18.12.09

Σπουδαίο μυθιστόρημα


Joseph Roth
Το εμβατήριο του Ραντέτσκι
Εκδ. Άγρα

456 σελ.


Η αμετροέπεια και η υπερβολή στους – μαγαρισμένους από τον διαφημιστικό λόγο - χαρακτηρισμούς που συνοδεύουν αυτονόητα, σαν δεύτερο απαστράπτον περιτύλιγμα, κάθε νέο βιβλίο έχουν σχεδόν καταργήσει τη διάκριση των μεγάλων λογοτεχνικών έργων από την υπόλοιπη παραγωγή. Κι όσα πρόλαβαν να αναγνωριστούν, από την «Ιλιάδα» μέχρι το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» είναι εκείνα που δυσκολευόμαστε σήμερα να ανοίξουμε.
Το «Εμβατήριο του Ραντέτσκι» του ανέστιου γόνου της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, Γιόζεφ Ροτ ανήκει στην παροπλισμένη κατηγορία των γνήσιων αριστουργημάτων του 20ου αιώνα, τα οποία μας υπενθυμίζουν τι είναι λογοτεχνία. Το βιβλίο αφηγείται, μέσα από την εξιστόρηση του βίου τριών γενεών της οικογένειας Τρόττα, τον κατακερματισμό της Αυστροουγγρικής μοναρχίας των Αψβούργων. Αφουγκράζεται ανεπανάληπτα τον επιθανάτιο ρόγχο μιας ολόκληρης εποχής, η οποία σηματοδοτεί το πέρασμα από τις αχανείς αυτοκρατορίες στη θέσπιση αυτόνομων εθνικών κρατών και την εδραίωση του νεωτερικού, εξατομικευμένου υποκειμένου. Πρόκειται για ανάλογο (νοσταλγικό) εγχείρημα εκείνου των κορυφαίων Κεντροευρωπαίων: Τσβάιχ, Χόφμαννσταλ, Μπροχ και Μούζιλ. Το μυθιστόρημα όμως του Ροτ κατορθώνει, νομίζω, να αποδώσει πολύ καλύτερα την μεταιχμιακή εκείνη εποχή των ραγδαίων κοινωνικοπολιτικών αλλαγών απ’ ό,τι για παράδειγμα, οι εμβληματικοί «Υπνοβάτες» οι οποίοι πλήττονται καίρια από τις απόπειρες μορφικής, κυρίως, ανανέωσης του είδους που επιχειρεί ο Μπροχ. Το «Εμβατήριο του Ραντέτσκι» δεν είναι τυπικό ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά κλασικό έργο χαρακτήρων, όπου τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα φιλτράρονται – διασώζοντας έτσι έναν δυσπέλαστο ρεαλισμό – μέσα από τα μάτια των ηρώων. Το μυθιστόρημα είναι διαρθρωμένο σε μια σειρά αντιθετικών ζευγών (πρόσωπα ή πράξεις) με άξονα τη αντιπαραβολή των δύο εποχών: της απερχόμενης ιεραρχικά δομημένης παραδοσιακής κοινωνίας (μετεξέλιξη της μεσαιωνικής), και της επερχόμενης μαζικής ταξικής δημοκρατίας. Ο Σλοβένος ανθυπολοχαγός Τρόττα, ο οποίος στη μάχη του Σολφερίνο σώζει τον Αυτοκράτορα από βέβαιο θάνατο αποτελεί το αρνητικό του εγγονού του, ανθυπολοχαγού Καρλ Γιόζεφ Τροττα, ο οποίος γνωρίζει έναν εξευτελιστικό, άχρηστο θάνατο τις πρώτες μέρες του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, έχοντας δυο κουβάδες νερό – κι όχι το όπλο του – στα χέρια. Ο πρώτος Τρόττα σώζει τον αυτοκράτορα κερδίζοντας τον τίτλο του βαρόνου, εισάγοντας την γενιά του στην αριστοκρατία, ενώ ο εγγονός «σώζει» το μαγαρισμένο από τα μυγοχέσματα πορτρέτο του αυτοκράτορα που κοσμεί επαρχιακό μπορντέλο. Ο εγγονός έχει προηγουμένως παραιτηθεί ατιμασμένος από το στρατό έχοντας εξισωθεί – βουλιάζοντας στα χρέη και στο ποτό – με τον υπόκοσμο της αυτοκρατορίας. Τα πρόσωπα του μυθιστορήματος, τα οποία βρίσκονται στο μεταίχμιο των δύο εποχών βιώνουν την σταδιακή αποσάθρωση των αξιών, ως ξεγύμνωμα κάθε πράξης από το νόημα της, ως σταδιακή εξαφάνιση του νοήματος της ύπαρξης, το οποίο μέχρι πρότινος ενσάρκωνε ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ ως εκλεκτός του Θεού. Ωστόσο, παππούς και εγγονός διακρίνονται στην κρίσιμη στιγμή από την ίδια αυτοθυσία. Ο πρώτος διακινδυνεύει για τον αυτοκράτορα, δηλαδή για την πατρίδα του κι ο δεύτερος για τους διψασμένους απάτριδες συμπολεμιστές του. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για μια αυτοθυσιαστική πράξη που προασπίζει έναν τρόπο ζωής, ενώ στη δεύτερη για μια αυτοθυσία δίχως αντίκρισμα, τον άχρηστο θάνατο, ενός ανέστιου και διαλυμένου ανθρώπου. Ο δεύτερος της γενιάς απόγονος του ήρωα και πατέρας του Καρλ Γιόζεφ, έπαρχος Τρόττα αποτελεί το αντίγραφο του αυτοκράτορα. Στην εκπληκτική σκηνή της συνάντησής τους είναι σαν να βλέπει ο καθένας τους τον εαυτό του στον καθρέφτη. Η αυτοκρατορία πεθαίνει οριστικά με τον θάνατο του αυτοκράτορα και του έπαρχου, τον τελευταίο πιστό υπήκοο της αυτοκρατορίας. Οι ενέργειες και τα πρόσωπα που αντικαθρεφτίζονται στο άδειασμα τους από κάθε περιεχόμενο, απομένοντας κενά κουτιά όπου μέχρι πρότινος έβρισκε τη σωστή του θέση κάθε συναίσθημα, σκέψη και πράξη στην υπηρεσία ενός άκαμπτου ιδεώδους. Εν ολίγοις το παιχνίδι των αντιθετικών ζευγών ανιχνεύεται σε κάθε σχεδόν πτυχή του μυθιστορήματος. Το στοιχείο ωστόσο που αναβιβάζει το «Εμβατήριο του Ραντέτσκι» στο επίπεδο των μεγάλων λογοτεχνικών επιτευγμάτων είναι η αφηγηματική του γλώσσα. «Υπάρχει ένα ποίημα σε κάθε σελίδα του Γιόζεφ Ροτ», επισημαίνει ο συνώνυμός του Μπρότσκι. Οι αναπάντεχες μεταφορές που συχνά εκτείνονται σε ολόκληρη την παράγραφο ή τη σελίδα γενούν μοναδικές εικόνες στήνοντας στα πόδια της αύτανδρη την ζωντανή πραγματικότητα της εποχής. Ορισμένες από τις θαυμάσιες σκηνές του μυθιστορήματος, όπως η επίσκεψη του Καρλ Γιόζεφ στο σπίτι του αστυφύλακα, ή του έπαρχου στην κατοικία του αυτοκράτορα, μένουν εντυπωμένες στη μνήμη. Όπως κάθε σπουδαίο έργο, το «Εμβατήριο» προσφέρει βαθιά αναγνωστική απόλαυση. Είναι από εκείνα που όταν τα διαβάζουν συγγραφείς, ζηλεύουν. Γόνιμα.

16.12.09

Albert Camus, πάντα επίκαιρος συγγραφέας


Ολιβιέ Τοντ
Αλμπέρ Καμύ
Μια ζωή
Εκδ. Καστανιώτης
Σελ. 774

Οι σπουδαίοι συγγραφείς του ενός βιβλίου σπανίζουν. Συνήθως οι λογοτεχνικές κορυφές αναγνωρίζονται ως τέτοιες στο βαθμό που μπορεί κανείς να ανιχνεύσει πίσω τους μια πορεία πεισματικής πάλης με τον εαυτό και την τέχνη τους. Η ευκολία – προϊόν της αναγκαστικής σχετικοποίησης που καλλιεργείται στους πανεπιστημιακούς χώρους χάριν μιας αδήριτης, όσο και ανούσιας, ανάγκης ταξινόμησης – με την οποία ταυτίζουμε έναν συγγραφέα με ένα του έργο, ξεμπερδεύοντας γρήγορα μαζί του συνιστά ανήκεστη σε βάρος του αδικία. Χαρακτηριστικότατο παράδειγμα κατάφορης αδικοκρισίας η ταύτιση του Αλμπέρ Καμύ με τον «Ξένο». Πέρα από το γεγονός ότι «Η πανούκλα» και «Η πτώση» είναι πιθανότατα πιο μεστά και ώριμα μυθιστορήματα, περιπτώσεις σαν τον Καμύ υπερβαίνουν ή αντίθετα ενσαρκώνουν πλέρια μέσα από μια πληθώρα αλληλοσυμπληρούμενων δραστηριοτήτων το πρότυπο του ανθρώπου των γραμμάτων, του ανθρώπου που παλεύει με το νόημα της ύπαρξης και του κόσμου.
Οι βιογραφίες, οι οποίες ως επί το πλείστον απαντούν στην ηδονοβλεπτική ανάγκη ενός απηυδισμένου κοινού να εισβάλει στην ιδιωτική ζωή οιασδήποτε διασημότητας δεν αποτελούν ωφέλιμο συμπλήρωμα του έργου κάθε συγγραφέα. Στην περίπτωση όμως του Αλμπέρ Καμύ, η ζωή του οποίου υπήρξε μια συναρπαστική πορεία, εν ίδει τεθλασμένης γραμμής, μιας ειλικρινούς αναζήτησης της αλήθειας, η αφήγηση του βίου φωτίζει και συμπληρώνει το αξεδιάλεχτο σύνολο που απαρτίζουν ο άνθρωπος, η δράση και το έργο του. Στο μεταίχμιο πολλαπλών ταυτοτήτων, ούτε ολοκληρωτικά Αλγερινός, ούτε απόλυτα Γάλλος, ούτε πραγματικά προλετάριος, μήτε αληθινός αστός, άνθρωπος ζυμωμένος στη σκέψη και στη δράση, ο Καμύ ενσαρκώνει το πιο αυθεντικό πρόσωπο του πνεύματος, του ανθρώπου που σκέπτεται και δρα προσβλέποντας στον φωτισμό της περιπέτειας της ζωής.
Εξ ου και τα έργα, οι αλληλογραφίες και οι βιογραφίες του Καμύ διασταυρώνονται και φωτίζουν το ένα το άλλο.
Διαβάζοντας την ομολογουμένως συναρπαστική βιογραφία που εκπόνησε ο Ολιβιέ Τοντ αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο Καμύ αναφέρθηκε, έστω και ακροθιγώς σε ορισμένες περιπτώσεις, σε όλα τα ζητήματα που απασχολούν την δική μας εποχή. Ακόμα και σε θέματα όπως το ζήτημα της αποικιοκρατίας, τη σχέση της Δύσης με το Ισλάμ, το πρόβλημα του κομφορμισμού και της επανάπαυσης των δημοκρατικών κοινωνιών, τα οποία απασχολούσαν λιγότερο την εποχή του και που στις επόμενες δεκαετίες γιγαντώθηκαν, μετακινούμενα στο επίκεντρο του σύγχρονου προβληματισμού.
Η ζωή μας σημαδεύει όλους μέσω κάποιων συνταρακτικών γεγονότων. Οι άνθρωποι του πνεύματος είναι εκείνοι που γονιμοποιούν αυτή την οδυνηρή – συνήθως – σφραγίδα. Η απώλεια του πατέρα στο γαλλικό μέτωπο τον χειμώνα του ’14, οκτώ μόλις μήνες μετά τη γέννηση του, η βαθιά οικογενειακή φτώχεια (το δώρο της μάνας του στον πρώτο του γάμο ήταν δύο εξάδες λευκά ζευγάρια κάλτσες) και η φυματίωση, που του
άνοιξε τα μάτια στη θνητότητα του ανθρώπου και στο παράλογο του θανάτου, ήταν εκείνα που καθόρισαν την μετέπειτα πορεία και στάση του νομπελίστα συγγραφέα. Ο σεβασμός της ιερότητας της ανθρώπινης ζωής, η ολοκληρωτική αντίθεσή του στον πόλεμο, ο έμπρακτος πόνος για τους φτωχούς και στερημένους, ο αγώνας για την υπέρβαση του παραλόγου υπήρξαν οι καίριοι άξονες προβληματισμού και δράσης του. Η βαθιά μεταφυσική του αγωνία που τροφοδοτούσε από την κορυφή ως τα νύχια και τα βαθύτερα μύχια την ύπαρξή του τον οδήγησε σε εκπληκτικής σαφήνειας συγκερασμούς και συμπυκνώσεις, στην έκφραση ερωτημάτων τρομακτικής μεστότητας.
Συγγενεύοντας στενά με τον Κυρίλοφ του Ντοστογιέφσκι ο Καμύ καταθέτει το εξής μεταφυσικό ερώτημα: «Εχει η ζωή αρκετό νόημα ώστε να μην οδηγηθούμε στην αυτοκτονία;». Η συμπόνια προς τους αδικημένους και τους απελπισμένους οδηγεί τα βήματά του στον κομμουνισμό, όπου δεν κατορθώνει ποτέ να ενταχθεί πραγματικά καθώς όπως λέει «στον κομμουνισμό δεν υπάρχει θρησκευτικό αίσθημα».
Αντιλαμβανόμενος όμως τον κομμουνισμό ως «μια διαδικασία κι έναν ασκητισμό που προετοιμάζει το έδαφος για πιο πνευματικές δραστηριότητες» οδηγείται στον συγκερασμό του κομμουνισμού του καιρού του με τον αλλοτινό χριστιανισμό.
Όπως υπογραμμίζει κι ο Τοντ, ο Καμύ, ο οποίος αφιέρωσε τη διπλωματική του εργασία στον Πλωτίνο και τον Άγιο Αυγουστίνο, αναζητεί έναν μυστικισμό πέραν της κοινωνικής δικαιοσύνης και του αγώνα κατά της ανισότητας». Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει απλουστεύοντας ότι η σκέψη του κινείται μεταξύ δύο καταλυτικών ερωτημάτων: Κατά πόσο μπορεί ο άνθρωπος να γίνει άγιος χωρίς Θεό;» και πώς «επαναστάτης χωρίς να είναι κομουνιστής». Ερωτήματα πίσω από τα οποία υποφώσκει το ζήτημα της ελευθερίας εντός ενός δεδομένα παράλογου κόσμου.
Ο άνθρωπος που επέμενε πως «το μόνο που μπορούμε να αντιτάξουμε στον παραλογισμό είναι η διαύγεια» ήταν ένας άνθρωπος διψασμένος για ελευθερία. Μια ελευθερία άρρηκτα συνυφασμένη με την δικαιοσύνη, τη λυσσασμένη δηλαδή πάλη κατά κάθε μορφής καταπίεση. Μια ελευθερία συνώνυμο της διάσωσης της προσωπικής αξιοπρέπειας, η οποία αποτελεί το ύστατο καταφύγιο της ανθρωπιάς: «η αξιοπρέπεια είναι το αντίθετο της ταπείνωσης», έλεγε. Μια ελευθερία της υπέρβασης της ατομικότητας: «[… ] στη θρησκευτική εμπειρία παραμένει κάτι το αληθινό, όπως και σε οποιαδήποτε άλλη εμπειρία: η προσωπική ζωή έχει μόνο μακρινές σχέσεις με την ευτυχία». Μια ελευθερία που οδηγεί στην αγάπη. «Να δίνουμε όταν μπορούμε. Και να μην μισούμε, αν μπορούμε».
Η αφηγηματική ικανότητα και οι λογοτεχνικές αρετές του Ολιβιέ Τοντ καθιστούν το ογκώδες αυτό βιβλίο συναρπαστικό. Ενώ όμως είναι εξαιρετικός στην εξιστόρηση των γεγονότων, συχνά οι ερμηνευτικές του απόπειρες και το «Συμπέρασμά» του μοιάζουν να περιορίζουν, παρά να διευρύνουν τον προβληματισμό του Καμύ. Εξαιρετικό ωστόσο είναι το κεφάλαιο «Η «βεντέτα» και το «θωρηκτό»», για τη σχέση του με τον Σαρτρ, όπου η στάση που κράτησε απέναντι στις χυδαία υποτιμητικές επιθέσεις του συγγραφέα του βιβλίου «Είναι και το Μηδέν» και στην υπεροψία του Ρεημόν Αρόν καταδεικνύουν το ήθος που διατρέχει, γονιμοποιώντας το, ολόκληρο το έργο του.
Ο Καμύ σημαδεύει, αλλά συνάμα, σε αντίθεση με τον Σαρτρ, υπερβαίνει τα όρια μιας εποχής και μιας γενιάς και γίνεται καθολικός μιλώντας για την ύπαρξη και την αγωνία του ανθρώπου. «Το μοναδικό μεγαλείο του ανθρώπου είναι να παλεύει ενάντια σε ό,τι τον ξεπερνάει», υποστηρίζει μετά το Νόμπελ. Το έργο και η ζωή του ανθρώπου που πικραινόταν διαπιστώνοντας ότι «οι ιδέες μας για τον θάνατο είναι τόσο φτωχές» και πως «για τον θάνατο και τα χρώματα δεν ξέρουμε πώς να μιλήσουμε», νομιμοποιούν, σύμφωνα με τα λόγια του ποιητή Τσεσλαβ Μιλός «την ύπαρξή μας». Ο Καμύ ανήκει στο δυσεύρετο είδος εκείνο των πνευματικών ανθρώπων που με τη ζωή και το έργο τους εξυψώνουν το επίπεδο των γραμμάτων μιας ολόκληρης εποχής. Που μας θυμίζουν ότι η ατελεύτητη πάλη με τις λέξεις έχει νόημα μόνο όταν μας βοηθάει να ζήσουμε.
Η προσεγμένη μετάφραση της κ. Κολαϊτη υπολείπεται, νομίζω, στα σημεία του γαλλικού πρωτοτύπου.

15.12.09

Ταινία τρόμου η επέλαση του ηλεκτρονικού βιβλίου


Με την εμφάνιση του ηλεκτρονικού βιβλίου έγινε πλέον κοινή συνείδηση – σε έναν χώρο όπου τα γεγονότα επιβάλλονται συνήθως ως τετελεσμένα – ότι διανύουμε μια μεταβατική περίοδο σφοδρών και τρικούβερτων αλλαγών, που αναμένεται να μεταβάλλουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε όχι μόνο το έργο τέχνης, το δημιούργημα, το αντικείμενο, το «εμπόρευμα» που λέγεται βιβλίο, αλλά και ό,τι σχετίζεται με αυτό: εκδότες, βιβλιοπωλεία, βιβλιοθήκες, ακόμα και τους ίδιους τους δημιουργούς και τους στυλοβάτες του: συγγραφείς, κριτικούς, εκδότες, βιβλιοδέτες κλπ. Σε συνέντευξη που παραχώρησε προ λίγου καιρού στην «Figaro» ο διευθυντής του μεγαλύτερου και πιο ονομαστού εκδοτικού οίκου της Γαλλίας, των εκδόσεων «Gallimard», Αντουάν Γκαλιμάρ προέβλεψε, εμφανώς βαρυκαρδισμένος, το τέλος ενός προστατευόμενου κόσμου μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. «Το μεγαλύτερό μου άγχος είναι η πειρατεία. Εχοντας δει τι συνέβη στη μουσική, στον κινηματογράφο, αναρωτιόμαστε έντρομοι αν θα γνωρίζουμε κι εμείς με τη σειρά μας αυτή την μάστιγα. Το ηλεκτρονικό όμως βιβλίο θέτει και άλλα ερωτήματα, όπως το ποιος θα το ελέγξει, ποια θα είναι τα δίκτυα διακίνησής του, ποιον ρόλο θα αναλάβουν οι πάροχοι πρόσβασης (οι Google, οι Apple και λοιποί) οι οποίοι δεν αποδίδουν πνευματικά δικαιώματα, που σου παίρνουν το κείμενο μέσα από την τσέπη σου. Πρόκειται για έναν εσμό ανθρώπων που προελαύνουν και δεν ξέρουμε καθόλου τι πρόκειται να συμβεί». Oι Γάλλοι εκδότες προσπαθούν να οχυρωθούν εν όψει της επερχόμενης επιδρομής δημιουργώντας τρεις ψηφιακές πλατφόρμες, Eden (Gallimard, Seuil, Flammarion), Numilog, eEditis, για την ασφαλέστερη διακίνηση του βιβλίου. «Η κυβέρνηση τάσσεται υπέρ της μιας και μοναδικής πλατφόρμας. Προσπαθούμε να ομαδοποιηθούμε. Να υπάρξει τουλάχιστον συμβατότητα ανάμεσα στις πλατφόρμες, ώστε να μπορέσουμε να προβάλλουμε μια κοινή βιτρίνα στους βιβλιοπώλες και στους αναγνώστες». Παρά τους φόβους του κ. Γκαλιμάρ το βιβλίο ως πνευματικό έργο και ως χειροτέχνημα δεν κινδυνεύει. Η πείρα της πειρατείας μας διδάσκει ότι ούτε ο κινηματογράφος καταβαραθρώθηκε, ούτε η μουσική βιομηχανία καταρρακώθηκε. Ωστόσο το βιβλίο-εμπόρευμα είναι πολύ πιο ευπόρθητο και εκτεθειμένο στις αλλότριες επιδρομές. Γιατί (κι αυτό είναι το μεγάλο δώρο των μεταιχμιακών εποχών, ότι αποκαλύπτουν βαθιές κρυμμένες αλήθειες των πραγμάτων) το βιβλίο δεν υπήρξε ουσιαστικά ποτέ αμιγώς εμπόρευμα - υποκείμενο σε μόδες, ικανό να ανταγωνιστεί παντελόνια και κάλτσες ή οικιακές συσκευές σε πωλήσεις - και οι αναγνώστες ποτέ αμιγώς πελάτες. Η ψηφιακή εποχή σηματοδοτεί το τέλος (αν και όχι οριστικό) μιας αντίληψης του βιβλίου τύπου ως «εμπορεύματος» ή «προϊόντος». Το υλικό χάρτινο δημιούργημα δεν θα πάψει να μεσουρανεί στον δικό του όμως ουρανό. Θα επιστρέψει στα δικά του ταπεινότερα μέτρα της και θα πάψει να συναγωνίζεται επί ίσοις όροις τις πωλήσεις περιοδικών. Την εκπλήρωση της φαντασίωσης των υπερ-πωλήσεων θα επωμισθεί –δικαίως - εικονική του εκδοχή, η οποία θα εστιάσει σε αντίστοιχο περιεχόμενο που ζημίωνε το βιβλίο όταν κυκλοφορούσε με χάρτινο σαρκίο. Το ηλεκτρονικό και το χάρτινο βιβλίο θα ζήσουν μάλλον αρμονικό και αγαστό βίο. Οπως το θέατρο με τον κινηματογράφο.

