαβάζει με το αυτί. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Πρέπει το έργο να είναι ξεκάθαρο. Πριν από την κόρη μου, έκανα την ίδια δουλειά με την γυναίκα μου την Σαντάλ. Χρειάζομαι πάντα κάποιον που να εμπιστεύομαι. Στο παρελθόν στους εκδοτικούς οίκους της Γαλλίας, υπήρχαν κάποιοι κρυφοί άνθρωποι, που διάβαζαν τα βιβλία, και είχαν άποψη, η οποία ήταν σεβαστή από όλους. Έτσι ήταν ο Κλοντ Γκαλιμάρ, ο οποίος ήταν και στενός μου φίλος. Ερχόταν κάθε χρόνο να με βρει οπουδήποτε. Ήταν πολύ σεμνός, σχεδόν ντροπαλός, όμως δυο, τρεις φορές μου επεσήμανε πράγματα που δεν είχα δει, όπως το να κόψω 50 σελίδες, μια φορά. Και είχε δίκιο.


Μου θυμίζει την περίπτωση του Κατσίμπαλη, τον οποίο αναφέρετε συχνά στο βιβλίο σας Οι σελίδες στην Ελλάδα.

Ακριβώς. Ο Κατσίμπαλης δεν έγραψε ποτέ. Στα 20 χρόνια της γνωριμίας μας δεν μου έγραψε ούτε μια φορά. Είχε γοητεύσει πολλούς Γάλλους εκείνη την εποχή στην Ελλάδα. Μιλούσε άπταιστα αγγλικά, γαλλικά, δεν μπορείτε να φανταστείτε. Αυτό ήταν η πολύ μεγάλη Ελλάδα. Η λογοτεχνία έχει ανάγκη τέτοιων ανθρώπων όπως ο Κατσίμπαλης. Οι ποιητές ίσως περισσότερο. Όταν ένας ξένος ερχόταν στην Ελλάδα, τους καθοδηγούσε στις επιλογές τους. «Αυτό πρέπει να μεταφραστεί», έλεγε.
Hμερομηνία δημοσίευσης: 21-11-04

Μεταφράσεις αποσπασμάτων από τη γαλλική έκδοση του Μαρτυρολόγιου: Andreï Tarkovsky Journal 1970-1986, Cahiers du Cinéma, (édition définitive) 2004.

22 Νοεμβρίου 1983 (US. Colorado)
Παλαιότερα όταν έβλεπα αμερικάνικες ταινίες οι οποίες εκτυλίσσονταν στο ύπαιθρο ή σε μικρές επαρχιακές πόλεις, θεωρούσα ότι τα σκηνικά – τα σπίτια, οι δρόμοι – ήταν κακοφτιαγμένα. Τώρα όμως που τα είδα με τα ίδια μου τα μάτια, είμαι πεπεισμένος για το αντίθετο : ολόκληρη η Αμερική είναι μια αχανής Disneyland, ένα αχανές σκηνικό. Τα σπίτια είναι φτιαγμένα από σανίδες. Τα πάντα μοιάζουν εφήμερα, πρόσκαιρα.
(...) Πρέπει να γυρίσουμε ένα κομμάτι του Άμλετ στο Monumet Valley. Αυτό που είναι εντυπωσιακό, είναι ότι σε τέτοιους τόπους όπου θα έπρεπε κανείς να συνομιλεί με το Θεό, οι Αμερικανοί γυρίζουν γουέστερν à la John Ford. (...) Φτωχοί Αμερικανοί, τόσο ελάχιστα πνευματικοί, χωρίς ρίζες, που ζουν σε μια γη με τεράστιο πνευματικό πλούτο, της οποίας δεν γνωρίζουν, ούτε αισθάνονται την αξία.

1-2 Ιουλίου το βράδυ.
Είδα το φρικτό έργο του Αγγελόπουλου «Μεγαλέξανδρος», το οποίο κέρδισε πέρυσι στη Βενετία τον χρυσό Λέοντα. Βαρετό, πολύ μακρύ, κενό, πομπώδες και παράλογο. Εγκεφαλικό, χωρίς καμία αίσθηση της εικόνας, του ρυθμού, της ποίησης. Απίστευτα μικρονοϊκό.