10.12.09

H «συναισθηματική γοητεία» της ποίησης ή τρομάρα να σου 'ρθει


Δεν είναι η τηλεόραση αμοραλιστική.
Η διαφήμιση – ως κατεξοχήν μηχανισμός ολοκληρωτικής προπαγάνδας – είναι εκείνη που στο όνομα της προώθησης συγκεκριμένου προϊόντος δεν ορρωδεί προ ουδενός. Κι επειδή η διαφήμιση μετατράπηκε από υπηρέτη σε δυνάστη της μικρής οθόνης, την οποία χρησιμοποιεί ως μέσο για το ξέπλυμα εγκεφάλων και την παραγωγή ζεστού χρήματος, ό,τι βγαίνει στο γυαλί υφίσταται –συνήθως- ανεπανόρθωτη βλάβη: συρρικνώνεται και ομογενοποιείται ώστε να ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές που το διαφημιστικό μήνυμα έχει επιβάλει στην τηλεόραση. Το πιο πρόσφατο θύμα της διαφήμισης, είναι απ’ ότι φαίνεται, ούτε λίγο, ούτε πολύ, η ίδια η ποίηση. Σύμφωνα με άρθρο του «Guardian» όλο και περισσότερες εταιρίες αναζητούν στην «ποίηση» το νέο μέσο για την βέλτιστη διάθεση των προϊόντων τους. Αφορμώμενος από τη ρήση του ποιητή Ρόμπερτ Γκρέιβς πως «δεν υπάρχουν χρήματα στην ποίηση, αλλά ούτε ποίηση στο χρήμα», ο συντάκτης του άρθρου παρατηρεί ότι η ποίηση ήταν για αιώνες ταυτισμένη με τη ανέχεια, αλλά σήμερα, χάρη στη διαφήμιση, μπορεί να αποτελέσει πηγή κέρδους για τον σύγχρονο περιστασιακό τεχνίτη του λόγου. Πολύ χειρότερο, κι αφάνταστα πιο αποκαρδιωτικό και αξιολύπητο από το γεγονός ότι μέχρι και τα McDonald’s έβαλαν «ποίηση» (δηλαδή ηλίθια τραγουδάκια με ρίμα) στις διαφημίσεις τους, ποντάροντας στην «συναισθηματική της γοητεία», είναι η αντίληψη για την ύψιστη αυτή μορφή λόγου την οποία φαίνεται να ενστερνίζεται μέχρι και ο αρθρογράφος του αφυούς άρθρου. Η «ποίηση» ταυτίζεται με τη ομοιοκαταληξία στη χειρότερη εκδοχή της: τα παιδαριώδη ομοιοκατάληκτα τραγουδάκια. Ο δε «ποιητής» δεν είναι παρά ένας λεξιγνώστης, που απλώς έχει μπει στον κόπο να καταπιεί το λεξικό (στα αγγλογαλλικά υπάρχουν και λεξικά ομοιοκαταληξίας), ένας γοργογράφος λεξιπλόκος που ξεπετάει ένα ποιηματάκι στην καθισιά του. Η ποίηση, ένα περιστασιακό χόμπι για αργόσχολους, που ενδέχεται να αποφέρει εκτός από δόξα και χρήμα...
Δεν είναι η τηλεόραση αμοραλιστική είναι η διαφήμιση ένας δολοφονικός Μίδας.

8.12.09

Αντίο (και στο επανειδείν) Οπρα...


«Και τώρα τι θα γεννούμε χωρίς βαρβάρους;». Σχεδόν καθημερινά επίκαιρος, ο στίχος του αλεξανδρινού ποιητή υπενθυμίζει πρωτίστως (μαζί με τον Ντοστογιέφσκι) την ενστικτώδη τάση του σύγχρονου ανθρώπου να παραδώσει σε ξένα χέρια την ελευθερία του. Να βρει κάποιον που θα αποφασίζει για κείνον, που θα κατευθύνει τη ζωή του. Οι διαφημίσεις του υποδεικνύουν τι θα αγοράζει, οι σειρές και τα ριάλιτι πώς θα ντύνεται, πώς θα διακοσμεί το σπίτι του, οι opinion makers τι θα ψηφίσει και η Οπρα πως θα διακρίνει μεταξύ του καλού και του κακού. Εξ ου και το αγωνιώδες ερώτημα που αναπαράγει η γαλλική «Figaro»: Πώς θα επιβιώσουμε χωρίς την Οπρα; Η Πάπισσα των αμερικανικών τοκ σόου για 23 συναπτά έτη, η γυναίκα με τη μεγαλύτερη επιρροή στις ΗΠΑ σύμφωνα με τους «Times», η πρώτη Αφροαμερικανίδα πολυεκατομμυριούχος ανακοίνωσε ότι το «Oprah Winfrey Show» θα βάλει οριστικά τελεία το 2011. Το φαινόμενο Οπρα, το οποίο αναλύεται ενδελεχώς στα αμερικανικά πανεπιστήμια υπήρξε η πρώτη τηλεοπτική απόπειρα μαζικής ψυχοθεραπείας. Στην Οπρα βγάζει ο καθείς (επώνυμος) τα σώψυχά του. Κι εκείνη χύνει, συχνά, καυτά δάκρυα συμπόνιας, συμπάσχοντας με τους καλεσμένους της. Εκεί επέλεξε το 1993 να σπάσει την σιγή 14 χρόνων ο άλλος λατρεμένος Μαικλ Τζάκσον, ενώπιον 100 εκατομμυρίων τηλεθεατών. Εκεί προσέτρεχαν ηθοποιοί, πολιτικοί, κι εν γένει άνθρωποι δοσμένοι στην προβολή του εαυτού τους, για να ανεβάσουν τα (τηλεοπτικά) ποσοστά τους. Μέσα σε λίγα μόνο χρόνια ολάκερο το αμερικανικό έθνος παθιάστηκε με τη δημόσια έκθεση των πιο μύχιων μυστικών. Σταδιακά η Οπρα από απόλυτος άρχων των τοκ σόου μετατράπηκε σε ιέρεια της μικρής οθόνης. Ολοι οι παραβάτες και αμαρτωλοί που τους έπιαναν με το χέρι στο γλυκό, ξάπλωναν στον καναπέ της κι έπαιρναν συγχωροχάρτι από ένα κοινό που έφτασε και τα 14 εκατομμύρια. Εν συνεχεία μεταμορφώθηκε σε ιέρεια του καλού ξοδεύοντας αφειδώς αρίφνητα ποσά (όχι από τα δικά της που διαρκώς αυγατίζανε) για να στηρίξει πλήθος αναξιοπαθούντων τους οποίους είχε πρωτίστως εκθέσει τηλεοπτικώς. Μην νομίζετε ότι φεύγει. Οχυρώνεται στο δικό της καλωδιακό κανάλι γιατί οι καιροί προμηνύονται δύσκολοι...

4.12.09

Συνέντευξη του Δημήτρη Μαρωνίτη για τη μετάφραση της Ιλιάδας


Η κυκλοφορία μιας νέας μετάφρασης της Ιλιάδας από έναν έγκριτο πανεπιστημιακό φιλόλογο αποτελεί οπωσδήποτε σημαντική είδηση. Μετά από πενταετή κρημνοβασία στην κόψη του ελληνικού λόγου (ενώ για τη μετάφραση της Οδύσσειας χρειάστηκε συνολικά δέκα χρόνια) ο ομότιμος καθηγητής κλασικής φιλολογίας του Αριστοτελείου πανεπιστημίου Δημήτρης Μαρωνίτης ολοκλήρωσε τη μετάφραση των δώδεκα πρώτων ραψωδιών του Ομηρικού έπους (Α – Μ), η οποία κυκλοφορεί σε έναν περίτεχνο τόμο από τις εκδόσεις Αγρα. Ο κ. Μαρωνίτης χαρακτήρισε την Ιλιάδα έπος παραβατικό και εν πολλοίς νεωτερικό, σε αντίθεση με την Οδύσσεια η οποία είναι ένα έπος δελεαστικό, πιο θελκτικό, καθότι ότι στηρίζεται κατά βάση στις αφηγηματικές αρετές, ενώ έδωσε στο στίγμα (τους όρους του στοιχήματος) της δικής του μεταφραστικής απόπειρας. Ανέφερε επίσης ότι βρίσκεται στη μέση της μετάφρασης της ραψωδίας και ότι, όπως υπολογίζει, ο δεύτερος τόμος θα αναρτηθεί στις προθήκες των βιβλιοπωλείων σε περίπου ενάμιση χρόνο.

Δ.Μ. Το πρώτο πράγμα που θα ήθελα κατ’ αρχήν να υπογραμμίσω είναι η σχέση Τρωικού και Ιλιαδικού πολέμου. Είναι δύο πράγματα διαφορετικά. Ο τρωικός πόλεμος, όσο τουλάχιστον μπορούμε να τον υποπτευθούμε από μεταγενέστερα έπη αφορά περισσότερο στην επική παράδοση ενώ η Ιλιάδα και ο ιλιαδικός πόλεμος έχει στοιχεία που θα μπορούσαμε να τα ονομάσουμε νεωτερικά. Ο Τρωικός πόλεμος και αυτά τα κύκλια έπη έχουν μια οριζόντια διάταξη, ενώ ο ιλιαδικός πόλεμος είναι ουσιαστικά μια κάθετη τομή· αν εκεί τα επεισόδια αραιώνονται, εδώ αφάνταστα συμπυκνώνονται, φτάνει να σκεφτεί κανείς ότι όλη η Ιλιάδα εξαντλείται σε τέσσερις μάχιμες ημέρες.
Εντούτοις, αυτό που γίνεται στην Ιλιάδα δεν είναι ένας ηρωολατρικός περιορισμός στο μεγαλείο ή στον ηρωισμό του πολέμου. Το έπος συντίθεται με τη συμβολή και τη σύγκρουση δύο μεγαθεμάτων, που λέω εγώ, του πολέμου αφενός και της ομιλίας αφ’ εταίρου. Η ομιλία είναι η επαφή και η επικοινωνία είτε σε εταιρική μορφή, είτε σε συζυγική μορφή, είτε κάποτε σε παρασυζυγική μορφή. Και αυτό που δείχνει η Ιλιάδα είναι τι προκύπτει από τη συμβολή των δύο αυτών μεγαθεμάτων. Ο πόλεμος φαίνεται να εξαρθρώνει, να καταστρέφει, να ακυρώνει τις ομιλιτικές σχέσεις, να επιβάλλεται απάνω σ’ αυτές δημιουργώντας και εκβάλλοντας σε τραγικά αποτελέσματα, τα οποία αποτυπώνονται και στο τέλος του έπους που έχουμε τους δύο ισόπαλους νεκρούς: τον Πάτροκλο αφενός, και τον Εκτορα αφ’ εταίρου. Από την άλλη καλό είναι να θυμόμαστε ότι ως ηρωικό έπος δεν ακυρώνει το κλέος που κερδίζει ένας ήρωας σ’ αυτή τη δοκιμασία του πολέμου, αλλά το κλέος αυτό δεν ακυρώνει επίσης τον παραλογισμό του πολέμου ως φαινομένου και ποιητικού και κοινωνικού...
Βεβαίως, και τον ορίζει ως παράλογο. Και μάλιστα από ρήση του Διός ορίζεται το παράλογο και αποδίδεται στον παραλογισμό του θεού του πολέμου που είναι ο Αρης. Αλλά και εκ των πραγμάτων η Ιλιάδα ζυγίζεται θα ‘λεγε κανείς ή αντιζυγίζεται, αφενός ανάμεσα στο κλέος και αφετέρου στον παραλογισμό του πολέμου. Εδώ θα ήθελα να τονίσω ότι η εμπάθεια και οι παθολογικές αντιδράσεις στην Ιλιάδα είναι ό,τι πιο μοντέρνο μπορεί κανεις να φανταστεί. Δηλαδή σε αυτή την απόκρουση των δώρων που προσφέρονται μέσω του Οδυσσέα στον Αχιλλέα για να σταματήσει επιτέλους ο θυμός του και η φρικτή αυτή «μήνις», ο λόγος που ακούγεται από το στόμα του Αχιλλέα, ώρες, ώρες είναι σχεδόν ένα παραλήρημα. Ενα καταπληκτικό κείμενο από την άποψη αυτή, αποκαλυπτικό γι’ αυτού του είδους την ικανότητα του ποιητή.

Η μετάφραση της Ιλιάδας σε πεζό κείμενο διαφοροποιεί τη μετάφρασή σας από προηγούμενες όπως π.χ. των Καζαντζάκη-Κακριδή. Ποιες άλλες διαφορές θα εντοπίζατε σε σχέση με αυτές;

Το καλύτερο σχόλιο είναι το απόσπασμα του Τζον Ντον σε μετάφραση Μ. Φραγκόπουλου που θέτω ως motto στο βιβλίο: «Ολη η ανθρωπότητα είναι έργο ενός συγγραφέα και όλη ένα βιβλίο. (...) Άλλα κείμενα μεταφράζονται από την ηλικία, άλλα από την αρρώστια, άλλα από τον πόλεμο, άλλα από τη δικαιοσύνη».

Η μετάφραση που επιχειρώ εγώ είναι προσαρμοσμένη στα δεδομένα της σύγχρονης, της νεωτερικής ποίησης και από στιχουργική άποψη παρακολουθεί το μοντέλο του ελεύθερου στίχου, του ρυθμισμένου στίχου και όχι του παραδοσιακού που μπορεί να είναι ο δεκαπεντασύλλαβος ή ο δεκαεπτασύλλαβος.
Εφόσον κατά κάποιο τρόπο δεν αποδίδεται με παραδοσιακό μέσο ο ρυθμός του κειμένου, αυτό που θα έλεγα η ανάσα του, ο τρόπος που ρυθμίζεται εσωτερικά ο λόγος, το ζητούμενο είναι να βγουν όσο γίνεται πιο καθαρά η αναπνοή του κειμένου ή αργορυθμία του κάπου, η ταχυρυθμία του και η ταχυκαρδία του κάπου, ακόμη κι ένα είδος ανακοπής που μοιάζει ενίοτε το κείμενο αυτό να δημιουργεί και με τα δρώμενα του, αλλά και με τον ρυθμό του. Επομένως ο ρυθμός της μετάφρασης αυτής είναι εσωτερικός και ουσιαστικά σκοπεύει να αποδώσει αυτές τις τροπές της ανάσας μας όταν εκφέρουμε έναν λόγο και όταν ακούμε έναν λόγο.
Το στοιχείο της Ιλιάδας που με ενδιαφέρει πολύ και είναι δύσκολο να αποδοθεί στη μετάφραση είναι το παλαντζάρισμα μεταξύ μιας ιδεατής απογείωσης – ο λόγος συχνά απογειώνεται – είναι λίγο δύσκολο να το εξηγήσω περισσότερο - αλλά αυτό ισοφαρίζεται από μια πολύ συχνή και τολμηρή προσγείωση κυριολεκτικού λόγου, ο οποίος ενίοτε είναι αφάνταστα ωμός και νομίζει κάνεις ότι ακούει έναν σημερινό κυριολεκτικό άγριο λόγο που αποφεύγει παντί τρόπο τη μυθολογική του απογείωση για την οποία μίλησα προηγουμένως.

Μπορεί μια μετάφραση να γεφυρώσει μια απόσταση 3.000 χρόνων που χωρίζουν τον σημερινό αναγνώστη από τον Ομηρο;

Η μετάφραση μαρτυρεί την αμοιβαία φιλοξενία που υπάρχει ανάμεσα στο πρωτότυπο κείμενο και στο μεταφρασμένο κείμενο. Δηλαδή για να καταλάβουμε ακριβώς τι γίνεται, το πρωτότυπο κείμενο μοιάζει να φιλοξενεί το μεταφρασμένο κείμενο, και το μεταφρασμένο κείμενο αντιστοίχως να φιλοξενεί το πρωτότυπο κείμενο. Αυτή η αμοιβαία φιλοξενία είναι ό,τι συγκινητικότερο μπορεί κανείς να φανταστεί και ό ,τι πιο ενεργό στοιχείο ώστε και η μετάφραση και το πρωτότυπο κατά κάποιο τρόπο να ζωογονηθούν από αυτή τη συνάντηση που προκύπτει μέσα από το έργο για το οποίο μιλάμε.

Μας αφορά σήμερα ο Όμηρος και κατά τι; Δηλαδή ο σημερινός αναγνώστης μπορεί να ταυτιστεί με τους ήρωες της Ιλιάδας ή η διαφορά κοσμοαντίληψης είναι αβυσσαλέα;

Το ζήτημα δεν είναι να’ χουμε ένα είδος ταύτισης αυτό του αρχαίου επους με τα σημερινά μας γούστα, γι’ αυτό μιλώ για αμοιβαία φιλοξενία, θα έλεγα ότι το καλό που μπορεί να προκύψει είναι ακριβώς από αυτή την αμοιβαία αντανάκλαση.

Έχει κανείς έναν καθρέφτη απέναντι του μέσα στον οποίο καθρεφτίζεται κι έχει ένα αντικείμενο που καθρεφτίζεται γι’ αυτόν μέσα στον δικό του τον καθρέφτη. Αυτή η συνάντηση είναι πάρα πολύ γόνιμα σε πάρα πολλά επίπεδα και νομίζω αδιαμφισβήτητη. Η Ιλιάδα δε είναι ένα έπος, τόσο ριζοσπαστικό ώστε αποτελεί τη μοναδική εξαίρεση πολεμικού έπους που δεν έχει στο τέλος νικητές και νικημένους.
Περισσότερα πράγματα δεν θα μπορούσε να δώσει ένα σύγχρονο έπος για να ορίσει τον πόλεμο και τα κακά του πολέμου, μαζί βέβαια και με αυτό ό,τι ονομάσαμε στην αρχή «κλέος». Σε ό,τι αφορά το ήθος των ηρώων είναι πάντα πολυσύνθετο και ενίοτε αντιφατικό. Το τυπικό παράδειγμα είναι ο Αχιλλέας. Πιο αντιφατική μορφή δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Με αποτέλεσμα στο προοίμιο του έπους αντί να επαινείται ο κεντρικός ήρωας όπως γίνεται σ’ ένα τυπικό έπος, κατακεραυνώνεται με πάρα πολύ βαρείς χαρακτηρισμούς. Επομένως και εδώ η απάντηση είναι – ευτυχώς θα έλεγα – διφορούμενη. Γενικότερα η Ιλιάδα με την καλύτερη έννοια της λέξης είναι ένα έπος διφορούμενο. Αποκλείει επομένως μανιχαϊκού τύπου και ερωτήματα και αποκρίσεις και με αυτή την έννοια είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να υπάρξει.

Η Ιλιάδα αποτελούσε για αιώνες βασικό σχολικό εγχειρίδιο, θεωρείτε ότι εξακολουθεί να έχει σήμερα παιδευτικό χαρακτήρα;

Θα έλεγα ότι ο τύπος μετάφρασης που επιχείρησα και για την Οδύσσεια και ο τύπος τώρα της μετάφρασης της Ιλιάδας καταργεί τα στεγανά...
Αν κάνει κάποιο καλό είναι ότι προτείνει μια άλλης τάξεως επικοινωνίας μεταξύ σχολικής και εξωσχολικής παιδείας. Αν τα έργα της αρχαίας λογοτεχνίας και γενικότερα, αν θέλεις, τα έργα της λογοτεχνίας, έχουν καταστεί απωθητικά είναι γιατί εγκλωβίστηκαν και παγιδεύτηκαν αποκλειστικά μέσα στον σχολικό χώρο. Αυτό που ενδιαφέρει λοιπόν είναι να σπάσει τα στεγανά αυτά και να δείξει τι επικοινωνία μπορεί να δημιουργηθεί ανάμεσα στους δύο αυτούς χώρους. Να καταλάβουν οι μαθητές ότι ο σχολικός τους λόγος και ο εξωσχολικός τους λόγος δεν είναι δύο πράγματα αγεφύρωτα, αλλά είναι δύο τρόποι έκφρασης που μπορούν και πρέπει να επικοινωνήσουν και να συμπλακούν μεταξύ τους.

2.12.09

Ενα νέο ευφάνταστο ριάλτι


Ο κόσμος της μόδας αποτελεί το τελευταίο ίσως προπύργιο της προκατάληψης, επισημαίνει η Αλεξάνδρα Στάνλεϊ των «New York Times» στο προχθεσινό της άρθρο, ένα πεδίο που κάνει ανοιχτά διακρίσεις σε βάρος ανθρώπων εξαιτίας της εμφάνισής τους. Συνεπώς το εγχείρημα του ριάλιτι σόου «Britain’s Missing To Model» που ξεκινάει την ερχόμενη Τρίτη στο BBC America, βάζοντας ανάπηρες γυναίκες να ανταγωνιστούν μεταξύ τους για μια φωτογραφία στο περιοδικό «Marie Claire» είναι ταυτοχρόνως τολμηρό και ανησυχητικό. Ωστόσο ένα πράγμα μένει σταθερό στην βιομηχανία της ομορφιάς: ένα γραμμάριο λίπους συνιστά μεγαλύτερο εμπόδιο απ’ ότι ένα σακατεμένο άκρο. «Η αναπηρία της Ρεβέκα δεν μου δημιούργησε κανένα πρόβλημα», ανάφερε ο φωτογράφος που φωτογράφησε την 27χρονη Ρεβέκα, μια καστανή καλλονή που γεννήθηκε με παραμορφωμένο γοφό και φέρει τεχνητό μέλος. «Το μόνο που με ενόχλησε είναι πως δεν ήταν σε τέλεια φυσική κατάσταση. Τα περισσότερα μοντέλα είναι πιο καλοσχηματισμένα, πιο αδύνατα, πιο ευκίνητα».
Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια επανάληψη του «America’s Next Top Model», με ελάχιστες εξαιρέσεις. Η σειρά προβάλλει μια παράδοξη συλλογιστική: πρόκειται για έναν διαγωνισμό που σχεδιάστηκε έτσι ώστε να βελτιώσει το προφίλ και την εμπιστοσύνη των ανάπηρων γυναικών στον εαυτό τους, ενώ ταυτόχρονα μετατρέπει σε θέαμα την ανάγκη τους για αποδοχή. Το «Missing To Model» προσπαθεί να αναπτερώσει το ηθικό, απολαμβάνοντας ωστόσο τον ανταγωνισμό γυναικών με προφανείς φυσικές ατέλειες σε ένα επάγγελμα που απαιτεί φυσική τελειότητα, την οποία ένας εκ των κριτών ορίζει κάπως έτσι: «Είναι αυτό που δεν έχει κι ούτε πρόκειται να έχει το 99% του πληθυσμού». Το σόου επιδιώκει να ψυχαγωγήσει, αλλά και να διασκεδάσει του τηλεθεατές. Προσπαθεί να είναι διακριτικό και ψυχοπονιάρικο, όμως τα ριάλιτι είναι εξ ορισμού απάνθρωπα. Ωστόσο τα κορίτσια ενθουσιάζονται εκθέτοντας τον εαυτό τους. «Δεν ξέρω αν ο κόσμος κοιτάει το [τεχνητό] χέρι μου», δηλώνει η 22χρονη Ντέμπι, η οποία έχασε το μπράτσο της σε αυτοκινητιστικό ατύχημα, η οποία διαπιστώνει με χαρά ότι οι πάντες εστιάζουν, αντιθέτως, στο στήθος της. Το όποιο αρχικό σοκ από τη θέαση όμορφων γυναικών χωρίς χέρι ή πόδι, εξαφανίζεται γρήγορα. Και τα οκτώ επίδοξα μοντέλα είναι όμορφα και αξιαγάπητα. Μοιάζουν να αισθάνονται άνετα – παρά την αναπηρία τους - μπροστά στην κάμερα. Οπως τους έχει πει ο προπονητής και μέντοράς τους Τζόναθαν Φανγκ, σύμβουλος μόδας, δεν επελέγησαν για να προβούν σε κάποια πολιτική δήλωση, αλλά για να αποδείξουν ότι κάνουν για μοντέλα: εκείνο που θα έχει τις μεγαλύτερες πιθανότητες να κάνει καριέρα στον χώρο, θα κερδίσει. Η επιθυμία των διαγωνιζόμενων να είναι επιθυμητές κι όχι να προκαλούν την προστασία ή τον οίκτο των άλλων είναι απολύτως κατανοητή. Ομως η εκπομπή εισάγει άλλη μια αιτία έριδας μεταξύ των κοριτσιών, συμπεριλαμβάνοντας και γυναίκες με κώφωση (ένα μειονέκτημα που εξαφανίζεται μπροστά στον φακό) στις διαγωνιζόμενες. Ωστόσο το μεγαλύτερο μειονέκτημα των κοριτσιών που συναγωνίζονται στο «Britain’s Missing To Model» είναι η επιθυμία τους γίνουν μοντέλα.

30.11.09

Ο πρώτος δυτικής νοοτροπίας Ιρανός: Ο πρώτος αυτόχειρας


Σαντέκ Χενταγιάτ
Η τυφλή κουκουβάγια
Εκδ. Τόπος
Σελ. 171


Ξεκινώντας το βαθιά μελαγχολικό, μποντλερικής χολής μυθιστόρημα του Χενταγιάτ αισθάνθηκα –από τις πρώτες κιόλας σελίδες – μια αλλόκοτη δυσφορία. Θυμήθηκα τα λόγια πολιού καθηγητή μου στο πανεπιστήμιο ο οποίος επέμενε πως η λογοτεχνία δεν είναι απόλαυση· πως τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα απαιτούν κόπο και μόχθο, επίπονη προσπάθεια για να εισέλθει κανείς, και να οικειοποιηθεί τον κόσμο τους. Αν και συνειδητοποίησα ότι επρόκειτο για σπουδαίο – τουλάχιστον στη μαστορική του – έργο, η ενόχληση αυτή δεν έλεγε να με αφήσει. Σαν κάτι απροσδιόριστα ενοχλητικά πονάκια των σπλάχνων που επιμένουν. Οσο σκοτείνιαζε και βάραινε το θανατόδαρτο αυτό βιβλίο, απέδιδα εκεί, στην πεισιθάνατη φύση του, τη δυσφορία μου. Ολοκληρώνοντας όμως την ανάγνωση, έχοντας δηλαδή προ πολλού αποδεχθεί το spleen του, έχοντας φτάσει στο σημείο να απολαμβάνω, όπως και ο αφηγητής του, την νοσηρή μαυρίλα του, κατάλαβα ότι η ενόχληση είχε άλλη αιτία. Η δυσφορία οφειλόταν τελικά σ’ ένα παγιωμένο αίσθημα εξαπάτησης. Ενώ ξεκίνησα το βιβλίο με την εντύπωση ότι διαβάζω ένα εμβληματικό έργο της σύγχρονης ιρανικής λογοτεχνίας βαθιά μέσα μου ένιωθα πως πρόκειται για αμιγώς δυτικό μυθιστόρημα. Ενώ οι ήρωες, οι εικόνες και οι (αυτούσιες) προτάσεις που επανέρχονται και διαπλέκονται διαρκώς συνθέτοντας το περσικό χαλί το πουυφαίνει η αριστοτεχνική γραφή του Χενταγιάτ, προέρχονταν από τον εξωτικό κόσμο της περσικής μινιατούρας, οι βασικοί άξονες, οι πυλώνες, πάνω στους οποίους στηριζόταν το έργο ήταν εκείνοι του δυτικού μυθιστορήματος. Ο πρώτος άξονας, που ανιχνεύεται σε πάμπολλα έργα των νεότερων χρόνων, μεταξύ άλλων στο ευρωπαϊκό μπαρόκ ή στον Σαίξπηρ, είναι η αίσθηση ότι η ζωή είναι ένα όνειρο, ζωή και όνειρο ένα αξεδιάλυτο συνονθύλευμα, εντός του οποίου η πραγματικότητα διαλύεται όπως η ζάχαρη στο νερό, εξαφανίζοντας μαζί της και τον (αμιγώς ρομαντικό) ήρωα. Το ιδεώδες του βαθιά μελαγχολικού υποψήφιου φονιά που βδελύσσεται τη ζωή, τους καθημερινούς ανθρώπους του περίγυρού του, βρίσκοντας καταφύγιο στο όνειρο και –κυρίως – σ’ έναν χαλκευμένο άλλο εαυτό ή σειρά εαυτών ή προσωπείων, αποτελεί άλλο βασικό γνώρισμα. Εδώ ο ήρωας ενδύεται κυκλικά, μεταμορφώνεται σε όλα τα πρόσωπα του δράματος. Ο δε πεισιθάνατος αγνωστικισμός του, (σε συνδυασμό με μια απύθμενη εγωπάθεια) το μαύρο μηδέν που καταπίνει τα πάντα, και η αίσθηση του παραλόγου της ύπαρξης αποτελούν επίσης σταθερά μοτίβα του είδους. Το πνεύμα του βιβλίου είναι δυτικό, ενώ η πρώτη ύλη του, οι κλωστές του αργαλειού του προέρχονται από την μακραίωνη παράδοση της περσικής τέχνης. Ο Χενταγιάτ ήταν ο πρώτος αυτόχειρας και ο πρώτος νεωτερικός ποιητής του Ιράν. Ένας συγγραφέας που δεν έγινε ποτέ αποδεκτός από το πολιτικοκοινωνικό και θρησκευτικό κατεστημένο του Ιράν. Το βιβλίο αυτό εκφράζει ένα οδυνηρό μεσοδιάστημα: ο ανέστιος συγγραφέας του βρίσκεται στην κόψη εκείνη του ξυραφιού όπου ο παραδοσιακός πολιτισμός έχει ουσιαστικά εξαφανιστεί, ενώ ο νεωτερικός δεν έχει ακόμα επέλθει. Γι’ αυτό και «Η τυφλή κουκουβάγια» είναι ένα αριστοτεχνικά πλεγμένο χαλί με ευρωπαϊκά μοτίβα ή μια περσικού τύπου μινιατούρα πάνω σε γαλλική ταμπακιέρα. Δεν με εξαπάτησε κανείς, εγώ ξέχασα ότι το μυθιστόρημα είναι το κατεξοχήν νεωτερικό είδος που καταπίνει όλα τα άλλα.

19.11.09

Η πορεία ως το πένθος ή η ανακάλυψη του ειδικού βάρους της ζωής


Roland Barthes
«Journal de deuil»
Seuil/Ιmec
269 σελ.

Οι λογοτεχνικές αναφορές, οι μαρτυρίες τρίτων, οι ξεροκέφαλες απόπειρες του νου να συλλάβει την έννοια της απώλειας δεν μπορούν - ούτε κατά διάνοια - να περιγράψουν τη μαύρη τρύπα που ανοίγει μέσα μας ο θάνατος οικείου προσώπου. Γι’ αυτό και το «Ημερολόγιο πένθους» από τα κατάλοιπα του προεξάρχοντος σημειολόγου Ρολάν Μπαρτ που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες στη Γαλλία μπορεί να «μιλήσει» μόνο σε όσους έχουν βιώσει στην ψίχα της ψυχής τους την απώλεια. «Δεν πρόκειται για απώλεια, αλλά για πληγή, έναν πόνο στην καρδιά της αγάπης». Την επομένη του θανάτου της μάνας του ο συγγραφέας των «Αποσπασμάτων ερωτικού λόγου» (Ράππας-Κέδρος) ξεκινάει ένα «ημερολόγιό» που εκτείνεται σε 330 χρονολογημένες καρτέλες (26/10/77-15/9/79). Αποπειράται να μιλήσει την απουσία. «Θα πρέπει να συνηθίσω να υπάρχω φυσικά μέσα σε τούτη τη μοναξιά με κολλημένη πάνω μου «την παρουσία της απουσίας». Με άξονα τη φράση «ο πόνος μου δεν μπορεί να εκφραστεί, μπορεί ωστόσο να λεχθεί» ο Μπαρτ αποτυπώνει – αντιμετωπίζοντας τη γραφή ως μοναδικό φάρμακο (παυσίλυπο και παυσίπονο) στην απώλειά του («Λένε: ο Χρόνος καταπραϋνει το πένθος – Οχι, τίποτα δεν περνάει με τον Χρόνο, παρά μόνο η αισθηματικότητα του πένθους») – την πορεία μετάλλαξης του πένθους από κραυγή σε σιγή. «Γράφω ολοένα και λιγότερο τον πόνο μου, όμως υπό μια έννοια είναι πιο δυνατός, καθώς πέρασε στο επίπεδο της αιωνιότητας από τότε που έπαψα να γράφω», σημειώνει λίγο πριν την εγκατάλειψη του ημερολογίου. Ο περίλυπος γιος κατορθώνει να καταγράψει την κίνηση του κατεξοχήν παραμόνιμου, του πένθους («Δεν ξεχνάμε, αλλά κάτι άτονο εγκαθίσταται μέσα μας») του πιο καθηλωτικού ανθρώπινου αισθήματος μαζί με τον παράφορο έρωτα. «Πένθος: έμαθα ότι είναι αμετάβλητο και σποραδικό: δεν φθείρεται γιατί δεν είναι συνεχές». Μια ακινησία – παραπλήσια του θανάτου – που κρύβει κίνηση. «Είμαι σε κατάσταση συναγερμού, κατασκοπεύοντας την έλευση ενός «νοήματος της ζωής». Τα θραύσματα ενός ελλειπτικού λόγου, του (α)λόγου λόγου της απουσίας, αποτελούν απόπειρες σχολιασμένης ανάγνωσης των διακυμάνσεων του πένθους (του) και σχόλια των σχολίων του, δηλαδή της γραφής (του). «Πώς να πω αυτή τη φευγαλέα, σαν αστραπή, σκέψη ότι η μαμά χάθηκε για πάντα;» -καταλήγοντας στη διαπίστωση: «Η γραφή στο αποκορύφωμά της είναι μολαταύτα απλώς γελοία». Ο Ρολάν Μπαρτ βρίσκει τις λέξεις για να εκφράσει ένα κοινό ανθρώπινο αίσθημα στην υψηλή θερμοκρασία του οποίου η γλώσσα καίγεται, αφήνοντας μας ανέκφραστους. Σε σπαραξικάρδιες διαπιστώσεις όπως: «Απο δω και στο εξής και για πάντα είμαι εγώ ο ίδιος η μάνα του εαυτού μου», αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας μέσα στον πόνο του.

10.11.09

Τηλεοπτικό ψεύδος και καταναλωτική αλήθεια

Πρόσφατα, με διαφορά λίγων ημερών, ανακοινώθηκαν σε Γαλλία «Figaro» και Αμερική «New York Times» δύο αντίστοιχα πορίσματα για την εκπροσώπηση των μειονοτήτων στην τηλεόραση. Και οι δύο έρευνες, που προσδιόριζαν τις μειονότητες με βάση πολλαπλά κριτήρια όπως το φύλο, την ηλικία, την εθνικότητα, το επάγγελμα, την αναπηρία, διαπίστωναν τη μη επαρκή, σε σχέση με τα ποσοστά του νόμου, εκπροσώπηση των μειονοτήτων στα τηλεοπτικά προγράμματα. Τέτοιου είδους έρευνες δημοσιεύονται κάθε χρόνο αναμασώντας τις ίδιες οδυνηρές διαπιστώσεις και καταλήγοντας στο απαράλλαχτο συμπέρασμα ότι «ο πολυπολιτισμικός κόσμος στον οποίο ζούμε δεν αντανακλάται στην τηλεόραση». Η εκπροσώπηση των μειονοτήτων στην τηλεόραση και πολύ περισσότερο σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες αποτελεί μείζον δημοκρατικό ζήτημα. Ωστόσο οι στατιστικές αυτές μοιάζουν να κουκουλώνουν κι όχι να αναδεικνύουν το έλλειμμα αλήθειας που πλήττει την τηλεόραση. Κατ’ αρχάς διότι δίνουν την ψευδή εντύπωση ότι η κοινωνική ισότητα και η δικαιοσύνη είναι απλώς ζήτημα εξισορόπησης ποσοστών. Αφετέρου εκλαμβάνουν την παρουσία στην τηλεόραση αποκλειστικά και μόνο ως ευεργετική. Αποκρύπτουν αφενός το γεγονός ότι στην τηλεόραση (τουλάχιστον στην ελληνική) συχνά εκπροσωπούνται σε δυσανάλογο βαθμό πολύ μικρές μειονότητες, περιθωριακών, εξαθλιωμένων, ενίοτε και ψυχικά άρρωστών ανθρώπων και αφετέρου ότι η παρουσία τους σε επονείδιστες εκπομπές όπως της Αννίτας Πάνια ή «Πάμε πακέτο» κλπ συνιστά προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των δημοκρατικών αξιών. Οι άνθρωποι αυτοί εξευτελίζονται ή ποδηγετούνται ποικιλοτρόπως με στόχο την άγρα του οίκτου ή της περιφρόνησης του κοινού και την επακόλουθη αύξηση της τηλεθέασης. Το χειρότερο όμως όλων είναι ότι οι εν λόγω έρευνες καλλιεργούν την ψευδή εντύπωση ότι η κοινωνία (τείνει να) αντικαθρεφτίζεται ιδανικά στην τηλεόραση. Ενώ στην ουσία προωθώντας νυχθημερόν με κάθε δυνατό τρόπο το διαφημιστικό της μήνυμα παλεύει να πείσει το εξανδραποδισμένο της (πάντα από την ίδια) κοινό ότι ο ειδυλλιακός κόσμος που προβάλλει στο γυαλί είναι πραγματικός, και η ανακάλυψή του εξαρτάται μόνο από την αύξηση της καταναλωτικής μας ευχέρειας.

26.10.09

Η απήχηση του Νόμπελ


Οι επιλογές της Σουηδικής Ακαδημίας για το Νόμπελ λογοτεχνίας από το 2000 και δώθε προκαλούν συχνά – αν όχι κάθε χρόνο - ζωηρές αντιδράσεις.
Είτε διότι, όπως στην περίπτωση του Λε Κλεζιο και του Γκάο Ξινγιάν, η φήμη των συγγραφέων που λαμβάνουν το πολυτίμητο βραβείο σπανίως ξεπερνάει τα γεωγραφικά όρια της πατρίδας ή του τόπου διαμονής τους, είτε διότι τα κριτήρια επιλογής μοιάζουν να είναι πρωτίστως, αν όχι αποκλειστικά, εξωλογοτεχνικά.
Το ερώτημα που τίθεται με μεγαλύτερη ένταση κάθε χρόνο, αφορά στο μέγεθος της κοινωνικής απήχησης του μεγαλύτερου λογοτεχνικού βραβείου στον κόσμο σε εποχές ισχνών αγελάδων όσο αφορά στους αναγνώστες «καλής» ή «υψηλής» λογοτεχνίας ανά την υφήλιο. Το καινοφανές φαινόμενο συγγραφέων που παραμένουν αδιάβαστοι και ξαναβυθίζονται στην σχετική ανωνυμία μετά την βράβευσή τους επιτείνει την αγωνία του ερωτήματος.
Διότι αν και διανύουμε εποχές απ’ όπου εκλείπουν τα δυσθεώρητα αναστήματα όπως του Τόμας Μαν, του Γιέιτς ή του Πάστερνακ, τα οποία επέβαλαν και δεν επιβάλλονταν από το βραβείο, η πιθανή υποτίμηση της καθαρής αξίας του Νόμπελ ενδεχομένως αντικατοπτρίζει μια συνολικη υποτίμηση της αξίας της λογοτεχνίας.
Το ερώτημα που προκύπτει σε συνδυασμό με τα παραπάνω είναι κατά πόσο το μειωμένο ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού για πολλούς από τους Νομπελίστες της τελευταίας δεκαετίας οφείλεται στην ανάδειξη της Σουηδικής Ακαδημίας της πολιτικής, κοινωνικής δράσης ή αντίδρασης των βραβευθέντων, σε βάρος ενίοτε της αμιγούς λογοτεχνικής τους αξίας. Από την άλλη πλευρά βέβαια η ανάδειξη στο παγκόσμιο λογοτεχνικό στερέωμα συγγραφών όπως ο Ιμρε Κέρτεζ ή ο Τζον Κούτσι συνιστά ικανόποιητικό αντίλογο στους αμφισβητίες των προθέσεων των Σουηδών.