14 Ιουνίου 1981, Αγία Τριάδα Μόσχα.
Γιατί οι έπαινοι μ’ εκνευρίζουν όσο κι οι επικρίσεις; Οι έπαινοι με ταράζουν γιατί όσοι τους κάνουν δεν καταλαβαίνουν κάτι παραπάνω από εκείνον που επικρίνει. Αυτό σημαίνει ότι η ματαιοδοξία μου δεν απορρέει από την εκτίμηση που τρέφω στον εαυτό μου. Δεν υποτιμώ τη σημασία μου, αν και γνωρίζω την αξία μου. Ενδεχομένως δεν πρόκειται καθόλου για ματαιοδοξία, αλλα για τη νοσταλγία του χαμένου αισθήματος της προσωπικής αξιοπρέπειας. Η οποία ποδοπατήθηκε και χλευάστηκε.

15 Ιουλίου 1981
Ο κόσμος είναι προσιτός στα πρωτότυπα πνεύματα. Δεν είναι παρά εν μέρη ερμητικός. Ο κόσμος παρουσιάζει πολλά περισσότερα ανοίγματα προς το απόλυτο, απ’ ότι φαίνεται σε μια πρώτη προσέγγιση – αλλά δεν ξέρουμε να τα δούμε. (...) Η γνώση μας είναι σαν τον ιδρώτα ή τα αποκρίματα, πρόκειται δηλαδή για λειτουργίες που συνοδεύουν την ύπαρξη και δεν έχουν τίποτε να κάνουν με την Αλήθεια.

31 Οκτωβρίου 1981.
Είμαι αγνωστικιστής κι ακόμη παραπάνω: πιστεύω ότι είναι ολέθριο για τον άνθρωπο να ψάχνει να γνωρίσει, γιατί η γνώση είναι η πνευματική εντροπία, μια φυγή εκτός πραγματικότητας προς τον κόσμο των ψευδαισθήσεων. Με αυτόν τον τρόπο πραγματώνουμε κατά κάποιο τρόπο το μέλλον μας, ακολουθώντας τον δρόμο που μας οδηγεί στην καταστροφή. Ο άνθρωπος δεν αναπτύσσεται δεν αναπτύσσεται στη σφαίρα, που θα του επέτρεπε να επιζήσει πνευματικά.


12 Φεβρουαρίου 1986.
Στο Στάλκερ η αγάπη εμφανίζεται ως η μοναδική αξία που υπάρχει πραγματικά και στην οποία αξίζει κανείς να πιστέψει, γιατί είναι η μόνη που είναι πραγματική. Μιλώ για τον ήρωα και τη γυναίκα του, γιατί γύρω τους τα πάντα αποσαθρώνονται...
Πρόκειται για δύο αντίθετες διαισθήσεις – η μια που μας λέει ότι η αγάπη καταρρέει και η άλλη ότι η αγάπη είναι η μοναδική πραγματικότητα – οι οποίες δημιουργούν τη διαφορά δυνατοτήτων, την ένταση και γεννούν το μαγνητικό πεδίο, το οποίο, απ’ ότι φαίνεται να έχει ισχυρή επιρροή στον θεατή του έργου. Δεν μιλώ για δράση με την κυριολεκτική σημασία του όρου, εννοώ ότι αυτό γεννά μια ανησυχία, το νεύρο ταυτόχρονα της αφήγησης και της αντίληψής της. Η αγάπη αφ’ εαυτήν δεν έχει καμία σχέση με την ευτυχία. Όταν συνδέεται με την ευτυχία μεταμορφώνεται σε ένα γεγονός αστικό, κλειστό, γεμάτο σαν το αυγό. Η αγάπη πρέπει να είναι μια ανισορροπία: η ευτυχισμένη αγάπη δεν υπάρχει. Κι αν ακόμα υπάρχει, οι άνθρωποι που τη βιώνουν είναι άνθρωποι που προκαλούν φόβο: μοιάζουν με αυτά τα δύο μισά ορισμένων αντικειμένων, τα οποία κλείνουμε και παραμένουν, χάρη σε μια ξύλινη ή μεταλλική εγκοπή, ερμητικά κλειστά. Τα κλείνουμε και δεν μπορούμε να τα ξανανοίξουμε. Και το αντικείμενο είναι πλέον ένα μόνοι κομμάτι, ακίνητο, όπου δεν μπορεί να εισέλθει τίποτα, ούτε ο ελάχιστος αέρας, το παραμικρό δροσερό αεράκι, όλα μοιάζουν πετρωμένα στο εσωτερικό. Πολύ συχνά, όταν το εξετάζουμε από πιο κοντά, ανακαλύπτουμε τον κρυφό μηχανισμό, ο οποίος είναι ένας τερατώδης μηχανισμός βίας. Όχι, δεν πρόκειται για ευτυχισμένη αγάπη, οι άνθρωποι αυτοί γερνούν γρήγορα και είμαι φρικτό να τους βλέπει κανείς, γιατί η κατάστασή τους έρχεται σε αντίθεση με την κοινή λογική: αυτό δεν είναι δυνατόν. Η αγάπη πρέπει να τοποθετείται στο ύψος των αρχών της ανθρώπινης ύπαρξης (Τολστόι, Ινδουιστές), γιατί δεν είναι εφικτός, είναι ένα ιδανικό.