16.10.09

Η Γυναίκα της Ζάκυνθος στα γαλλικά



La femme de Zante
Dionysios Solomos

Δίγλωσση έκδοση

Μετάφραση:
Gilles Ortlieb

Εκδόσεις: Le bruit du Temps



Το πολύμοχθο έργο της μετάφρασης σε ξένη γλώσσα του πεζού ποιητικού κειμένου του Διονύσιου Σολωμού «Η Γυναίκα της Ζάκυνθος» έφερε πρόσφατα σε πέρας ο φιλέλληνας φιλόλογος και μεταφραστής Ζιλ Ορτλίμπ. Η κομψή δίγλωσση έκδοση ενός από τα δυσκολότερα κείμενα της ελληνικής γλώσσας κυκλοφορεί από τις νεοσύστατες εκδόσεις «Le bruit du Temps» τις οποίες διευθύνει ο Αντουάν Ζακοτέ, γιος του σπουδαίου ποιητή και μεταφραστή Φιλίπ Ζακοτέ. Πρόκειται για τη δεύτερη απόπειρα μεταφοράς του σολωμικού κειμένου στα γαλλικά μετά από εκείνη του αείμνηστου Γάλλου ελληνιστή Οκτάβ Μερλιέ που κυκλοφόρησε καθυστερημένα από τη «Société d’édition des Belles Lettres» το 1987. Η μετάφραση της «Γυναίκας της Ζάκυνθος» αποτελεί ένα σχεδόν ακατόρθωτο εγχείρημα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που ο καθηγητής Πασχάλης Κιτρομηλίδης υπογραμμίζει στην εισαγωγή της μετάφρασης Μερλιέ ότι η δουλειά αυτή είναι η μεγαλύτερη (από το σύνολο των τεσσάρων μελετών) συνεισφορά του Γάλλου πρώην διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου στις σολωμικές σπουδές. Ούτε επίσης και το γεγονός ότι ο Μερλιέ χαρακτήρισε την προσπάθειά του «απόπειρα αναστύλωσης» του σολωμικού κειμένου. Η δυσκολία δεν έγκειται απλώς στο ότι πρόκειται για ένα ημιτελές (αρτιότατο ωστόσο) έργο το οποίο ο ποιητής σχεδίαζε να το επεξεργασθεί ακόμα περισσότερο, εξ ου και βρίθει ιταλικών σημειώσεων στα περιθώρια του χειρογράφου. Ούτε απλώς και μόνο στο γεγονός, όπως σημειώνει ο Ορτλίμπ στη δική του εισαγωγή, ότι πρόκειται για ένα εντελώς κρυπτικό, αλληγορικό κείμενο, για τις πιθανές σημασίες του οποίου έχουν διατυπωθεί πλείστες όσες εικασίες. Στην ίδια εισαγωγή ο Ορτλίμπ σημειώνει πως βρέθηκε ενώπιον ενός «ανεπίλυτου αινίγματος»· κατ’ αρχάς εξαιτίας της μορφής του (πρόκειται άραγε - σημειώνει - για ένα αφηγηματικό ποίημα, για σάτιρα, φανταστική νουβέλα στο πνεύμα των Γερμανών ρομαντικών ή για ένα προφητικό κείμενο στο πνεύμα της Αποκάλυψης;) και δευτερευόντως εξαιτίας της θέση που κατέχει - χωρίς καμία αντιστοιχία – στο εσωτερικό του σολωμικού corpus.
Η κυριότερη ωστόσο, πραγματικά ανυπέρβλητη δυσκολία του κειμένου βρίσκεται στη γλώσσα του. Παρά την εξαιρετική μετάφραση του Ορτλίμπ, ο οποίος προσφέρει στον Γάλλο αναγνώστη ένα κείμενο που ρέει απρόσκοπτα παραμένοντας απόλυτα πιστό στο πρωτότυπο, η πρώτη εντύπωση που αποκομίζει ο Ελληνας αναγνώστης ο οποίος ανοίγοντας το καλαίσθητο βιβλιαράκι συγκρίνει τα δυο αντικριστά κείμενα (πρωτότυπο και μετάφραση) είναι ότι το σολωμικό ύφος, ήτοι ο ίδιος ο Σολωμός παραμένει κατ’ ουσία αμετάφραστος. Το σολωμικό κείμενο δικαιώνει πλήρως την περίφημη ρήση του ποιητή Ρόμπερτ Φροστ, ο οποίος υποστήριζε πως «η ποίηση είναι αυτό που χάνεται στη μετάφραση». Το μεγάλο όμως προτέρημα της νέας αυτής αρτιότατης γαλλικής μετάφρασης, έργο ενός ανθρώπου που δοκιμάστηκε μεταφράζοντας ποιήματα του Καβάφη, τις «Εξι νύχτες στην ακρόπολη» του Σεφέρη και τον «Αυτόχειρα» του Μιτσάκη είναι ότι σε αντίθεση με την ακαδημαϊκή έκδοση Μερλιέ, καθιστά το σολωμικό κείμενο προσιτό σε ένα ευρύτατο αναγνωστικό κοινό παρουσιάζοντας μια εξαίσια έκδοση τσέπης με εισαγωγή, δίγλωσση μετάφραση και βιογραφικό του ποιητή, η οποία θα είναι διαθέσιμη σε όλα τα γαλλικά βιβλιοπωλεία.

13.10.09

Περικλεείς απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων...


Ενας από τους πιο κοινούς, ίσως ο κοινότατος, τόπος στη χώρα μας, εκείνος που αναπαράγεται μηχανικά κάθε που θέλουμε να ευλογήσουμε τα γένια μας ως κράτος ή ως μεμονωμένα άτομα, είναι ότι είμαστε οι νόμιμοι και επάξιοι συνεχιστές της αρχαιοελληνικής παράδοσης. Επαιρόμαστε για μια κληρονομιά την οποία όχι μόνο δεν καλλιεργούμε, αλλά εν πολλοίς αγνοούμε. Είναι γεγονός ότι με εξαίρεση μετρημένες στα δάχτυλα έγκριτες μεταφράσεις, οι ξένες, κυρίως γαλλικές και αγγλικές, κριτικές εκδόσεις αρχαιοελληνικών κειμένων αποτελούσαν μέχρι πρότινος μοναδική οιονεί επιλογή για όποιον Ελληνα ήθελε να εντρυφήσει στους θησαυρούς της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Τα τελευταία χρόνια η κυκλοφορία σύγχρονων και δόκιμων σε γενικές γραμμές μεταφράσεων άλλαξε σε ένα βαθμό το τοπίο. Παρότι σε ότι αφορά στον φωτισμό και στην ανάλυση των κειμένων, στην κριτική βιβλιογραφία και αρθρογραφία η οποία αποτελεί απαραίτητο δεκανίκι κάθε ουσιώδους και γόνιμης προσέγγισης των κειμένων, οι μη πολύγλωσσοι αναγνώστες παραμένουν εξαιρετικά αδικημένοι. Μια ομάδα φιλολόγων με μεγάλο μεράκι και αγάπη για τα κείμενα της κλασικής γραμματείας που εδώ και σχεδόν μια δεκαπενταετία εργάζεται προς αυτή την κατεύθυνση, αποτελεί αφανή ελπιδοφόρα εξαίρεση. Η αστική μη κερδοσκοπική εταιρία Παιδείας και Πολιτισμού «Εν Κύκλω» που ιδρύθηκε το 2001 έχει αρχίσει να προσφέρει σημαντικούς καρπούς στον τομέα της κλασικής φιλολογίας. Τον Οκτώβριο του 1994 η Αναπληρώτρια, σήμερα, καθηγήτρια κλασικής φιλολογίας του πανεπιστημίου Αθηνών, Μαίρη Γιόση οργάνωσε και διηύθυνε ένα προαιρετικό σεμινάριο μετάφρασης της τραγωδίας «Αίας» του Σοφοκλή. Η μετάφραση που κυκλοφόρησε το 1998 έφερε τη συλλογική υπογραφή «Εν Κύκλω». Στη συνέχεια μέλη της ομάδας εκπόνησαν μια σειρά σχολιασμένων μεταφράσεων οι οποίες κυκλοφόρησαν από τις «Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου» στο πλαίσιο της σειράς «Οψεις». Σήμερα η εταιρία απαρτίζεται από πτυχιούχους, διδάκτορες και καθηγητές φιλολογίας, όλοι πρώην φοιτητές (από τρεις διαφορετικές γενιές) της διοργανώτριας του σεμιναρίου για τον «Αίαντα». Συναντήσαμε την ψυχή αυτού του αμιγώς συλλογικού και ανιδιοτελούς εγχειρήματος, την κ. Γιόση και τον Λέκτορα κλασικής φιλολογίας του πανεπιστημίου της Κρήτης, κ. Δήμο Σπαθάρα στην έδρα του «Εν Κύκλω» στα όρια Βύρωνα και Καισαριανής. Οι δύο κλασικοί φιλόλογοι μίλησαν για τους στόχους και τον τρόπο εργασίας της ομάδας αλλά και τις δυσκολίες του δονκιχωτικού επιστημονικού εγχειρήματος. «Από το 2001 έχουν γίνει μεγάλα άλματα στην Ελλάδα στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την ξένη αλλά και την εσωτερική παραγωγή επιστημονικού έργου. Σχετικά σύντομα πιστεύω ότι θα εξαλειφθεί η διάκριση μεταξύ ξένης και ελληνικής παραγωγής. Θα μιλάμε συνολικά για την επιστημονική εργασία πάνω στα αρχαία κείμενα», επεσήμανε η κ. Γιόση. «Στόχος μας ήταν η δημιουργία σύγχρονης ελληνόγλωσσης βιβλιογραφίας εγκαινιάζοντας έναν ισότιμο διάλογο με την αντίστοιχη ξένη», συμπληρώνει. Σε αυτό το πλαίσιο κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «Σμίλη» οι μεταφράσεις: «Κατά Λοχίτου» του Ισοκράτη (εισαγωγή και σχόλια Δ. Σπαθάρα), «Ηρακλής» (εισαγωγή και σχόλια Μ. Γιόση) και οι «Κρήτες» (εισαγωγή και σχόλια Γ. Σαμπατακάκη) του Ευριπίδη. Παράλληλα ξεκίνησε μια προσπάθεια μετάφρασης έγκυρων ξένων μελετών, στις οποίες δεν είχε πρόσβαση το ελληνικό κοινό. Ετσι προέκυψε μια σειρά βιβλίων (τύπου Compagnions) από τις εκδόσεις «Σμίλη», αποτελούμενα από μεταφρασμένες μελέτες έγκριτων διακεκριμένων φιλολόγων που καλύπτουν συγκεκριμένη θεματική ενότητα: Αριστοφάνης, Ηρόδοτος, Σαπφώ, Ρητορική. «Επιλέξαμε άρθρα που είχαν αξιολογηθεί από την πληθώρα των βιβλιογραφικών αναφορών καθώς και νεότερα που προβάλλουν πιο σύγχρονες προσεγγίσεις του θέματος» συμπλήρωσε ο κ. Σπαθάρας. «Επιθυμία μας είναι να στρέψουμε τον κόσμο στα κείμενα. Η δημιουργία αναγνωστών», υπογράμμισε η κ. Γιόση. Δεν πρόκειται για κείμενα ειδημόνων με αποκλειστικούς αποδέκτες αντίστοιχους συναδέλφους τους. Αλλα για ένα τύπο επιστημονικού βιβλίου εξαιρετικά διαδεδομένου στο εξωτερικό, το οποίο έχει ως στόχο να καταστήσει γνωστές σε ένα ευρύ κοινό βασικές όψεις έργων και σύγχρονες ερμηνευτικές τάσεις της αρχαιοελληνικής γραμματείας. Η συλλογική εργασία του «Εν Κύκλω» αναγνωρίστηκε αρκετά νωρίς, κυρίως από πανεπιστήμια και φιλολόγους του Εξωτερικού, οι οποίοι συνεργάστηκαν με την ομάδα. Στο πλαίσιο αυτό διοργανώθηκε μια σειρά σεμιναρίων και διαλέξεων στις οποίες μετείχαν, ως καλεσμένοι ομιλητές, καθηγητές από ελληνικά και ξένα πανεπιστήμια, κυρίως από την Αγγλία, τη Γερμανία και την Ισπανία. «Η πρώτη επαφή έγινε λίγο μετά την κυκλοφορία της μετάφρασης του «Αίαντα». Το πανεπιστήμιο του Cambrige μας κάλεσε να την παρουσιάσουμε στην Αγγλία. Ηταν το έναυσμα για να σκεφθούμε θεωρητικά πάνω στην μετάφραση και κατ΄επέκταση τη συλλογική εργασία», τόνισε η κ. Γιόση. Το πολύωρο εβδομαδιαίο σεμινάριο βασιζόταν στην εντατική δουλειά σχολιασμού των κειμένων από την οποία προέκυπταν οι δυνατές μεταφραστικές εκδοχές. «Μεταφράζαμε όλοι μαζί κάθε δίστιχο και καταλήγαμε ύστερα από επιλογή στην πιο δόκιμη εκδοχή». Εκείνη η πρώτη θεωρητική και πρακτική εργασία προσέφερε τα επιστημονικά κριτήρια εργασίας της ομάδας. Η δυσκολία της ομαδικής εργασίας, της συλλογικής μετάφρασης και κατ’ επέκταση του σχολιασμού των κειμένων έγκειται στο γεγονός ότι κάθε συμμετέχων θέτει υπό κοινή κρίση την άποψή του, διακινδυνεύοντας την απόρριψη. «Απαιτείται αυταπάρνηση και εγκατάλειψη της ανάγκης προσωπικής προβολής. Μετριάζω το «Εγώ» για το κοινό έργο. Αυτό είναι κάτι που δεν διεθέτουν πολλά αξιόλογα μυαλά που θα τα θέλαμε ως συνομιλητές. Πρέπει να δεχθεί κανείς να αλλάξει μέσα από τη συνεργασία. Γι’ αυτό και η ομάδα είναι ολιγομελής», εξήγησε η καθηγήτρια. Λίγο μετά την ίδρυσή της 12 φιλόλογοι άρχισαν να εργάζονται για την εκπόνηση ενός τόμου με θέμα το γέλιο στην αρχαιότητα. Ο τόμος θα περιλαμβάνει 280 μεταφρασμένα αποσπάσματα αρχαιοελληνικών κειμένων από τον Όμηρο μέχρι τη δεύτερη σοφιστική. «Τα επιμέρους αποσπάσματα συνοδεύονται από σχόλια, ενώ η γενική εισαγωγή θέτει το θεωρητικό τους πλαίσιο», σχολίασε ο κ. Σπαθαράς. «Πρόκειται για ένα μεγαλεπίβολο σχέδιο, το οποίο θα ολοκληρωθεί σύντομα. Είναι μια πρωτότυπη έρευνα που συνομιλεί επί ίσοις όροις με την αντίστοιχη ξένη. Οχι μεταπρατική δουλειά», επισημαίνει η κ. Γιόση. Η ομάδα «Εν Κύκλω» ετοιμάζει επίσης την έκδοση της σχολιασμένης μετάφρασης του έργου του Λατίνου συγγραφέα Πλαύτου (Plaute) «Miles Gloriosus». Εκτός από το επιστημονικό εκδοτικό έργο η ομάδα «Εν Κύκλω» έχει δημιουργήσει ένα ηλεκτρονικό περιοδικό δημοσίευσης βιβλιοκρισιών. Το περιοδικό λειτουργεί συμπληρωματικά εστιάζοντας κυρίως στην προβολή της πρωτογενούς ελληνικής έρευνας που παράγεται στη χώρα. «Είναι ένα δίγλωσσο περιοδικό που φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα σημείο επικοινωνίας και διαλόγου με άλλες χώρες», προσθέτει ο κ. Σπαθάρας. «Η πιο συνηθισμένη ερώτηση που δεχόμαστε είναι πώς επιβιώνετε», προσθέτει μελαγχολικά η κ. Γιόση. «Είμαστε ένας αυτοσυντηρούμενος φορέας. Τα πενιχρά πάγια λειτουργικά μας έξοδα, όπως νοίκι και τα λοιπά μικροέξοδα τα καλύπτουμε οι ίδιοι. Η αλήθεια είναι ότι πορευόμαστε δύσκολα και με θυσίες. Ολα τα μέλη είναι συνάδελφοι που βιοπορίζονται από άλλες δουλειές. Το μόνο που μας κρατάει είναι το μεράκι και η αγάπη για τα κείμενα. Σχηματιστήκαμε από τη διαδικασία και τη συνεργασία. Θητεύσαμε και θητεύουμε μαζί. Εχουμε κάνει αναρίθμητες αιτήσεις χρηματοδότησης από το κράτος, οι οποίες απορρίφθηκαν. Δεν ξέρω να πω αν αυτό ήταν κατ’ ανάγκη ανασταλτικός παράγων ή ελευθερία. Η αλήθεια πάντως είναι πως δεχθήκαμε πρόταση συνεργασίας από εκδοτικό οίκο του εξωτερικού για την έκδοση ενός πολύγλωσσου τόμου πρακτικών σεμιναρίου, στην οποία δεν μπορούμε προς το παρόν να ανταποκριθούμε. Ο εκδότης απαιτεί να συμβάλλουμε στην έκδοση. Κοιτάμε πώς τα εμπόδια αυτά δεν θα μας καταβάλλουν. Δουλεύουμε στη σκιά. Σωρεύεται όμως ένας διογκούμενο έργο που πιστεύουμε ότι θα στρέψει τον κόσμο στα αρχαία κείμενα. Αυτό μας κρατάει».

7.10.09

Περί βιβλίων και άλλων δεινών


«Στον τομέα της πνευματικής δραστηριότητας τα βιβλία καταιγίδα!
Πάμπολλα στις προθήκες τα σωστά κι ωφέλημα βιβλία,
καθώς επίσης αναρίθμητα τα βλαβερά βιβλία και τα ζούφια,
χαρακτηριστικό, μ’ ανάποδη όμως αναλογία,
και των καρπών της γης ακόμη...»
Νίκος Καρούζος

«Το πνεύμα δεν τρέφεται με μυθιστορήματα.
Μπορεί να προσφέρουν κάποια ευχαρίστηση,
αλλά την πληρώνεις ακριβά. Είναι ικανά να καταστρέψουν
και τον καλύτερο χαρακτήρα. Σε μαθαίνουν να συμπάσχεις
με κάθε καρυδιάς καρύδι. Κι από το πολύ πάρε δώσε,
αρχίζει να σου αρέσει. [...] Τα μυθιστορήματα πρέπει να απαγορευτούν
δια ροπάλου». Ελίας Κανέτι.


Λέγεται ότι οι δυο, τρεις μεγαλύτεροι εκδοτικοί οίκοι στην Ελλάδα εκδίδουν πάνω από 500 βιβλία τον χρόνο ο καθένας. Σύμφωνα λοιπόν με την στατιστική – μητέρα όλων των τραγέλαφων– οι τρεις αυτοί εκδοτικοί οίκοι εκδίδουν περίπου ενάμισο βιβλίο ημερησίως.
Oι ιλιγγιώδεις ρυθμοί κυκλοφορίας απότοκοι του κολοσσιαίου αυτού όγκου παραγωγής προϋποθέτουν μια ορισμένη αντίληψη του βιβλίου και έχουν ως επακόλουθο τη σταδιακή εξόντωσή του. Κι εξηγούμαι.
Οι εκδότες, στη συντριπτική τους πλέον πλειοψηφία βλέπουν το βιβλίο αποκλειστικά και μόνο ως εμπορεύσιμο αντικείμενο με συνέπεια να μην το αξιολογούν με κριτήριο την ποιότητα του περιεχομένου του. Αντιμετωπίζουν τα βιβλία με τη λογική του best seller, (του ευπώλητου), την μονότροπη λογική του κέρδους.
Η κατάλυση κάθε αξιολογικού κριτηρίου είναι χαρακτηριστική στο πεδίο της λογοτεχνίας, όπου σφραγίστηκε με την ένταξη των αισθηματικών ρομάντζων, τύπου Βίπερ και Νόρα στις (κλασικές) λογοτεχνικές σειρές των εκδοτικών οίκων. Τα «ευπώλυτα» – βλέπε εύπεπτα, συχνά δε και ευτελή – βιβλία και κυρίως τα ρομάντζα τύπου Βίπερ δίνουν πλέον τον ρυθμό και προσδιορίζουν τους άτυπους κανόνες της αγοράς του βιβλίου.
Τα βιβλία αυτά μοιάζουν τόσο μεταξύ τους όσο και οι αμερικάνικες υπερπαραγωγές με υψηλά ποσοστά δράσης, αγωνίας, σεξ και ανύπαρκτη κινηματογραφική γλώσσα, που συνήθως μετά την πρώτη εισπρακτική επιτυχία παρουσιάζονται ξανά και ξανά με τη μορφή συνέχειας, τύπου Ρόκι 2,3,4.
Η ομοιομορφία επεκτείνεται μέχρι τα εξώφυλλά – κάθε εκδοτικός οίκος προβάλει μια δική του εκδοχή της κοινής επιθετικής εμπορικής αισθητικής, όπως συμβαίνει με κάθε εμπορεύσιμο αγαθό. Οι εκδότες αντιμετωπίζουν τα βιβλία όπως ο οιστρίλατος τζογαδόρος τους αριθμούς της ρουλέτας. Ποντάρουν επάνω τους για έναν γύρο, ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα για κάθε βιβλίο και στη συνέχεια μιζάρουν στο επόμενο. Μέχρι να τους κάνει το χατίρι η λευκή μπίλια, η θεά τύχη και να επιλέξει έναν από τους αριθμούς. Ο αριθμός αυτός ονομάζεται best seller.
Όμως το 13 δεν διαφέρει σε τίποτε από το 8 ή το 24. Για κάποιους αδιευκρίνιστους λόγους ορισμένοι επενδύουν ψυχολογικά ή αποστρέφονται όπως ο διάολος το λιβάνι, ορισμένους αριθμούς. Επί της ουσίας δεν υπάρχει διαφορά καμία. Δυστυχώς οι εκδότες κατόρθωσαν να μεταμορφώσουν τα βιβλία σε αριθμούς. Της ρουλέτας ή μη. Κι οι συγγραφείς έγιναν θιασώτες της οστεοσκοπίας και προσπαθούν να προσδιορίσουν τους παράγοντες που επηρέασαν τη θεά τύχη στη ρίψη του κλήρου της. Γιατί κληρώθηκε το 23 κι όχι το 32 που έχει την ίδια πλοκή, την ίδια γλώσσα, τους ίδιους χαρακτήρες κλπ, κλπ. Και βάλθηκαν να αντιγράψουν έναν αριθμό που κληρώθηκε.
Οπότε ο βραχύβιος βίος των βιβλίων περικόπτεται ολοένα και περισσότερο, η διάρκεια ζωής τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων μετριέται πλέον σε ημέρες, πολλές φορές στα δάχτυλα του ενός χεριού.
Από τη στιγμή λοιπόν που σαρώθηκαν τα κριτήρια της ποιότητας και καταλύθηκε κάθε ουσιαστική ιεραρχία, ο χώρος του βιβλίου αναζήτησε αναγκαστικά σε άλλους τομείς κριτήρια για την συνέχιση της αδιάκοπης κυκλοφορίας των βιβλίων.
Αυτή η εξέλιξη δεν ήταν φυσική. Δαρβινικού, ας πούμε, τύπου. Ήταν μεθοδευμένη. Διότι και οι έμποροι κατάλαβαν ότι αν κατάφερναν να μολύνουν τον χώρο του βιβλίου με το μικρόβιο της μόδας θα είχαν πολύ θεαματικότερα αποτελέσματα σε πωλήσεις, θα ανέβαζαν κατακόρυφα τους ρυθμούς και τα έσοδα. Οπότε τα βιβλία προωθούνται πλέον όπως τα εμπριμέ φουστανάκια ή τις κροκόδειλε τσάντες υπηρετώντας, με τη γλαφυρή διατύπωση του μεγάλου Γάλλου συγγραφέα Julien Gracq (Ζουλιέν Γκράκ) τη «διαρκή ανάγκη τροφής που γεννά ο πυρετός για το καινούργιο». Όπως κάθε εποχή κουβαλάει μαζί της τη δική της μόδα, ώστε να βρει ο πνευματικά αργόσχολος κόσμος τρόπους να σπαταλήσει τα χρήματα και τη ώρα του. Κι όπως έχουμε τα ρούχα που θα φορεθούν το καλοκαίρι στις παραλίες, έχουμε και την τελευταία εκδοτική «κολεξιόν» που θα διαβαστεί στις αμμουδιές. Γι’ αυτό και κάθε πλέον καλοκαίρι πέρα από τις ίδιες πετσέτες, τα ίδια μπανιερά, τα ίδια γυαλιά κλπ καθρεφτάκια, φτερά και πούπουλα, οι πανομοιότυποι παραθεριστές κουβαλούν με την ίδια βαριεστημένη αδιαφορία το ίδιο βιβλίο. Αυτή η μεθόδευση εξυπηρέτησε τα μέγιστα και τους συγγραφείς.
Και στο πεδίο αυτό είχε συντελεστεί μια καθοριστική μετατόπιση· η εσωτερική εξουθενωτική πάλη με το «εγώ» και τη φιλαυτία κάθε εργάτη της γραφής παρακάμφθηκε κι αφέθηκε να νικήσει κατά κράτος η υπερφίαλη φιλοδοξία. Εξ ου και οι περισσότεροι συγγραφείς γράφουν πλέον μόνο και μόνο για να γίνουν γνωστοί, «επώνυμοι» και να εισέλθουν στη προνομιακή κάστα των «διανοουμένων». Άπαξ και κερδίσουν την πολυπόθητη ταμπέλα «συγγραφέας», το μόνο που τους λείπει είναι μια γερή σύνταξη. Ενδεχομένως σε λίγα χρόνια να διεκδικούν κρατικές επιχορηγήσεις για τα βιβλία που δεν πούλησαν. Να μαζεύονται και να τα καίνε στις πλατείες, εκεί που οι εξαγριωμένοι αγρότες πετούν σήμερα τα φρούτα και το γάλα τους.
Η μεταβολή αυτή που σημειώθηκε στο εκδοτικό πεδίο έπεσε ως μάννα εξ ουρανού στους επίδοξους ή και δοξασμένους συγγραφείς. Διότι είναι φυσικά πολύ πιο εύκολο και πιο σίγουρο γι’ αυτούς να γράφουν ένα και, ει δυνατόν, παραπάνω μυθιστορήματα, δοκίμια (άσε τις ποιητικές συλλογές) τον χρόνο, από το να παλέψουν μια ζωή με τα σωθικά τους για να βγάλουν ό,τι καλύτερο έχουν, χωρίς να υπολογίζουν τον χρόνο που κυλά. Σήμερα και ευκολότερα καταξιώνεται κανείς, και με την τακτική παραγωγή διατηρείται σταθερά στη δημοσιότητα.
Διότι εκτός των άλλων η γραφή που υπάκουγε σε μια ζωτική ανάγκη της δημιουργικής προσπέλασης του κόσμου και συμβάδιζε με τα παλιά κριτήρια, τα αξιολογικά, τα οποία σπεύσαμε βεβαίως να εξαλείψουμε σαν την πανούκλα από οποιοδήποτε άλλο κομμάτι του συλλογικού μας βίου – ενείχε και μεγάλους κινδύνους. Ο γραφέας δεν ανταμειβόταν σύμφωνα με τον κόπο ή τις σελίδες του, όπως τώρα. Δεν κέρδιζε δικαιωματικά τον τίτλο του συγγραφέα. Υπήρχαν μεγάλες πιθανότητες το πόνημά του να αποδεικνυόταν μέτριο ή λειψό.
Ενώ σήμερα οι γραφιάδες θεωρούνται συγγραφείς άπαξ κι εκδώσουν ένα βιβλίο, το οποίο αρκεί να γράψουν και να καταφέρουν να «σπρώξουν» μέσω γνωστών σε κάποιο εκδοτικό οίκο. Στη συνέχεια κρίνονται από τους αριθμούς των πωλήσεων και μόνο. Αν πουλήσουν, προσλαμβάνονται από τους εκδότες με μηνιαίο μισθό και την υποχρέωση να παραδίδουν ένα ευπώλητο κάθε ένα ή δυο χρόνια. Οι εκδότες αντιμετωπίζουν τους συγγραφείς σαν κότες, από τις οποίες περιμένουν κάποιο χρυσό αυγό και οι συγγραφείς ανταποκρίνονται παλεύοντας να ανακαλύψουν «πιασάδικα» θέματα, που θα έχουν μεγάλες πιθανότητες να γίνουν best seller. Οι ημερομηνίες κυκλοφορίας υπολογίζονται με βάση τα κενά διαστήματα : «Δεν θα μου το φέρεις σε δύο χρόνια, αλλά το φθινόπωρο. Δεν έχουμε μπεστ σέλλερ για το φθινόπωρο», δηλώνει κατηγορηματικά πλέον ο εκδότης στον συγγραφέα του.
Διότι ακριβώς λόγω της έλλειψης οποιονδήποτε κριτηρίων, οι εκδότες άρχισαν να κατασκευάζουν εμπορικούς, καλούς, ακόμα και κλασικούς συγγραφείς, κατηγορίες που κάποια στιγμή ενώθηκαν σε μια αδιαχώριστη μάζα, όπως συνέβη με το έντεχνο, το λαϊκό και το ποπ ελληνικό τραγούδι. Χαλκεύοντας και ανεβάζοντας με κάθε μέσο τις κυκλοφορίες δημιούργησαν με το στανιό, ευπώλητα βιβλία και ευπώλητους, βλέπε «κλασικούς» έλληνες συγγραφείς. Κι ενός μπεστ σέλλερ, μύρια έπονται. Άπαξ και γράψεις το πρώτο, όλα τα επόμενα επιβάλλονται (συν Αθηνά και χείρα κίνει) ως τέτοια. Γι’ αυτό και ο εκδότης ζητάει πλέον ένα μπεστ σέλλερ για το καλοκαίρι.
Με φρίκη διαπιστώνει κανείς ότι περάσαμε σε σύντομο ιστορικό διάστημα από την επονείδιστη εποχή των ολοκληρωτικών καθεστώτων των προγραφών, της κατάσχεσης και του καψίματος των βιβλίων, από την εποχή της εξαφάνισης συγγραφέων από προσώπου γης, στην εποχή της μαζικής κυκλοφορίας βιβλίων, που στο συντριπτικό τους ποσοστό κάνουν μόνο για κάψιμο. Όπως ορθά παρατήρησε ο Μίλαν Κούντερα, σήμερα οι συγγραφείς της λογοτεχνίας και κατ’ επέκταση οι αναγνώστες αναζητούν ένα πρωτότυπο «story», ήτοι μια συναρπαστική διήγηση κι εξαντλούν τη λογοτεχνία στην αναζήτηση της δαιδαλώδους πλοκής και της πρωτοποριακά νεωτεριστικής μορφής. Γι’ αυτό και τα σύγχρονα μυθιστορήματα θυμίζουν ή μάλλον τείνουν να γίνονται όλο και περισσότερο σενάρια εμπορικών κινηματογραφικών ταινιών. Αυτό αποτελεί και την υπέρτατη καταξίωσή τους. Σε σημείο που εμφανίζονται νέοι «λογοτέχνες», οι οποίοι δηλώνουν απερίφραστα ότι «δεν ενδιαφέρονται για τη γλώσσα».
Κάποτε τα μεγάλα μυθιστορήματα ήταν εκείνα που δεν μπορούσε κανείς να περιγράψει την πλοκή τους, να τα περιορίσει, εντάσσοντάς τα στα στενά όρια μιας απλής ιστορίας. Κάποτε τα μεγάλα μυθιστορήματα ήταν εκείνα, τα οποία απέφευγαν, αν και τους δελέαζαν περισσότερο, οι μεγάλοι σκηνοθέτες, γιατί ήξεραν ότι από αυτά δεν μπορεί παρά να προκύψει παρά μόνο μια μέτρια το πολύ ταινία.
Επιπλέον αυτή η κατάσταση εξυπηρετεί και συντηρεί την φαιδρή, πιετίζουσα αντίληψη του πολιτισμού ως αλληλουχίας ψυχωφέλιμων εκδηλώσεων. Από τη στιγμή που ο πολιτισμός έπαψε να είναι η έκφραση ενός κοινού ήθους, μιας ποιότητας συλλογικού βίου που αντικατοπτρίζεται στην τέχνη και στα έργα κάθε εποχής, κι έγινε ένα καλολογικό επίθετο, το οποίο τοποθετούμε εν είδη θεματοφύλακα απροσδιόριστών αρχέγονων αξιών του γένους, πλάι σε αθλίως κακοποιημένα και κενά ουσιαστικά, όπως πολιτική, αθλητισμός, δημοκρατία, χριστιανισμός. Οι λογής πολιτιστικές εκδηλώσεις του «δημοκρατικού μας πολιτισμού», διαδέχονται η μια την άλλη, όπως τα βιβλία στις προθήκες των βιβλιοπωλείων με εξοντωτικούς ρυθμούς, λες και όσο μεγαλύτερη είναι η ταχύτητα εναλλαγής, τόσο ευκολότερα θα διασκεδάσει το βαριεστημένο κοινό την ανία του.
Το παράξενο, τόσο όσο αφορά στην έννοια του όρου «πολιτισμός», όσο και σε εκείνη του βιβλίου είναι ότι άπαξ και εξαλείφθηκε κάθε πνευματικό κριτήριο ιεραρχικής αξιολόγησής τους, απέκτησαν αυτομάτως συλλήβδην θετική σημασία. Από τη στιγμή που ατρόφησε η ικανότητα του αναγνώστη να κρίνει και να διακρίνει ανάμεσα στον ορυμαγδό των βιβλίων, τονίστηκε ακόμα εμφατικότερα η «αξία» του βιβλίου.
Ενώ κάποτε ήταν αυτονόητο ότι στο πέρασμα της ανθρώπινης ιστορίας εμφανίστηκαν, άνθισαν κι εξαφανίστηκαν ανώτεροι και κατώτεροι πολιτισμοί, σύμφωνα πάντα με το νόημα που απέδιδαν στον κόσμο, το βάθος και το εύρος της μεταφυσικής δηλαδή της οντολογίας τους, σήμερα ο πολιτισμός μετατράπηκε σε ψυχαγωγία, σε άθροισμα καλλιτεχνικών εκδηλώσεων προς τέρψιν των εστέτ. Και το να (παρ)ακολουθεί κανείς κατά πόδας αυτές τις εκδηλώσεις, σημάδι καθωσπρεπισμού. Αντίστοιχα όταν εξαφανίστηκε κάθε αξιολογικό κριτήριο για την αποτίμηση του βιβλίου, τονίστηκε ακόμη περισσότερο η «πνευματική του αξία». Το να διαβάζει κανείς σήμερα βιβλία θεωρείται εξάπαντος σημαντικό προσόν. Παρά την καταφανή απίσχνανση της αίσθησης του ιερού στην εποχή μας, δεν έχουμε πετάξει στα σκουπίδια τα φωτοστέφανα. Το διάβασμα βιβλίων κομίζει αυθωρεί ένα φωτοστέφανο στον αναγνώστη. Και την υποτιμητική υποψία ότι έχει καιρό για χάσιμο. Κανείς από τους εμπλεκόμενους, δηλαδή τους εκδότες, τους συγγραφείς και τους κριτικούς που παλεύουν να βγάλουν το ψωμάκι, το αυτοκινητάκι, το σπιτάκι τους και πάει λέγοντας, δεν ομολογεί ότι το διάβασμα βιβλίων δεν συνεπάγεται σήμερα πια καμία καλλιέργεια, καθότι μπορεί πολύ εύκολα κανείς να περάσει τη ζωή του διαβάζοντας σκουπίδια, που δεν του προσφέρουν απολύτως τίποτε, πέρα από το γέμισμα ή το σκότωμα του χρόνου του.
Ζούμε στην εποχή της λατρείας της πληροφορίας και της αδιαφορίας για το περιεχόμενο που μεταφέρει. Τα μέσα διάδοσής της αναπτύσσονται ραγδαία απειλώντας με εξαφάνιση το παραδοσιακό της προπύργιο, τις εφημερίδες. Στην εποχή της ταχύτητας και της θνησιγενούς πληροφορίας κάποιοι ενδεχομένως φοβήθηκαν πως εάν δεν συμμετάσχει στη φρενήρη αυτή κούρσα και το βιβλίο, θα πρέπει να αλλάξουν επάγγελμα βιοπορισμού. Τη σημερινή κατάσταση της λογοτεχνίας σχολιάζει ο Γερμανός φιλόσοφος Βάλτερ Μπένγιαμιν στο δοκίμιο του για τον μεγάλο Ρώσο διηγηματογράφο Νικολάι Λεσκώφ όταν διαπιστώνει ότι «σχεδόν τίποτε από ό,τι παράγεται δεν τροφοδοτεί τη διήγηση, τα πάντα όμως θρέφουν την πληροφορία».
Όμως το δίλημμα βιβλίο ή πληροφορία, που έθεσε αμετάκλητα ο νεωτερικός μας πολιτισμός — και στο οποίο σπεύσαμε να απαντήσουμε συρρικνώνοντας την λογοτεχνία σε μια πλοκή (μια συναρπαστική πληροφορία) σε βάρος της λογοτεχνικότητας, εκείνου δηλαδή του απροσδιόριστου μαγευτικού στοιχείου, που όπως είπε ο ποιητής Ρομπερτ Φροστ «χάνεται στη μετάφραση» — είναι παραπλανητικό. Και ύπουλο. Γιατί βεβαίως το βιβλίο δεν έχει κανέναν λόγο να συναγωνιστεί (ποτέ δεν το έκανε στην έως τώρα ιστορία) σε ταχύτητα την παραγωγή και τη διακίνηση οποιουδήποτε άλλου αγαθού. Εκτός κι αν αντιμετωπιστεί αποκλειστικά και μόνο ως εμπόρευμα. Διότι το βιβλίο έχει τους δικούς του χρόνους μέσα στον χρόνο της ανθρώπινης ιστορίας. Ο χρόνος του βιβλίου είναι δυνητικά ο χρόνος της ανθρώπινης ιστορίας. Ταυτόχρονα ο χρόνος του βιβλίου είναι ο χρόνος, ο ρυθμός της ανάγνωσης. Το μέτρο του ρυθμού ήταν για αιώνες, κάτι που λ.χ. αποτυπώνεται στην ίδια την υπαρκτική δομή της ποίησης, η ανθρώπινη αναπνοή. Ο ρυθμός αυτός υπερσκελίστηκε από την τεχνολογική επικράτηση και την τυραννική παντοδυναμία της εικόνας. Η ταχύτητα που αναπτύσσουν οι εικόνες στη σύγχρονη εποχή κόβει πλέον την ανθρώπινη ανάσα. Ο ρυθμός αυτός καταργεί τη σκέψη.
Το βιβλίο μπορεί να διευρύνει τα αισθητά όρια της ανθρώπινης ζωής, να αποτελέσει μια οδό στην ανθρώπινη περιπέτεια της αναζήτησης νοήματος του βίου, ενώ επίσης μπορεί κάλλιστα να χαντακώσει μια ζωή, φασκιώνοντας τον αναγνώστη με τα κουρέλια του μικρονοϊκου κι αφελούς συναισθηματισμού, της ιλιγγιώδους περιδίνησης στο λαβυρινθώδες κενό της αδιέξοδης πλοκής, που εμποδίζουν την πνευματική του ανάπτυξη. Από μας εξαρτάται αν θα υπηρετήσουμε και θα ενισχύσουμε την δημόσια ιλουστρασιόν «εικόνα» του ή εάν θα επιδιώξουμε την επιστροφή στον ιδρυτικό ρυθμό των χτύπων της ανθρώπινης καρδιάς, της ανθρώπινης αναπνοής, τον ανθρώπινο ρυθμό της ανάγνωσης, της έκδοσης και της συγγραφής ενός βιβλίου.

5.10.09

Ο Ποιητής Γιώργος Σαραντάρης

Γιώργος Σαραντάρης
«Οι γνωριμιές και η φιλία»
εκδ. Ροδακιό
170 σελ.

Η απόμακρη, μα βαθιά αγάπη δυο ανθρώπων για έναν τρίτο, του δοκιμιογράφου Ζήσιμου Λορεντζάτου και της φιλολόγου Σοφίας Σκοπετέα για τον ποιητή Γιώργο Σαραντάρη, βρίσκεται πίσω από το αφήγημα του ιταλόφωνου έλληνα ποιητή με θέμα τη βαθιά, αγαπητική, φιλία. Ο αδικοχαμένος στο αλβανικό μέτωπο Σαραντάρης, αποτελεί για τον Λορεντζάτο τον δεύτερο μεγάλο συνομιλητή του καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια του βίου του, μαζί (ή μάλλον καλύτερα) μετά τον Σεφέρη. Στο έργο και στην πνευματική του στάση (την ίδια ακριβώς που ψάχνει να αποτυπώσει κι ο Σαραντάρης στα εννιά πορτρέτα που συνθέτουν τούτο το βιβλίο) ο Λορεντζάτος αναζήτησε απαντήσεις σε μια κουβέντα που πρωτάρχισε με τον ποιητή της «Στροφής» («Γράμματα Σεφέρη-Λορεντζάτου» (Δόμος)) και κορυφώθηκε στους «Διόσκουρους» (Δόμος). Ο Σαραντάρης καταλαμβάνει προεξάρχουσα θέση και στη ζωή της Σκοπετέα, η οποία αφιερώθηκε (μετά τη ενδελεχή μελέτη του Κίρκεγκωρ) στην επιμέλεια και στην έκδοση του συνολικού του έργου. Δεν είναι διόλου, λοιπόν, τυχαίο ότι αυτό το αφήγημα αποτελεί την τελευταία φιλολογική δουλειά που επιμελήθηκε η κράτιστη φιλόλογος. Εν ολίγοις η έκδοση αυτή, ως προϊόν αγάπης για τον ποιητή (που αχνοφαίνεται, ας πούμε, στα ελληνικά του Λορεντζάτου που αναπνέουν κάτω από τη μετάφραση), συμπληρώνει και βαθαίνει ένα έργο με θέμα τη φιλία, ως εκδοχή της πολυπρόσωπης αγάπης. Αξίζει για του λόγου το αληθές να καταμετρήσει κανείς πόσες φορές χρησιμοποιεί ο Σαραντάρης τις λέξεις «καρδιά» και «καρδιακός» σε τούτο το κείμενο μιλώντας για τους φίλους του.
«Μπορεί να γελιέμαι, αλλά μοιάζει να μην είχε μεγάλη τύχη στην Ελλάδα η σκέψη του Σαραντάρη δυό φορές ως τώρα: και όταν την πρωτοπαρουσίασε ο ίδιος στο ελληνικό κοινό με τα δημοσιεύματά του και όταν – πάει κάμποσος καιρός – δοκίμασα, χρόνια αργότερα να την παρουσιάσω ή να την αναπτύξω στο ίδιο κοινό με μια πλουσιότερη προοπτική και να την εντάξω μέσα στη γενικότερη σύγχυση και ασυναρτησία «της σήμερον απροσδιορίστου εποχής» (Παπαδιαμάντης). […] Ωστόσο μια σκέψη δεν κρίνεται από την τύχη που λαβαίνει, καλή ή κακή, αλλά από την βαρύτητα της». Σε αυτή την προοπτική πρέπει, νομίζω, να εντάξουμε το βιβλίο. Τόσο ο Λορεντζάτος, όσο, υποψιάζομαι, και η Σκοπετέα έσκυψαν πάνω σ’ αυτό, το υπό μια έννοια ημιτελές κείμενο, το οποίο ο Σαραντάρης προόριζε να χρησιμοποιήσει ως βάση για κάποιο, άγραφο τελικά, μυθιστόρημα, ακριβώς διότι σε τούτο το νεανικό σχεδίασμα (ο Σαραντάρης ήταν τότε μόλις 23 ετών) σκιαγραφείται, εξ αντανακλάσεως, το μοναδικό πορτρέτο του ιταλόφωνου ποιητή κι ανιχνεύονται οι κεντρικοί άξονες της προσωπικότητας που λάμπει μέσα στα μεταγενέστερα ποιήματα και δοκίμια. Ο Σαραντάρης καταπιάνεται μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1931 με την σκιαγράφηση των πορτρέτων εννέα προσώπων που συναναστράφηκε στα πρώτα φοιτητικά του χρόνια στην Μπολόνια. Τα πρόσωπα που προσπελάζει ο ποιητής μικρό ενδιαφέρον παρουσιάζουν για τον Έλληνα αναγνώστη. Πρόκειται στην πλειονότητά τους για γόνους αριστοκρατικής καταγωγής που μοιάζουν να ξεπήδησαν από μυθιστόρημα του Λαμπεντούζα. Ο νεαρός ποιητής δεν εμμένει στην βαθιά μελαγχολική, ενίοτε παρακμιακή, ατμόσφαιρα fin de siècle των προσώπων. Παρουσιάζει τους φίλους του μέσα από το πρίσμα της βαθιάς αγάπης για τα γράμματα και την τέχνη και την πίστη στο αρχαιοελληνικό/χριστιανικό ιδεώδες της ολοκλήρωσης του ανθρώπου. Μέσα απ’ τον θαυμασμό για την ιλιγγιώδη παιδεία των φίλων του (που κινούνται με άνεση στα πιο στενά στενοσόκακα της ευρωπαϊκής σκέψης, και κυρίως τα στέρεα κριτήρια με τα οποία ξεχωρίζει την ήρα απ’ το στάρι (τη «σκέψη και το πάθος») όσο αφορά τις επιλογές και τον χαρακτήρα τους) διαφαίνεται η συγκλονιστική, για την ηλικία του, διανοητική σκευή και καλλιέργεια, η ωριμότητα και κατασταλαγμένη αυτοπεποίθηση και πίστη του Σαραντάρη στην πίστη και στις γνώσεις του. Ολοι και όλα κρίνονται με αυστηρά κριτήρια μέσα σε εκείνη την παρέα. Ωστόσο ο Σαραντάρης μοιάζει να κυκλοφορεί μ’ ένα νυστέρι ανά χείρας, ανατέμνοντας σχεδόν κάθε πράξη, λέξη ή στοχασμό του συνομιλητή του αναζητώντας μέσα από την επαλήθευση της ρήσης του Γκαίτε: «Πες μου ποιον συναναστρέφεσαι και θα σου πω ποιος είσαι· άμα ξέρω με τι καταπιάνεσαι, ξέρω και τι δυνατότητες έχεις», να διασώσει κάτι από την πρώτη περίοδο της νιότης του.