1986 (χωρίς ημερομηνία)
Γιατί ο Άμλετ εκδικείται; Η εκδίκηση είναι ένας τρόπος με τον οποίο τιμά κανείς τους δεσμούς του αίματος. Ένας τρόπος αυτοθυσίας για τους κοντινούς του ανθρώπους και εκπλήρωσης ενός ιερού χρέους. Ο Άμλετ εκδικείται, όπως ξέρουμε, για να αποκαταστήσει την χαμένη συνέχεια του χρόνου ή μάλλον για να πραγματώσει την ιδέα της αυτοθυσίας. Συχνά εμμένουμε σε πράξεις που μας βλάπτουν, πρόκειται όμως για μια παρεφθαρμένη μορφή αυτοθυσίας, άρνησης του εγώ, χρέους. Πρόκειται για αυτές τις παράλογες στιγμές, όπου συμβαίνει αυτό που ο υλιστής Φρόιντ ονομάζει μαζοχισμό. Αυτό που ο θρησκευτικός άνθρωπος ονομάζει χρέος και ο Ντοστογιέφσκι ανάγκη του πάσχειν. Αυτή η ανάγκη του πάσχειν όταν εμφανίζεται εκτός κάποιου συγκεκριμένου θρησκευτικού συστήματος, μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές ψυχώσεις. Εν τέλη όμως δεν είναι παρά αγάπη. Μια αγάπη που δεν έχει βρει τον τρόπο να σαρκωθεί. Μια αγάπη, όχι φροϋδική, αλλά θρησκευτική. Η αγάπη είναι πάντοτε προσφορά του εαυτού στον άλλον. Και παρότι οι λέξεις «θυσία», «θυσιαστικός» μοιάζουν να έχουν αρνητική σημασία, γιατί τις συνδυάζουμε πάντα με τον άνθρωπο που θυσιάζεται. Στην πραγματικότητα αυτή η πράξη είναι πάντοτε αγαπητική, δηλαδή μια πράξη θετική, δημιουργική, θεϊκή.

13 Μαρτίου 1986.
Η κοινωνική ζωή είναι υλιστική: η οργάνωσή της είναι πραγματιστική, εμπειρική – ενώ τα αποτελέσματα της πνευματικής ζωής είναι πάντοτε αόρατα, αργά και κατευθύνονται προς το εσωτερικό του ανθρώπου. Η υλική ζωή εξελίσσεται ψηλαφητά, όπως στο σκουλίκι. Η πνευματική ζωή έχει μια εξέλιξη συνειδητή, έναν συγκεκριμένο προσανατολισμό- όλα όμως όσα απαιτούν κάποια προσπάθεια παραμελούνται.

Απόσπασμα από συνέντευξη που παραχώρησε στο περιοδικό La France Catholique, 20 Ιουνίου 1986.

Μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ εμού και του Μπέργκμαν: για μένα ο Θεός δεν είναι μουγκός. Διαφωνώ απόλύτα με όσους ισχυρίζονται ότι υπάρχει μια αύρα των έργων του Σουηδού σκηνοθέτη στη Θυσία. Όταν ο Μπέργκμαν μιλάει για τον Θεό, το κάνει σε ένα πλαίσιο ενός σιωπηλού Θεού, ο οποίος δεν είναι μαζί μας. Συνεπώς δεν έχουμε τίποτε κοινό, ακριβώς το αντίθετο. ΄(...) Όσοι προβαίνουν σε τέτοιου είδους ισχυρισμούς δεν έχουν καταλάβει τίποτα από τον Μπέργκμαν. Δεν γνωρίζουν τι είναι ο υπαρξισμός, δεν αντιλαμβάονται ότι ο Μπέργκαμαν είναι πιο κοντά στον Κίρκεγκωρ από ότι στα προβλήματα της θρησκείας.