Στρεβλώσεις

Mια από τις στρεβλώσεις της δημόσιας ζωής στις ΗΠΑ, (εξαιτίας της τηλεόρασης) είναι σύμφωνα με την Αλεξάντρα Στάνλεϊ των New York Times, ότι οι απαξιωμένοι ή ξεχασμένοι πολιτικοί παλεύουν να επιστρέψουν (να στρέψουν και πάλι πάνω τους τα φώτα τη δημοσιότητας) αυτοεξευτελιζόμενοι. Οι διάττοντες αστέρες των ποικίλων «ψυχαγωγικών» εκπομπών ενδύονται, αντίστοιχα, τον μανδύα της σοβαρότητας εξομολογούμενοι μύχια ηθικά ή ανήθικα μυστικά.
Οι πολιτικοί, υποστηρίζει η κ. Στανλεϊ συνειδητοποιούν πως τα λόγια δεν αρκούν πλέον για να αγκιστρώσουν το κοινό οπότε παρατολμούν να το ψαρέψουν λικνίζοντας τα οπίσθιά τους και αποκαλύπτοντας τον τρελό χορευτή που κρύβουν μέσα τους. Χαρακτηριστική περίπτωση εκείνη του Ρεπουμπλικανού πρώην προέδρου της βουλής των αντιπροσώπων, Τομ Ντιλέι, ο οποίος τα «έδωσε όλα» στην πίστα του ριάλιτι «Χορτεύοντας με τα αστέρια», ενώ κατηγορείται για παραβίαση της νομοθεσίας περί χρηματοδότησης των κομμάτων.
Αντίθετα οι διάφορες μπαγιάτικες διασημότητες σπεύδουν στο πρώτο διαθέσιμο τοκ σόου για να αποκαλύψουν κάποιο φρικιαστικό μυστικό: είτε μια ηλίθια βουτιά στον ανηλεή κόσμο των ναρκωτικών, είτε την οικειοθελή αιμομικτική σχέση με έναν εκ των γονέων.
Εν ολίγοις οι εκλεγμένοι αξιωματούχοι διαπραγματεύονται ακριβά μια υποτιμημένη μετοχή, την αξιοπρέπειά τους, ενώ οι άνθρωποι του θεάματος ξεπουλούν (επίσης ακριβά) ψίχουλο, ψίχουλο την ιδιωτική τους ζωή. Κι αυτό διότι από την άλλη πλευρά, το αντίτιμο είναι ανεκτίμητο. Η αναγνωρισιμότητα που προσπορίζει η σταθερή παρουσία στα τηλεοπτικά πλατό δεν μετριέται απλώς σε χρυσάφι, όπως κάποτε η τιμή και η αξιοπρέπεια, αλλά με τον τζογαδόρικο όρο «όλα ή τίποτα». Γιατί η ωχρόλευκη αναγνώριση που παρέχει το τηλεοπτικό γυαλί από τον παίκτη του ριάλιτι μέχρι τον υποψήφιο βουλευτή ή υπουργό αποτελεί την πρώτη ύλη για τη χάλκευση μιας ονειρεμένης καταναλωτικής ζωής χωρίς ανησυχίες. Με άλλα λόγια στην τηλεόραση διαστρέφονται συστηματικά οι όροι της δημοκρατίας...

28.9.09

Η αποφορά των (προ)εκλογικών συζητήσεων


Τρόφιμα κι εδώδιμα έχουν πάντα ημερομηνία λήξης γιατί παρά τα τελειοποιούμενα τεχνολογικώς περιτυλίγματα αλλοιώνονται και σαπίζουν μετά την πάροδο σχετικού χρονικού διαστήματος. Εδώ και κάποια χρόνια στα εξαφανισμένα κάτω από το σκυρόδεμα και την άσφαλτο χώματα, (εκεί που κάποτε ότι γεννήθηκε η δημοκρατία) ο κόσμος συνειδητοποιεί εμβρόντητος ότι έχει και αυτή ημερομηνία λήξης. Οτι μπορεί να αλλοιωθεί και να σαπίσει. Συνειδητοποιεί επίσης (όχι πλέον εμβρόντητος, αλλά μάλλον βαριεστημένα) ότι παρά την προχωρημένη σήψη μιας δημοκρατίας που ήδη από τη μεταπολίτευση ξέπεσε στην πελατειακή κομματοκρατία της διαφθοράς, οι πολιτικές συζητήσεις που μαίνονται πάνω από το αλλοιωμένο αγαθό αφορούν σχεδόν αποκλειστικά το περιτύλιγμα. Αν και απέχουμε μόλις μια εβδομάδα από τις εκλογές κι ενώ οι επαγγελματίες της πολιτικής (κάτι σαν τους επαγγελματίες οδηγούς ταξί που συνήθως αποτελούν μια πιο εκχυδαϊσμένη εκδοχή του εγωπαθούς Νεοέλληνα οδηγού) μας έχουν λύσει τον αφαλό με την αέναη επανάληψη των ίδιων αλλοιωμένων και σάπιων παραπειστικών λόγων, νέα πρόσωπα εξακολουθούν να διαφημίζουν τις αρετές και τα προτερήματα των αποσυντεθειμένων μελών ενός δυσώδους τουμπανισμένου σώματος: Των ποικίλων παρατάξεων που συνθέτουν το υπάρχον πολιτικό (βλέπε κομματικό) σύστημα. Κι όπως συμβαίνει όλα τα τελευταία χρόνια ενόψει εκλογών, εξακολουθούμε να τρώμε την ίδια χαλασμένη τροφή προτείνοντας διαφορετικά αρτύματα για την βελτίωση της γεύσης. Είναι που αδυνατούμε πλέον να διακρίνουμε την πρόοδο της αλλοίωσης· οπότε όσο δεν μας σκοτώνει η δηλητηριασμένη τροφή, όσο αντέχουμε αυτό το αλλόκοτο μιθριδατικό παιχνίδι θα γευόμαστε το νεκρό κουφάρι...

25.9.09

Τηλεοπτική άφεση αμαρτιών

Η τηλεόραση εκτελεί ταυτόχρονα μια διπλή κίνηση που θυμίζει φαύλο κύκλο: φέρνει όσους βρεθούν κάτω από τους προβολείς της στο επίκεντρο της δημοσιότητας, ενώ ταυτόχρονα καταλαμβάνει περίοπτη θέση στο επίκεντρο της ζωή μας. Αυτός ο φαύλος κύκλος δημιουργεί με τη σειρά του μια αδηφάγα μαύρη τρύπα, που καταπίνει την πραγματικότητα μετατρέποντας την σε εικονική. Αντλώντας ισχύ από το μεγαλύτερο όπλο του σύγχρονου πολιτισμού, την στατιστική υπεροχή, το γεγονός δηλαδή ότι απευθύνεται καθημερινά στη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού (αυτό)αναγορεύθηκε πολύ νωρίς σε αυθεντία επικύρωσης της αλήθειας («το είπε η τηλεόραση») υποβαθμίζοντας το κύρος και την επιρροή κάθε άλλου πολιτικού ή κοινωνικού θεσμού. Κατόρθωσε να υποκαταστήσει τον ρόλο του σχολείου αποτελώντας την κύρια πηγή γνώσης για τα παιδιά, κι εδώ και χρόνια την δικαστική και εκτελεστική εξουσία, δικάζοντας και καταδικάζοντας κατά το δοκούν πρόσωπα και καταστάσεις. Η πρόσφατη συνέντευξη του άλλοτε λαμπερού αστέρα της Ποπ, της Γουίτνεϊ Χιούστον στην «εθνική παρουσιάστρια» των ΗΠΑ Οπρα Γουίνφρεϊ, την οποία σχολιάζει η Αλεξάντρα Στάνελεϊ των New York Times, μας υπενθυμίζει ότι η τηλεόραση επιτελεί και έναν ακόμα (εν πολλοίς απαξιωμένο κοινωνικά) ρόλο: εκείνον του εξομολογητηρίου – προς το παρόν στη άλλη πλευρά του ατλαντικού. Πολιτικοί και πάσης φύσεως άνθρωποι του θεάματος προσέρχονται στην κάμερα, όπως οι πιστοί στον εξομολόγο τους προκειμένου να ομολογήσουν δημοσίως τα παραπτώματά τους, να πάρουν πανεθνική άφεση αμαρτιών ώστε να επιχειρήσουν ένα νέο άσπιλο ξεκίνημα. Οταν ο πρόεδρος Ομπάμα στην πρόσφατη ομιλία του στους μαθητές κατά την έναρξη του νεου σχολικού έτους τους προειδοποίησε ότι θα πρέπει να προσέχουν κάθε τους κουβέντα και κίνηση καθότι σήμερα καταγράφονται και κυκλοφορούν στο YouTube απ’ όπου μπορούν να ανασυρθούν ανά πάσα στιγμή παρέλειψε να συμπληρώσει το σπουδαιότερο. Για την άφεση των εικονικών αμαρτιών υπάρχει πάντοτε η τηλεόραση. Ομοιοπαθητική θεραπεία.

23.9.09

Καταρρακωμένη ζωή


Η δουλειά των τηλεοπτικών και των κινηματογραφικών παραγωγών είναι να πουλούν διαφήμιση και κατ’ επέκταση –ενδεχομένως- τέχνη. Υπό μια, πάλι σχετική, έννοια η ανακάλυψη της τηλεοπτικής σειράς, ως είδος, αποτέλεσε μια εξαιρετική ιδέα προς αυτή την κατεύθυνση. Μια τηλεοπτική σειρά λειτουργεί σήμερα ως ένα μακροσκελέστατο κινηματογραφικό έργο που δυνητικά θα κρατήσει καθηλωμένο τον θεατή, όχι δύο ώρες, αλλά μια ολόκληρη σεζόν. Η κρίσιμη διαφορά είναι ότι μια τέτοια «εκδοχή» τηλεοπτικής ταινίας «χωράει» υπερπολλαπλάσιες διαφημίσεις. Ωστόσο το κυνήγι του θεατή από τον διαφημιστή θυμίζει πολύ το κυνήγι του πρωταθλητή από την Παγκόσμια Yπηρεσία Aντιντόπινγκ (WADA). Μπορεί το «κόλπο» να έπιασε και ο κόσμος να εθίστηκε στο νέο τηλεοπτικό προϊόν, εξακολουθεί όμως να βδελύσσεται τις διακοπές για διαφημίσεις. Εξ ου και στρέφεται στο παρθένο διαφημίσεων DVD. Η στροφή όμως αυτή έχει επιφέρει, σύμφωνα με άρθρο των New York Times, αλλοιώσεις στην κοινωνική ζωή των ανθρώπων. «Υπήρχε μια εποχή», αναπολεί η συντάκτρια του εν λόγω άρθρου, «πριν αρχίσουμε να βλέπουμε παλιά επεισόδια του «The Wilde» κάθε βράδυ, που συμπεριφερόμασταν σαν τυπική οικογένεια». Μια εποχή που οι οικογένειες (ή τουλάχιστον το ζευγάρι) δειπνούσαν μαζί. Που οι γονείς μιλούσαν στα παιδιά τους. Που έβγαιναν τα Σαββατοκύριακα έξω. Που κάποιος έπλενε τα πιάτα ή τα ρούχα. Μέχρι που ο κόσμος άρχισε να εθίζεται στις τηλεοπτικές σειρές, περνώντας αρχικά ολόκληρα Σαββατοκυριακα κι έπειτα κάθε βράδυ αργά, ενίοτε μέχρι το χάραμα στον καναπέ βλέποντας ατέλειωτους κύκλους ξένων δημοφιλών σειρών. Κι όποιος έμπαινε στον φαύλο, αυτό κύκλο, δύσκολα βγαίνει. Ακόμα και οι άνθρωποι που επαίρονταν ότι δεν βλέπουν τηλεόραση. Και που εξακολουθούν να μη βλέπουν. Ούτε ειδήσεις. Αλλά βλέπουν μανιωδώς βίντεο. «Δανείσαμε στους φίλους μας τον πρώτο κύκλο του «Lost» και δεν τους ξαναείδαμε έκτοτε», ομολογεί μια τηλεθεάτρια. Η απόλυτα εξατομικευμένη ψυχαγωγία – on demand – οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην απόλυτη απομόνωση. Κάτι σαν την ατομική νιρβάνα του ναρκωτικού.

16.9.09

To δώρο της δωρεάς

Μπήκα όπως κάθε βράδυ στο μετρό, βρήκα ελεύθερο κάθισμα και κάθισα. Απέναντί μου καθόντουσαν δύο νεαρά μελαμψά παιδιά από την Ινδία ή το Πακιστάν, γεγονός που μάλλον εξηγούσε το γιατί σε ώρα αιχμής τα δυο αντικριστά τους καθίσματα παρέμεναν αδειανά. Μου χαμογέλασαν ζεστά, προσφέροντάς μου ένα βουβό, αλλά εύγλωττο καλωσόρισμα. Ενιωσα αμήχανα, αλλά εντούτοις τους κοίταξα στα μάτια, ανακαλύπτοντας δυο φωτεινά και προσηνή πρόσωπα. Δεν ξέρω γιατί αλλά μόλις το μάτι μου έπεσε στο μακρύ περίτεχνο κομποσχοίνι που ο ένας εκ των δύο είχε τυλιγμένο στην παλάμη, δεν βάσταξα και είπα, δείχνοντάς το με το χέρι: πολύ όμορφο κομποσχοίνι...
Εκείνος στράφηκε στον διπλανό του, που του μετέφρασε την ξεκάρφωτη φράση μου, κι αμέσως το ξετύλιξε από το χέρι και μου το προσέφερε. Πάρε το, συμπλήρωσε ο άλλος. Εμεινα άναυδος. Η αφοπλιστική κατάδηλη ειλικρίνεια της δωρεάς δεν άφηνε περιθώρια άρνησης του δώρου· κανένα περιθώριο ανούσιας υπακοής στις επιταγές της τυπικής δυτικοευρωπαϊκής «ευγένειας». Τα δύο παιδιά ήταν πολύ πρόχειρα ντυμένα, φτωχικά με τα σημερινά μικροαστικά δεδομένα. Ηταν φανερό ότι το δώρο προερχόταν από το υστέρημά τους. Θυμήθηκα τα λόγια του ταχυδρόμου του Ταρκόφσκι: «το δώρο πρέπει να είναι θυσία για να είναι δώρο». Συνειδητοποίησα ντροπιασμένος πως όχι μόνο δεν είχα τίποτε – παρά την τεράστια τσάντα που κρατούσα - να τους προσφέρω, αλλά και τίποτα που θα μου έλειπε αν το έδινα. Τίποτα που να μπορεί να λειτουργήσει, να κοινωνηθεί ως δώρο. Δεν ένιωσα απλώς βαθιά απογοητευμένος από τον εαυτό μου, αλλά ότι βρίσκομαι, ως γέννημα θρέμμα της Δύσης ενώπιον ενός υπέρμετρα ανώτερου, πανανθρώπινου πολιτισμού. Τότε έκανα άλλη μια απέλπιδα σκέψη: όλοι εμείς ετοιμαζόμαστε να πάμε στις κάλπες με μοναχικό εφόδιο τις ατομικές, εγωτικές μας απαιτήσεις για μια πιο εύκολη καταναλωτική ζωή. Ανίκανοι να κάνουμε το παραμικρό δώρο. Εδώ δουλεύω, μου είπε ο νεαρός καθώς περνούσαμε από τον σταθμό του Θησείου. Το βράδυ, το κρύο πολύ. Χαμογέλασα πονεμένα και σηκώθηκα. Εμένα κάνει παγωνιά μέσα μου, σκέφθηκα.

11.9.09

Συνέντευξη του εκδότη και θεολόγου Δημήτρη Μαυρόπουλου


Η ανέλπιστη εκδοτική επιτυχία του μεταθανάτιου βιβλίου του Ζήσιμου Λορεντζάτου «Collectanea» έβαλε για πρώτη φορά στην ιστορία του τον εκδοτικό οίκο «Δόμο» στη λίστα των πιο ευπώλητων βιβλίων για αρκετές εβδομάδες. Με την ευκαιρία αυτή ο εκδότης και κάποτε διακεκριμένος στο σχολικό στίβο εκπαιδευτικός, Δημήτρης Μαυρόπουλος μιλάει στην «Κ» για τη γέννηση του «Δόμου» (τον Σεπτέμβριο του 1978) και την κριτική έκδοση των «Απάντων» του Παπαδιαμάντη (εκδοτικό εγχείρημα απροσμέτρητης αξίας, αναμενόμενο από μεγάλο κρατικό θεσμό κι όχι από μικρό εκδότη). Εκφράζει την αγάπη του για τη μαστορική και το δέος του για τους ιερούς κανόνες της τυπογραφίας και σχολιάζει τη λεγόμενη οικονομική-αναγνωστική κρίση των ημερών μας.

Φαίνεται ότι τα «Collectanea» θα είναι το πιο ευπώλητο βιβλίο του Ζήσιμου Λορεντζάτου. Τι τύχη είχαν τα προηγούμενα βιβλία του; Πιστεύετε ότι διαβάστηκαν και αξιολογήθηκαν από τους κριτικούς;

Δ.Μ. Ναι πράγματι ήταν μια έκπληξη για μένα η ανταπόκριση του κοινού σε αυτό το βιβλίο. Του Ζήσιμου τα βιβλία συνήθως τα βγάζαμε σε 1000 αντίτυπα, μερικά και σε μικρότερο αριθμό 500 και 400... Το κοινό του ήταν περίπου 800 αντίτυπα, να πουληθούν μέσα σε 10 χρόνια. Αυτό ήταν το κοινό του Λορεντζάτου. Το μόνο βιβλίο του που είχε κάνει δεύτερη έκδοση ήταν αυτό το ταξιδιωτικό, που δεν είναι απλώς μόνο ταξιδιωτικό, «Στου τιμονιού τ’ αυλάκι». Η ανταπόκριση. Δεν ήταν εύκολο να προσεγγίσει κανείς τα βιβλία του Ζήσιμου. Θέλω να πιστεύω ότι αυτός ήταν και ο λόγος που δεν είχαμε κριτικές παρουσιάσεις αρκετές. Υπήρξαν αρκετές, ασφαλώς καλές παρουσιάσεις. Αλλά, θα το πω με έναν τρόπο λίγο παροιμιακό, από την εποχή του Ομήρου μέχρι σήμερα μια μικρή αναλογία ανθρώπων είναι που φτιάχνει πολιτισμό. Ο Ζήσιμος επηρέασε ανθρώπους. Τους λίγους αυτούς. Κι αυτοί οι λίγοι επηρέασαν άλλους. Περίπου τα βιβλία του όταν βγαίνανε για αυτή τη μικρή αναλογία ανθρώπων ήταν ενά εκδοτικό γεγονός. Εχω ακούσει την έκφραση, να πάμε πολύ παλιά, ότι το «Χαμένο Κέντρο», έλαβε τη θέση ενός μανιφέστου μέσα στην ιστορία. Αυτή την προσέγγιση πρέπει να κάνω. Πάντως η έκπληξη μου είναι μεγάλη. Γιατί αυτό το βιβλίο μέσα σε τρεις εβδομάδες τώρα κοντεύει να φτάσει τα 800 αντίτυπα, που άλλες φορές θέλαμε 10 χρόνια για να τα φτάσουμε. Γιατί; Μου έλεγε ένας φίλος χθες που το συζητάγαμε, ότι το περιεχόμενο αυτού του βιβλίου ήταν ένα περιεχόμενο που έλειπε, χρόνια τώρα, από τον τόπο μας, από την πνευματική μας ζωή να το πω έτσι. Πιστεύω ότι αυτός είναι ο λόγος. Ναι, μεν είχαμε αυτή την εξαιρετική παρουσίαση της κ. Όλγας Σελλά στην «Κ» ως προδημοσίευση, αλλά δεν νομίζω ότι αυτός είναι ο λόγος της ανταπόκρισης. Είναι το βιβλίο που πουλιέται στόμα με στόμα.

Υπήρξε άραγε και ένα κοινό που αγόρασε το βιβλίο επειδή φανταζόταν ότι θα βρει στοιχεία προσωπικά του Λορεντζάτου που δεν έβρισκε αλλού;

Εντάξει. Κι εγώ όταν πήρα στα χέρια μου το χειρόγραφο, το αυτόγραφο του Ζήσιμου και κάθισα και το διάβαζα, περίμενα να δω κι εγώ πράγματα προσωπικά. Δεν εκτίθεται προσωπικά ο Λορεντζάτος σε αυτό το βιβλίο παρόλο ότι υπάρχουν προσωπικές αναφορές, πάρα πολλές, υπάρχουν καταθέσεις μεταφυσικών αξόνων κυρίως, κάτι που δεν φαίνεται στο δοκιμιακό του έργο, ή μάλλον πρέπει να είσαι πολύ υποψιασμένος για να το καταλάβεις, είναι κρυμμένο κάτω από τις γραμμές. Εδώ φτάνει μερικές φορές σε καταγραφές που μπορεί να τις πεις ομολογίες πίστεως. Εχει αρκετά προσωπικά, όχι όμως αυτό που θα περίμενα, από περιέργεια πρέπει να πω κι όχι από ωριμότητα. Ισως αρκετοί θα ψάξουν να βρουν κάτι τέτοια. Αν θα βρουν αν δεν θα βρουν δεν ξέρω. Αλλά είναι το background αυτού του βιβλίου φοβερό. Δεν ξέω πόσοι έχουμε τη δυνατότητα να προσεγγίσουμε αυτό το υλικό που απλώνεται. Κυρίως όσο αφορά την ξένη λογοτεχνία την ποίηση κατά κύριο λόγο. Είναι όμως μια ζωγραφιά μιας εποχής που λέμε ότι τελειώνει. Ελπίζω να μην τελειώσει. Δεν ξέρουμε. Η ιστορία έχει χαοτικό χαρακτήρα, ιδίως στην πνευματική ζωή. Ζωγραφίζει αυτόν τον κόσμο από τη δεκαετία του 40 για 50 χρόνια περίπου.

Ο Λορεντζάτος έζησε μακριά από τον θόρυβο και τα ενδιαφέροντα της αγοράς. Μήπως σε αυτή του την επιλογή τον μιμήθηκε και ο εκδοτικός σας οίκος;

Θα πω κάτι που το είχα πει κάποτε και στο περιοδικό αντί όταν έγραψα κάτι στη μνήμη του. Ο εκδοτικός οίκος έχει σχέση με τον Λορεντζάτο. Θα έλεγα ότι είναι ένας από αυτούς που τον γέννησαν. Η σχέση μου μαζί του με επηρέασε και στον τρόπο του βίου μου. Ναι, περίπου κι εγώ μακριά από τη δημοσιότητα θέλω να είμαι. Καμιά φορά μου λένε γιατί δεν κάνω αυτά τα marketing ξέρω γω, και απαντάω ότι δεν πουλάω φέτα παρνασσού για να τη διαφημίσω. Αλλο πράγμα κάνω. Αν είναι στέρεο θα περπατήσει μόνο του. Αν δεν είναι θα βουλιάξει.

Η μεγάλη επιτυχία και προσφορά του «Δόμου» είναι η κριτική έκδοση των Απάντων του Παπαδιαμάντη. Είναι ένα τεράστιο εκδοτικό εγχείρημα και δημιουργεί απορία πώς το τολμήσατε.

Ο ενθουσιασμός έπαιξε ρόλο. Γιατί αν έπαιζε η λογική ρόλο, δεν θα προχωράγαμε. Ο εκδοτικός οίκος δημιουργήθηκε για να βγουν τα άπαντα του Παπαδιαμάντη. Όλα τα άλλα ήρθανε μετά. Δεν τα είχα υπολογίσει τότε. Είχα τη δουλειά μου τότε στο σχολείο... και φτιάξαμε έναν εκδοτικό οίκο. Μάλιστα ο εκδοτικός οίκος γεννήθηκε στο ύψος της Μαλακάσας. Είναι ενδιαφέρουσα αυτή η ιστορία είχαμε πάει με τον Λορεντζάτο και τον Χρήστο τον Γιανναρά στη Χαλκίδα να φάμε ένα ψαράκι με τον Τριανταφυλλόπουλο, να κάνουμε και την εκδρομή μας. Κι εκεί ο Τριανταφυλλόπουλος μας έλεγε με στεναχώρια ότι θέλει να ξεκινήσει αυτή την κριτική έκδοση του Παπαδιαμάντη, αλλά δεν βρίσκει εκδότη. Είχε ήδη αποταθεί σε τρεις μεγάλους εκδότες και δεν βρήκε ανταπόκριση. Επιστρέφοντας λοιπόν, στο ύψος της Μαλακάσας ελεεινολογούσαμε τον τόπο μας που δεν υπάρχει ένας να τον εκδώσει κι αποτόλμησα την κουβέντα γιατί δεν φτιάχνουμε το δικό μας εκδοτικό οίκο. Λοίπον, έτσι φτιάχθηκε ο «Δόμος» για να βγει ο Παπαδιαμάντης. Ήταν ένα εγχείρημα που με δικαίωσε, πρέπει να πω. Δεν χρειάζονται άλλα κέρδη στη ζωή σου πέρα από αυτή τη δικαίωση, φτάνει αυτό.

Ο «Δόμος» έγινε γνωστός στη βιβλιαφορά και χάρη στην αισθητική αρτιότητα των βιβλίων του. Εσείς που ξεκινήσατε ως θεολόγος καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση ποια ήταν τα κίνητρα που σας έκαναν να στραφείτε στις εκδόσεις;

Έχω μια φυσική επιτηδειότητα με τα τεχνικά θέματα, με κατασκευές κλπ. Από μαθητής είχα μια τάση να πηγαίνω σε τυπογραφία. Αυτό το μυστήριο του τυπογραφείου μου άρεσε πάρα πολύ. Έβλεπα και έκλεβα βλέποντας. Και πριν ακόμα ιδρυθεί ο «Δόμος» ανακατευόμουνα με επιμέλειες εκδόσεων: πιο πολύ ήθελα να είμαι στο τυπογραφείο να βλέπω τη διαδικασία. Τότε τα τυπογραφεία δεν ήταν τα κομπιούτερ, ήταν οι άνθρωποι, τα μέταλλα, ήταν τα μελάνια που μύριζαν, πολλά πράγματα ήτανε. Ετσι όταν ιδρύθηκε ο «Δόμος» αποφάσισα να εκδώσω τον Παπαδιαμάντη με μονοτυπία, δηλαδή με μεταλλικά στοιχεία. Με βοήθησε πολύ ο μακαρίτης ο Φίλιππας ο Βλάχος, οι αδελφοί Παλιβογιάννη, ο μακαρίτης ο Σμαδάκης. Πήγα κοντά τους, έμαθα βλέποντας την τέχνη κι έφτιαξα ένα δικό μου τυπογραφείο και κει φτιάξαμε τον Παπαδιαμάντη. Η αισθητική. Δεν έχω τίποτα ιδιαίτερες ικανότητες για την αισθητική. Όμως επιμένω να τηρώ τους κανόνες της παραδοσιακής τυπογραφίας. τους θεωρώ ιερούς κανόνες. Αυτή είναι η αισθητική: να τηρήσεις τους κανόνες. Εν αντιθέσει προς τη σημερινή κατάσταση, να το πω έτσι, όπου πολλοί δεν τους ξέρουν αυτούς τους κανόνες κι αφήνουν τις μηχανές να τους πηγαίνουν ή μια αισθητική σύγχρονη, όπως ξέρετε, που μπορείς να επεμβαίνεις σε οποιαδήποτε μορφή και να την κάνεις εσύ όπως θέλεις. Αυτό είναι το μυστικό μου: ότι τηρώ με ιερή ακρίβεια τους κανόνες της τυπογραφίας.

Οι οποίοι είναι συγκεκριμένοι, επακριβώς προσδιορισμένοι;

Είναι συγκεκριμένοι, προσδιορισμένοι. Έχουν καταγραφεί από μελετητές. Εγώ τους έμαθα από παλιούς μαστόρους. Καμιά φορά ως επιμελητής ήθελα κάτι να κάνω και ο μάστορας φώναζε: «Αυτό δεν γίνεται!». Εννοούσε ότι αυτό δεν το έχουμε μάθει στην παράδοση της τυπογραφίας να το κάνουμε, δεν μπορεί να γίνει. Και πάντα είχε δίκιο ο μάστορας.

Εχει διαμορφώσει το δικό του πιστό κοινό ο «Δόμος»; Και ποιους τομείς τον χώρο του βιβλίου προσπάθησε να καλύψει;

Ναι, νομίζω ότι έχει ένα κοινό. Κατ’ αρχήν είναι όλο το έργο γύρω από τον Παπαδιαμάντη. Δεν είναι μόνο τα «Άπαντα» που έβγαλα και οι μελέτες γύρω από τον Παπαδιαμάντη. Μετά και λόγω της σχέσης μου με την Εκκλησία προσπάθησα να υπηρετήσω κάποια θεολογικά πράγματα, απέφυγα πάρα πολύ να βγάλω θρησκευτικά βιβλία. Όμως όταν έπεφτε στα χέρια μου ένα καλό θεολογικό βιβλίο, ναι, το έβγαζα, αδιαφορώντας αν θα βρει ανταπόκριση ή όχι. Πιστεύω ότι σε αυτό τον τομέα έχω βγάλει αρκετά κλασικά θεολογικά έργα. Και τρίτο ήταν το δοκίμιο. Ο Ζήσιμος είναι η ραχοκοκαλιά του δοκιμίου, πρέπει να πω. Ο Γιανναράς είναι η δεύτερη ραχοκοκαλιά του δοκιμίου και κοντά εκεί έχω βγάλει και άλλα δοκίμια ή μελέτες, που όμως είχαν κάτι να πουν. Κατά τη γνώμη μου βέβαια, έτσι; Και βλέπω ότι αρκετοί άνθρωποι το έχουν καταλάβει αυτό το πράγμα και έτσι όταν ένα βιβλίο γράφει εκδόσεις «Δόμος» έχουν εμπιστοσύνη ότι κάτι θα βρουν στο βιβλίο μέσα.

Η οικονομική κρίση εντείνει την αντίστοιχη αναγνωστική; Και ποιοι εκδότες θίγονται κατά τη γνώμη σας περισσότερο;

Δεν είναι εύκολη απάντηση. Πριν από ένα μήνα θα έδινα μια απάντηση. Τώρα με αυτή την έκπληξη ενός βιβλίου 800 σελίδων, ακριβού βιβλίου... η λιανική του τιμή με το ΦΠΑ είναι 47 ευρώ, δεν είναι ευκαταφρόνητο ποσό, να έχει τέτοια κυκλοφορία...
Τα’ χω χαμένα... Τι θα πει οικονομική κρίση. Ίσως η οικονομική κρίση επηρεάσει αυτά τα λεγόμενα αυτά τα λεγόμενα βιβλία της μιας χρήσεως. Αντί μια οικογένεια ή ένας αναγνώστης να αγοράζει 4-5 βιβλία, 10 το χρόνο, να το περιορίσει και να αγοράζει 2-3. Θα υπάρξει μια οικονομική κρίση, αλλά είναι σύνθετο το πρόβλημα. Μια απλή απάντηση θα ήταν παρακινδυνευμένη και αφελής νομίζω.

Υπάρχει αναγνωστική κρίση;

Όχι αναγνωστική κρίση δεν υπάρχει. Όπως θα παρατηρήσετε σε στατιστικές που βγαίνουνε και περισσότερος κόσμος διαβάζει και περισσότερα βιβλία διαβάζονται. Το ερώτημα είναι τι βιβλία διαβάζονται και τι κόσμος διαβάζει. Θυμάμαι ότι όταν ήμουνα νέος θαυμάζαμε τους ξένους, τους τουρίστες που στη παραλία πάντα είχαν ένα βιβλίο και διαβάζανε και εμείς δεν το κάναμε. Δε λέει τίποτα αυτό. Το θέμα είναι τι διαβάζεις. Επιτρέψτε μου να την μετακινήσω λίγο την ερώτηση. Φοβούμαι ότι περνάμε μια μεγάλη κρίση, την τελευταία δεκαετία, για να μην μπω την τελευταία δεκαπενταετία. Δεν έχουμε βιβλία με περιεχόμενο που ανοίγει δρόμους. Κυρίως έχουμε κατακλυστεί από αυτά τα βιβλία, τα εντάσσουμε στη λογοτεχνία ή στην ψυχολογία, που είναι μια καταγραφή ή αναγραφή ή περιγραφή εσωτερικών ψυχολογικών καταστάσεων, κυρίως δε, γυναικείων. Μου έκανε εντύπωση μια φορά, δεν θα πω το όνομα, ενός άνδρα συγγραφέα, καλού συγγραφέα, λογοτέχνη, ο οποίος ομολόγησε ότι αναγκάστηκε να μεταβάλλει τη γραφή και αναγκάστηκε να γράφει με γυναικεία ψυχολογία για να είναι ευπώλυτα τα βιβλία του. μια κρίση τέτοια έχουμε. Κρίση πνευματική να την ονομάσω. Κατά τα άλλα οι αριθμοί ευημερούν.

Η σχέση σας με τους συγγραφείς που εκδώσατε ήταν τυπικά επαγγελματική; Ή ένας μικρός οίκος έχει μεγαλύτερα περιθώρια για την καλλιέργεια προσωπικών σχέσεων εκδότη-συγγραφέα;

Οχι. Με τους συγγραφείς έχω προσωπική σχέση. Είναι ελάχιστες οι περιπτώσεις που θα βγάλω ένα βιβλίο με έναν συγγραφέα που δεν τον ξέρω ως φίλο. Αλλά και όταν βγάζω ένα βιβλίο κι αν δεν είναι στενός μου φίλος, γίνεται στενός μου φίλος. Είναι προσωπική η σχέση με τους συγγραφείς.

7.9.09

Εκστρατείες


Από τον Ευγένιο Αρανίτση.

Το να εκθειάζουμε ή απλώς να ανεχόμαστε το πέρα για πέρα άχρηστο καταναλωτικό αντικείμενο, υπό το βάρος του οποίου ακριβώς ξεψυχούν οι ελπίδες για μια πιο όμορφη και συγκινημένη ζωή, φαίνεται πλέον να είναι μονόδρομος, η δε συσσώρευση των σκουπιδιών δεξιά και αριστερά αποτελεί την παρωδία του.

Παύοντας να κοιτάμε τα άστρα, υποκύπτουμε στη γοητεία αστρονομικών μεγεθών. Εχοντας χάσει κάθε αίσθηση της χρησιμότητας των πραγμάτων και, μαζί, κάθε νοσταλγική επιθυμία για την επίδραση που θα ασκούσαν ως δώρα ή ενθύμια, τέλος περιορίζοντας τον διαμεσολαβητικό τους χαρακτήρα μέχρι να παγώσουν, τα μετατρέψαμε σε σκουπίδια, των οποίων το πιστοποιητικό γνησιότητας είναι η τιμή - αντιστρόφως ανάλογη της ανάγκης.

ΦΥΣΙΚΑ, ισχύει πρωτίστως η αναλογία μεταξύ του σκουπιδιού και του εμπορεύματος που χάνει την αξία του καθώς ευτελίζονται οι τιμές των παραγωγών υπέρ των μεσαζόντων, οπότε οι αγρότες, λόγου χάριν, σκορπίζουν τα προϊόντα στα πεζοδρόμια, θέλοντας να θυμίσουν στην κοινή γνώμη ότι τα ροδάκινα δίνονται προς 20 λεπτά το κιλό, τα πορτοκάλια προς 1 λεπτό κ.ο.κ. - ωστόσο ο αληθινά μοντέρνος, ο ψυχεδελικός τρόπος για να υποτιμήσεις κάτι είναι, παραδόξως, να ανεβάσεις την τιμή πώλησης στα ύψη, κι έτσι να το γελοιοποιήσεις. Ακούγοντας κανείς ότι κυκλοφορούν ρολόγια χεριού που κοστίζουν 330.000 ευρώ, αισθάνεται το σοκ που προκαλεί το οξύμωρο ενός πολυτελούς σκουπιδιού, δηλαδή τη μηδαμινότητα του πράγματος, συγκριτικά με το πόσο «αξιολογείται» εκτεθειμένο στη βιτρίνα.

ΣΤΗΝ ΤΑΪΛΑΝΔΗ, ένας σχεδιαστής μόδας παρουσίασε πρόσφατα μια διαμαντένια τιάρα αξίας 2.000.000 δολαρίων, προορισμένη να φοριέται από σκυλάκια σαλονιού· το δικό του, που το κρατούσε με χάρη κυρίας ανάμεσα στο μπράτσο και στα πλευρά του, τη φορούσε λιγάκι λοξά, σαν τραγιάσκα. Επόμενο ήταν εξάλλου να ασφαλιστούν τα πόδια του Ρονάλντο προς 47.000.000. Οσο για το χαβιάρι που κοστίζει 27.000 δολάρια το κιλό, η κραυγαλέα αντίθεση αντικειμένου και τιμής στη λιανική, ανεξάρτητη απ' τις τέρψεις του ουρανίσκου, υποβιβάζει το έδεσμα σε κάτι εφάμιλλο της ρέγκας.

ΤΕΤΟΙΟΙ παραλογισμοί ωχριούν μπροστά σε υπερβολές ακόμη πιο κακόγουστες, όπως παραδείγματος χάριν τα χερούλια πόρτας από πλατίνα ή οι νιπτήρες τουαλέτας, διακοσμημένοι με ρουμπίνια, στις επαύλεις του Μπέβερλι Χιλς, για τους οποίους πληρώνει όσο και για μια λιμουζίνα. Παρόμοιο αγαθό, ολότελα άχρηστο στα μάτια του κόσμου, είναι το υποτιθέμενο διαφημιστικό όφελος απ' τις υπερκοστολογημένες προεκλογικές εκστρατείες των κομμάτων. Αγαθό επομένως αναντικατάστατο.

Δημοσιεύθηκε στην «Ελευθεροτυπία» το Σάββατο 5/9/09

3.9.09

εκλογικό...

Λέγεται ότι ένας από τους λόγους της παγκόσμιας κυριαρχίας των ταινιών του Χόλιγουντ έγκειται μεταξύ άλλων στο γεγονός ότι διοχετεύουν όλα τα μεγάλα προβλήματα και σκάνδαλα των ΗΠΑ στην μεγάλη οθόνη. Αυτή τη συνταγή ακολουθεί και το δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ «Recount» (Ανακαταμέτρηση), που προέβαλε την περασμένη Κυριακή το αμερικανικό κανάλι HBO, με θέμα την αμφιλεγόμενη καταμέτρηση των ψήφων της Φλόριντα στις επεισοδιακές αμερικανικές εκλογές του 2000. Η ψηφοφορία στην πολιτεία της Φλόριντα, που έκρινε και το εκλογικό αποτέλεσμα ανανεώνοντας την θητεία του προέδρου Τζορτζ Μπους διήρκεσε 36 μέρες, κατά τη διάρκεια των οποίων έγιναν δύο καταμετρήσεις και ξεκίνησε μια τρίτη, η οποία διακόπηκε από το Ανώτατο δικαστήριο, που επικύρωσε την νίκη των Ρεπουμπλικανών. Το «Recount» είναι, σύμφωνα με την Αλεξάνδρα Στάνλεϊ των New York Times, ένα ευφυές και συναρπαστικό φιλμ, που αφηγείται τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν το βράδυ των εκλογών στην Φλόριντα, δίνοντας έμφαση στα πολύπλοκα και διαφορετικά συστήματα ψηφοφορίας και τους ποικίλους τύπους ψηφοδελτίων καθώς και στη σύγκρουση μεταξύ της υπουργού Εσωτερικών Κάθριν Χάρις και της εκλογικής επιτροπής της κοινότητας του Παλμ Μπιτς. Η διανομή των ρόλων είναι εμπνευσμένη: ο Κέβιν Σπέισι υποδύεται τον Ρον Πλέιν, τον ανώτατο σύμβουλο του αντιπροέδρου και υποψηφίου των Δημοκρατικών Αλ Γκορ και ο Τομ Ουίλκινς τον Τζέιμς Μπέικερ, τον γλυκερό σύμβουλο της οικογένειας Μπους, ο οποίος οργάνωσε την εκστρατεία των Ρεπουμπλικανών. Την κ. Χάρις υποδύεται η Λόρα Ντέρν. Απ’ότι φαίνεται όμως η προοπτική της επανάληψης των επεισοδιακών εκλογών Φλόριντα δεν έχει εκλείψει καθώς η υποψήφια για το χρίσμα των Δημοκρατικών Χίλαρι Κλίντον, η οποία υπολείπεται σε αριθμό εκλεκτόρων από τον αντίπαλό της Μπάρακ Ομπάμα, την εκλαμβάνει ως ύστατη ελπίδα σωτηρίας και προσπαθεί να πείσει την αρμόδια επιτροπή του κόμματος να συμπεριλάβει τις πολιτείες του Μίτσιγκαν και της Φλόριντα στις προκριματικές εκλογές. Το μεγάλο μάθημα από την εκλογική διαδικασία του 2000 στη εν λόγω πολιτεία είναι ότι δεν καταμετρούνται οπωσδήποτε όλες οι ψήφοι κι ορισμένες φορές το σύστημα ευνοεί τον πιο επίμονο υποψήφιο. Το «Recount» δεν ισχυρίζεται ότι ο Τζορτζ Μπους κερδισε με δόλιο τρόπο την δεύτερη θητεία ως πλανητάρχης. Αποδεικνύει ότι τα πολύπλοκα εκλογικά συστήματα (κάθε πολιτεία στις ΗΠΑ μπορεί να υιοθετήσει τον δικό της τρόπο ψηφοφορίας) και οι απανταχού εκλογικοί νόμοι ενδέχεται να αλλοιώσουν τα ποσοστά των εκλογών, ενίοτε και το εκλογικό αποτέλεσμα, επιφέροντας καίριο πλήγμα στον θεσμό της δημοκρατίας. Η δημοκρατία εξακολουθεί να είναι σήμερα ζητούμενο και στις πιο προηγμένες χώρες του πλανήτη.