20 Απριλίου 1976.
Ο Καθρέφτης είναι θρησκευτικός και συνεπώς ακατανόητος για τις μάζες που γνωρίζουν μόνο τον ψυχαγωγικό κινηματογράφο και δεν ξέρουν ούτε να διαβάζουν βιβλία, ούτε να ακούνε μουσική, ούτε να βλέπουν πίνακες...
Οι μάζες δεν ενδιαφέρονται για την τέχνη, έχουν ανάγκη ακριβώς το αντίθετο : διασκέδαση, ψυχαγωγικά θεάματα βασισμένα σε κάποιο ηθικοπλαστικό «θέμα».

30 Οκτωβρίου 1981
Τι είναι ο άνθρωπος; Η προέλευσή του είναι σκοτεινή και η μοίρα του πιο άγνωστη από την αιτία της έλευσής του. Κατά βάθος , αν αγνοήσουμε τις λεπτομέρειες, διαπιστώνουμε ότι η θεωρία της εξέλιξης κι εκείνη της θαυματουργή εμφάνισης του είναι το ίδιο πράγμα – ή μάλλον, έχουν τόσο ελάχιστη σημασία για τον προσδιορισμό της ουσίας του ανθρώπου, καθώς, προφανώς, δεν μπορεί να αναζητήσει κανείς την απάντηση σε αυτό το άλυτο ερώτημα στη υλική σφαίρα, στην αισθητή πραγματικότητα. Και όχι μόνον ο άνθρωπος... Διότι το πρόβλημα, είναι ότι η γνώση του κόσμου δεν έχει καμία σχέση με την σταδιακή ανακάλυψη των αληθινών ή αντικειμενικών νόμων. Στην πραγματικότητα, οι αλυσίδες αυτής της ψευδο-πραγματικής γνώσης ανακόπτουν την φόρα μας προς την αλήθεια –γιατί πρόκειται για μια οδό που πάει από την αλήθεια, εκτός αλήθειας. (...) Θα πουν ότι οι αντίληψη των αισθήσεών μας αποτελούν ένα αξιόπιστο μέσο πρόσβασης στην αλήθεια. θα απαντούσα ότι η αντίληψή μας είναι η αντίληψή μας και τίποτε παραπάνω. Όσο για την αλήθεια, όπως και η πραγματικότητα, δεν έχει καμία άμεση σχέση με την αλήθεια.

Βιβλία διακοπών

Στις διακοπές κυκλοφορούν μ' ένα βιβλίο παραμάσχαλα. Οι διακοπές έχουν ταυτιστεί με το ταξίδι. Γι' αυτό και μόνον τότε επιτρέπουν στον εαυτό τους αυτή τη διπλή παρασπονδία: να ταξιδέψουν και μ' ένα βιβλίο, να βγουν και εκτός πραγματικότητος. Οι υπόλοιπες μέρες, φορούν το επίσημο ρούχο της καθημερινής ρουτίνας, της εργασίας και της ζωής στην πόλη. Είναι οι μέρες του πολύτιμου χρόνου του χρήματος. Το βιβλίο είναι συνυφασμένο με τη σχόλη και την οκνηρία. Με τον άχρονο χρόνο των διακοπών. Εξ ου και αντιμετωπίζεται ως μια εξεζητημένη πολυτέλεια και ιδιοτροπία.

Περί ειρωνείας (1)

Η ειρωνεία είναι σαν το αλκοόλ. Το πολύ σου χαλάει το στομάχι χωρίς να σου προσφέρει καμία θρεπτική ουσία, ενώ οι μικρότερες δόσεις προσφέρουν ενίοτε μεγάλη απόλαυση. Οι εθισμένοι στην ειρωνεία είναι κυνικοί με τάσεις απανθρωπίας, όπως και οι αλκοολικοί.

Οι καιροί επαναλαμβάνονται ή δεν αλλάζουν

«Τα χαρέμια αποτελούσαν «θεσμό» στη διάρκεια του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Συνιστά ασφαλώς ειρωνία το γεγονός πως, για τους Ρώσους ευγενείς, η απόκτηση ενός μεγάλου χαρεμιού ήταν σημάδι της ευρωπαϊκής αγωγής τους. Μερικοί απ' αυτούς, όπως ο Σερεμέτεφ, κρατούσαν τις γυναίκες κοντά τους, προσφέροντάς τους προστασία και πολλά δωρα· κάποιοι άλλοι όμως τις θεωρούσαν απλώς κτήματά τους και τις αντιμετώπζαν όπως τους υπόλοιπους δουλοπάροικους».

Orlando Figes «Ο χορός της Νατάσας, μια πολιτιστική ιστορία της Ρωσίας».

το δώρο της δωρεάς

Όταν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις μας καθορίζουν τις πράξεις μας, και οι υποχρεώσεις απορρέουν από τα δικαιώματα του άλλου, η ζωή είναι ένα άψογα οργανωμένο σύνολο λογικών πράξεων. Αυτό το είδος ζωής είναι, σύμφωνα με πολλούς, ίδιον των προηγμένων χωρών, σημάδι υψηλού πολιτισμού. «Οι προηγμένες χώρες έχουν προβλέψει τα πάντα», θα πει τότε κάποιος. Η οργάνωση όμως αυτή δεν αφήνει κανένα περιθώριο για άσκοπες ή παράλογες (σύμφωνα με τη λογική αυτή) πράξεις. Καμία δυνατότητα για την κατεξοχήν παράλογη πράξη της δωρεάς, που δεν ορίζεται, ούτε καθορίζεται από κάποια υποχρεώση ή δικαίωμα, αλλά (ένεκα που προηγείται της λογικής) προσδιορίζει, συνιστά το κατ' εξοχήν ανθρώπινο.

Ενας πιθανός ορισμός

Όταν κάποια μέρα έρθουμε αντιμέτωποι με τον θάνατο και με το εκκωφαντικό κενό που αφήνει στη ζωή, το μήποτε πληρούμενο, (πρόσωπο με πρόσωπο έρχεται κανείς με τον θάνατο μόνον όταν το πρόσωπο που χάνει φεύγει καθιστά μια περίοδο της ζωή μας οριστικά παρελθόν), τότε στρεφόμαστε σε όλα εκείνα που μας βοηθούσαν να ζήσουμε και σ' όσα θα μπορέσουν να μας βοηθήσουν στο εξής να συνεχίσουμε το βίο μας. Κάποια στιγμή απευθύνουμε και στη λογοτεχνία το ίδιο αγωνιώδες ερώτημα: ποια απάντηση μπορεί να δώσει στον θάνατο;
Τότε αρχίζουμε να ψηλαφούμε το ενδεχόμενο ενός πιαθνού ορισμού της λογοτεχνίας.

Μποτίλια στο πέλαγο

Το θέμα για όσους ασχολούνται σήμερα με τη συγγραφή δεν είναι ότι το να γράφει κανείς είναι σαν να ρίχνει μια μποτίλια μες στο πέλαγος ελπίζοντας ότι θα υπάρξουν παραλήπτες που θα διαβάσουν το έργο του. Αλλά ότι ρίχνει μια μποτίλια σ' ένα πέλαγος που κατοικείται από ανθρώπους που δεν διαβάζουν κι επιπλέον αποφεύγουν τα μηνύματα στα μπουκάλια.

Η αποκάλυψη του προσώπου στην τέχνη



"Διότι σε κάθε πράξη αυτό που κυρίως επιδιώκεται από τον πράττοντα, είτε κινείται από φυσική ανάγκη, είτε από την ελεύθερη βούλησή του, είναι η αποκάλυψη της δικής του εικόνας. Γι' αυτό και όποιος πράττει, εφόσον πράττει, απολαμβάνει το πράττειν. αφού ό,τι υπάρχει επιθυμεί την ύπαρξλη του, και αφού κατά την πράξη η ύπαρξη του πράττοντος κατά κάποιο τρόπο εκτείνεται, κατ΄ανάγκη επακολουθεί η απόλαυση... Έτσι, κανείς δεν πράττει παρεκτός αν πράττοντας καθιστά φανερή την λανθάνουσα ύπαρξή του"
. Dante

Αλεκξαντρ Σολζενίτσιν




Έφυγε ο τελευταίος μεγάλος λογοτέχνης του 20ου αιώνα. Ο άνθρωπος που σκιαγράφησε το όντος ανθρώπινο, την θεόπνευστη ανθρωπιά σε μια νουβέλα: Το σπίτι της Ματριόνα.

«Ο φόβος του θανάτου είναι τυπικό φαινόμενο. Όχι μόνο στη Δύση. Όλοι όσοι ευημερούν τον αισθάνονται. Ο φόβος του θανάτου σκοτίζει το μυαλό. Εκτός κι αν φτάσεις σ' ένα σημείο όπου χάνεις κάθε φόβο και παραδίδεις τον εαυτό σου στο θέλημα του Θεού. Ο θάνατος είναι μια φυσική μετάβαση από μια κατάσταση σε μια άλλη. Σε μια άλλη ζωή. Οι Ρώσοι χωρικοί πάντα το καταλάβαιναν και πέθαιναν εν ειρήνη».