Αίφνης επίκαιρο (από τις πρόσφατες Ευρωκλογές)


Οσο περνούν τα χρόνια, όλο και περισσότερος κόσμος αισθάνεται βαθιά προσβεβλημένος από τις προεκλογικές εκστρατείες των κομμάτων. Γιατί τότε η Ελλάδα «μεταμορφώνεται» σε χώρα των Λωτοφάγων. Υποψήφιοι και κόμματα ξεχνούν ότι η ανθρώπινη αντιμετώπιση και ο επαγγελματισμός στο δημόσιο είναι τόσο σπάνιος που γίνεται είδηση, ότι η αέναη σώρευση σκανδάλων και η καθ’ εξην ατιμωρησιά των υπευθύνων θυμίζει άνοστο χιλιοζεσταμένο πιάτο σε αδειανό τραπέζι, ότι η αντίληψη πως πολιτικοί παλεύουν μόνο για την επανεκλογή τους είναι βαθιά ριζωμένη στη συλλογική συνείδηση. Εξ ου και το «ξαφνικό» ενδιαφέρον για τον «πολίτη» – σαν παλιομοδίτικο παλτό που βγαίνει κάθε δύο ή τρία χρόνια από τη ναφθαλίνη – συνιστά μέγιστη προσβολή. Τα δε πολιτικά συνθήματα στις προεκλογικές αφίσες των πολιτικών αρχηγών, την έμπρακτη εκδήλωσή της: η μούντζα που έπεται της βρισιάς. Τα συνθήματα των δυο μεγάλων κομμάτων «Πρώτα ο πολίτης» και «Γίνε σύμμαχος» προκαλούν οργή και θυμηδία. Οργή για την προσβολή της νοημοσύνης μας και θυμηδία διότι αδυνατούν να αποκρύψουν το αληθινό τους μήνυμα που κραυγάζει πίσω από τις λέξεις: «Πρώτα ο πελάτης» και «Γίνε συνένοχος». Τριγυρνώντας στην «στολισμένη» προεκλογικά συνθήματα Αθήνα, περνάω από την οργή, τη θυμηδία και την αποστροφή καταλήγοντας στο συνηθισμένο συναίσθημα όπου βρίσκει σταθερά απάγκιο ο Νεοέλληνας: στη βαθιά πονεμένη θλίψη. Θλίψη για την κενότητα της γλώσσας που χάσκει στραμπουληγμένη και τσαλαπατημένη σαν κακοποιημένο ζητιανάκι. Γιατί η κακοποίηση της γλώσσας που αποτελεί ίδιον (ακόμα και διεκδικούμενο προσόν) της ελλαδικής πολιτικής σκηνής, τις μέρες αυτές αγγίζει τα ακρότατα όρια της: το απόλυτο μηδέν. Εκεί όπου κοινή συναινέσει οι λέξεις αδειάζουν πλήρως από κάθε περιεχόμενο και δεν σημαίνουν τίποτα. Και η χρήση κενών λέξεων συνιστά ένα ζοφερό βήμα πιο πέρα (ή πιο κάτω) από την ψεύτικη γλώσσα ή τη γλώσσα του ψέματος: εδραιώνουν την ανικανότητα μας να εκφράσουμε (πόσο μάλλον να πιστέψουμε) σε οποιαδήποτε αλήθεια.

31.8.09

H βαρβαρότητα ως διασκέδαση ή η διαστροφή της τέχνης


(unglourious-basterds του Κουεντίν Ταραντίνο)

Ο Κουεντίν Ταραντίνο είναι προκλητικός. Οχι βέβαια με την γόνιμη έννοια της προκλητικότητας, αποκαλύπτοντας γυμνή κάποια ενοχλητική, βαθιά κρυμμένη, αλήθεια. Παίζει απλώς με μια προκλητικότητα νεωτερικού τύπου ποντάροντας διαρκώς και διακαώς στην ακραία (στην εποχή των ακρών) υπερβολή και στην κατάχρηση της βίας, του κυνισμού και της χλεύης. Λειτουργεί αποδομητικά, χωρίς όμως να διαθέτει καμία ιδεολογική ραχοκοκαλιά ή την πρόθεση να χτίσει κάτι νέο. Με σημαία την αγάπη του για τα B’ Movies ικανοποιεί την δίψα μας για αίμα, πλουτίζοντας την φαντασία μας με πιο ευφάνταστους τρόπους ανθρωποκτονίας ικανούς να διασκεδάσουν την ανία μας.
Η συνταγή είναι βέβαια πολυδοκιμασμένη. Ομως στο «άδωξη μπάσταρδη» είναι η πρώτη φορά ο εφιάλτης του 20ου αιώνα που εξακολουθεί να ταράζει τα όνειρα της ανθρωπότητας, ο ναζισμός και το Ολοκαύτωμα, γίνονται «παιχνίδι». Ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται τόσο η εμβληματική φιγούρα του Γερμανού αξιωματικού των SS, όσο και του Εβραίου εκδικητή, προκαλεί αν μη τι άλλο εντύπωση. Η φρικιαστική ιστορική πραγματικότητα του καλλιεργημένου αξιωματικού των Ναζί, που συγκινείται ακούγοντας Μπραμς και στη συνέχεια αποτεφρώνει αναρίθμητους Εβραίους οδήγησε σημαντικούς διανοητές, όπως ο Τζορτζ Στάινερ να μιλήσουν για το τέλος του Διαφωτισμού και των αξιών του Ουμανισμού. Με το Ολοκαύτωμα συνειδητοποιήσαμε πως η θεμελιώδης ιδέα πάνω των Νεώτερων Χρόνων, ότι η παιδεία και η καλλιέργεια είναι το μοναδικό αντίδοτο στη βαρβαρότητα ήταν μια φενάκη. Νιώσαμε ανήμποροι και γυμνοί απέναντι στο Κακό κι αρχίσαμε να αμφισβητούμε την παραδεδομένη αξία της τέχνης ως αντιστάθμισμα στη βαρβαρότητα, αναζητώντας άλλη διέξοδο στο καινοφανές αδιέξοδο. Ο ναζισμός και ο σταλινισμός με τα αρίφνητα θύματά τους αντιμετωπίζονταν με την προσήκουσα αυστηρότητα και σεβασμό.
Ο Ταραντίνο όμως αντιπαραβάλει στην ειδεχθή φιγούρα του καλλιεργημένου SS, έναν ειδεχθέστερο τύπο αιμοσταγούς δολοφόνου, που υπερβαίνει κατά πολύ τη βάρβαρη ρήση «οφθαλμός αντί οφθαλμού», διασκεδάζοντας (σαν τα παιδιά που παίζουν Νintendo) δολοφονώντας Γερμανούς με μπαστούνι του μπέιζμπολ, παίρνοντάς τους το σκαλπ και χαράσσοντας τους σβάστικες στο μέτωπο με μαχαίρι. Ο Ναζί κι ο Εβραίος αρχικά εξισώνονται στην φονικότητα του μένους τους, ενώ στο τέλος, εξολοθρεύοντας οι Εβραίοι, σύμπασα την ηγεσία του Γ’ Ράιχ σαν τα σκυλιά, καταλήγουν απλώς να «κερδίσουν» τον βάρβαρο σε βαρβαρότητα. Κι όλα αυτά σε ένα κλίμα διασκεδαστικής κυνικής ευφορίας. Εδώ ξαναβρίσκουμε τη αμερικάνικη συνταγή του υπερήρωα τύπου «Ράμπο» που κερδίζει σταθερά στο πρωτάθλημα της ωμής βίας. Ομως οι χαμένοι είμαστε τελικά όλοι εμείς και το χαμόγελο του Ταραντίνο θυμίζει σκελετό που βγήκε από την ντουλάπα.

27.8.09

Χρήστος Βακαλόπουλος: ένας φάρος


Χρήστος Βακαλόπουλος
Η ονειρική υφή της πραγματικότητας
Εκδόσεις Εστία
Σελ. 718

Μετρημένες φορές στη ζωή μας, η συνάντηση με το έργο ορισμένων ανθρώπων έχει τον χαρακτήρα μιας αποκάλυψης. Συνειδητοποιεί τότε κανείς ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή αντιλαμβανόταν τον κόσμο γύρω του μέσα από παρωπίδες ή ότι τριγυρνούσε ουσιαστικά τυφλός.
Ανάλογο σοκ προκαλεί η επαφή με τα κείμενα του Χρήστου Βακαλόπουλου σε όποιον μπορέσει να αφήσει πίσω τις βεβαιότητές του και τα διαβάσει. Σαστίζει κανείς με τη διαύγεια και την οξυδέρκεια του βλέμματος αυτού του μοναδικά προικισμένου ανθρώπου, που εντόπιζε το καίριο μέσα στο ποτάμι του αστείρευτου λόγου που μας κατακλύζει. Η έκδοση των δημοσιευμένων κριτικών κειμένων του Βακαλόπουλου από το 1975 έως το 1993, καρπός της μεγάλης προσπάθειας του επιμελητή κ. Κώστα Λιβιεράτου, περιλαμβάνει κείμενα που δημοσιεύθηκαν στα έντυπα Σύγχρονος Κινηματογράφος, Αυγή, Θούριος, Ντέφι, Ιστός κ.α. Τα κριτικά και προφητικά του κείμενά για την τηλεόραση, τα οποία έγραψε το 1976-77 σε ηλικία 20 χρονών είναι σήμερα περισσότερο επίκαιρα από ποτέ : υπερασπίζουν την προσωπική σχέση με την πραγματικότητα, στηλιτεύοντας «τη ζωή που αρνιόταν ουσιαστικά τον εαυτό της προς όφελος των ψευδαισθήσεων». Το βιβλίο με τα κείμενα του Χρήστου Βακαλόπουλου αποτυπώνει την περιπέτεια και την υπεράσπιση ενός βλέμματος, την πορεία ενός ανθρώπου που παλεύει να διατηρήσει την ικανότητα να διακρίνει πέρα και πίσω από τα πράγματα. Εκεί που όλοι ακινητούν, αγκιστρωμένοι σε ιδεολογίες και βεβαιότητες, ο Βακαλόπουλος βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση, σε αναζήτηση ενός νοήματος. Τα εξομολογητικά του κείμενα είναι λάδι στη μηχανή της περιπλάνησης. Οι σταθμοί της πορείας του, η σταδιακή του άνθιση είναι εμφανής σε αυτά τα συγκεντρωμένα κείμενα. Η ωριμότητα των κειμένων του Βακαλόπουλου, ο οποίος εμφανίζεται στα γράμματα με ένα μυαλό που συνήθως συναντά κανείς σε σαραντάρηδες, εκμηδενίζει το κλισέ του ταλέντου. Δεν ήταν ένας εξαιρετικά προικισμένος άνθρωπος που έπαιξε με το δώρο και την υπεροχή του έναντι των άλλων, το πηγάδι αυτό στερεύει γρήγορα. Ήταν ένα ιδιοφυές παιδί, που ακόνισε την ευαισθησία του σε ένα βαθύ αίτημα «για ένα άνοιγμα των ματιών και της σκέψης». Δεν βρήκε καταφύγιο πίσω από ιδεολογίες, δεν προσέφυγε στη θαλπωρή των βεβαιοτήτων. Ακόμα και στην πρώτη περίοδο, όπου είναι εμφανής η βία που του ασκεί η θεωρία (μαρξισμός, ψυχανάλυση, σημειολογία) δεν υποδουλώνεται ποτέ, χρησιμοποιεί τα εργαλεία του για να ξεγυμνώσει τις ιδεολογικές σκαλωσιές που στηρίζουν ψεύτικες προσόψεις. Περνά από το αίτημα της αντίστασης στην κρατική ή άλλη ιδεολογία, στην αγωνία της σύνδεσης με την πραγματική ζωή, την απόπειρα συνάντησης με κάποιους ανθρώπους : «Η ύπαρξη των ανθρώπων και των πραγμάτων – κι όχι η ερμηνεία τους – αποτελεί (...) το μεγαλύτερο θαύμα και το μεγαλύτερο αίνιγμα».
Όλα τα κείμενα του βιβλίου αποτελούν μεγάλο σχολείο. Για όσους πονούν για νόημα και όραμα...
Αμηχανία ωστόσο και υποψίες γεννά το 140 σελίδων επίμετρο του κ. Λιβιεράτου, το οποίο αποτελεί παράφραση όλων των γραπτών του Βακαλόπουλου, καθώς, παρά τις κάποιες εκλάμψεις, ουσιαστικά αποπειράται να «προστατέψει» τον Βακαλόπουλο από «λάθος» αναγνώσεις, υποδεικνύοντας μας «πώς» θα πρέπει να τον προσεγγίσουμε και «πού» να τον εντάξουμε!

24.8.09

Σκέψεις για το βιβλίο με αφορμή δυο πασχαλινές εκδόσεις

Τα βιβλία λειτουργούν ως σκαλοπάτια ή μονοπάτια. Σε ανεβάζουν κάπου ψηλότερα (σε γκρεμίζουν κάπου χαμηλότερα) ή σε οδηγούν σε κάποιο άλλο βιβλίο. Οι «επαρκείς» αναγνώστες σύμφωνα με τον όρο του Μοντένιου, ανοίγουν, διαβάζοντας, τον δικό τους δρόμο μέσα στα βιβλία και στους συγγραφείς. Πορεύονται σε ένα καλντερίμι που χτίζουν οι ίδιοι πέτρα πέτρα, σύμφωνα με τις αναγνωστικές επιλογές τους. Σε έναν δρόμο προς μεγαλύτερη αυτογνωσία και βαθύτερη ή πιο ξεκάθαρη (το ίδιο είναι) θεώρηση του κόσμου. Το αίσθημα ότι ήσουν άλλος πριν, και άλλος μετά την ολοκλήρωσή του, είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να σου προσφέρει ένα βιβλίο. Τα βιβλία λειτουργούν συμπληρωματικά, συμβάλλοντας στη δημιουργία αυτού ενός νέου «εγώ». Η διαδοχή των διαφορετικών «εγώ» αποτελεί το μοναδικό, ίσως, τρόπο αντίληψης της πνευματικής μας πορείας στη ζωή. Η συγγένεια των διαφορετικών «εγώ» που συνθέτουν το διαρκώς εξελισσόμενο πορτρέτο μας μέσα στον χρόνο πατάει πάνω στη συγγένεια (άμεση ή εξαιρετικά έμμεση) των βιβλίων που διαβάζουμε.
Δυο πρόσφατες κυκλοφορίες λειτούργησαν για μένα ως δυο επάλληλα σκαλοπάτια, γεννώντας μου τούτες τις σκέψεις. Η ανάγνωση της «Επιστολής του Λόρδου Τσάντος» του Xόφμαννσταλ (Αγρα) μου φώτισε δύο εγγραφές από τα Collectanea του Ζήσιμου Λορεντζάτου (Δόμος). Η ύπαρξη μιας τόσο οξυμένης ευαισθησίας, την οποία αποπειράται να περί-γράψει ο Χόφμαννσταλ, μιας ευαισθησίας που δονείται από την ανεπαίσθητη για την ανθρώπινη γλώσσα, «γλώσσα των βουβών αντικειμένων» προσφέροντας άφατη ευτυχία και αίσθημα πληρότητας και οι λέξεις δεν επαρκούν να αποδώσουν, με ξαπέστειλε δια μιας στο οριακό σημείο συνάντησης της γλώσσας με τη ζωή. Εκεί που κινούνται τα δυο σχόλια του Λορεντζάτου: «Υπερτιμήθηκε στην εποχή μας το γράψιμο. […] Πολλές φορές αισθάνομαι […] πόσο αληθινά τιποτένιο ή κατώτερο πνευματικά μπορεί να θεωρήσει κανένας το γράψιμο μπροστά, λόγου χάρη, στην προσευχή (ή απλά και μόνο στο γεγονός να ζεις και να σκέφτεσαι τα διάφορα ζητήματα ή τα αισθήματά σου χωρίς να τα στρώσεις στο χαρτί». «Τα άγραφτα, που είναι στατιστικά πολύ περισσότερα από τα γραφτά, μπορεί να είναι και ουσιαστικά τα σημαντικότερα». Τα σημαντικότερα, τα άγραφτα, όσα δηλαδή σύμφωνα με τη ρήση του Βιτκενστάιν πρέπει να μένουν στη σιωπή, δύναται, νομίζω, να τα ψηλαφίσει μονάχα η ποίηση. Η ποίηση των ημερών που συλλαβίζουμε (με το ίδιο αίσθημα ανεπάρκειας της γλώσσας και του νου που περιγράφει ο Χοφμαννσταλ) στον οριακό στίχο : «θανάτω θάνατον πατήσας». Ένα μόλις βήμα πριν το άφατο. Στον πυρήνα της ύπαρξης.

18.8.09

Η πνευματική πορεία μιας ζωής

Ζήσιμου Λορεντζάτου
«Collectanea»
Εκδ. Δόμος
Σελ. 795

Προεκτείνοντας την εισαγωγική («Στον Αναγνώστη») σημείωση στα Collectanea, όπου ο Λορεντζάτος παρομοιάζει τις καταγραφές αυτές με «χαμάδες» ανάλατες, δηλαδή, ελιές που πρέπει να τρώγονται ως έχουν, αξίζει να παρατηρήσει κανείς – αποδίδοντας καλύτερα τη θερμοκρασία του βιβλίου – ότι οι χαμάδες αποτελούν τη βρώση του ερημίτη, του ασκητή, ακόμα και του Άγιου. Τα Collectanea είναι ένα ημερολόγιο δίχως ημερομηνίες όπου ο Λορεντζάτος αποθηκεύει το απόσταγμα των σκέψεων του. «Εδώ μέσα δεν αποβλέπω στα προσωρινά, αλλά στα μόνιμα στοιχεία του χρόνου. Και γράφω τα Collectanea τούτα δίχως ημερομηνίες, προσέχοντας την ουσιαστική κι όχι την ιστορική σημασία των πραγμάτων». Ενα ομολογητικό κι όχι εξομολογητικό τεφτέρι, όπου καταγράφεται η εσωτερική πνευματική πορεία ενός ασκητή της ζωής και των γραμμάτων από τον θάνατο του πατέρα του μέχρι το κατώφλι του δικού του θανάτου. Το πυκνό αυτό - με τα θεριακλίδικα γράδα του - απόσταγμα, αφενός φωτίζει πολλές πτυχές των λεπτοδουλεμένων «Μελετών» του κι αφετέρου μπορεί ν’ αποτελέσει Λυδία Λίθο για την εκτίμηση – σε μια πολύ συγκεκριμένη προοπτική – του ειδικού βάρους των ανθρώπινων έργων τέχνης και (κυρίως) του δρόμου (με μέτρο τον αρχαιοελληνικό άριστο βίο στις πάμπολλες ιστορικές εκφάνσεις του) που διανύει κανείς στη ζωή του. Ο Λορεντζάτος χρησιμοποιεί καταφανώς τις καταγραφές του ως σημαδούρες στη δική του πνευματική πορεία, προσφέροντας ταυτόχρονα έναν αυτοσχέδιο μπούσουλα, καμωμένο από το δέσιμο των πιο (φαινομενικά μόνο) ετερόκλιτων διαβασμάτων (Πλάτωνα, Σωκράτη, Θουκυδίδη, Ελλήνων Πατέρων, ποιητών κάθε εποχής όπως ο Yeats, ο Δάντης ή ο Rimbaud). «Τη σοφία όση μάζεψα δεν την χρησιμοποίησα ποτέ για άλλο κανένα λόγο, επαγγελματικό (ας υποθέσομε) παρεχτός για να βρω κάποιο νόημα στη ζωή μου ή να γίνω καλύτερος άνθρωπος». Στην ενασχόλησή του με τα γράμματα δεν είχε ωράριο. Ζούσε μέσα σ’ αυτά. «Δούλεψη και κούραση στην τέχνη ή στη γραφή και ξεκούραση μέσα στην τέχνη. Μια ζωή. Ασταμάτητα. Full circle». Το δόσιμο αυτό συμβάδιζε με μια ακοίμητη αγωνία να εξισορροπήσει το ‘ζήσιμο’ με το ‘γράψιμο’. Το γράψιμο είχε σημασία μόνο στο βαθμό που συνέβαλε στο προχώρημα της ζωής του· ήταν ο τρόπος με τον οποίο βημάτιζε: «Στο τέλος, αν με ρωτήσουν γιατί τα γράφεις όλα τούτα, έχω μια απάντηση αμάχητη, αρνητικά: ‘Δεν ξέρω να κάνω τίποτα άλλο’. Αποφατική θεολογία». Για μεγάλα διαστήματα αποζητούσε την παρέα με ανθρώπους μακριά απ’ τα χαρτιά. Τότε έτρεχε να μιλήσει σε μοναχούς, ασκητές, starets, αλλά και να πιει ένα ποτήρι κρασί με δυο-τρεις φίλους. «Η άγραφη ζωή στηρίζει τη γραμμένη και αποτελεί τη δύναμή της».
Τα Collectanea μπορούν να διαβαστούν με δύο τρόπους. Ως κατασταλάγματα της πείρας ενός ανθρώπου των γραμμάτων που αναπτύσσει εν είδη μαθήματος για τους επερχόμενους, ακροβατώντας στο ακρότατο όριο όπου συναντιούνται η ποίηση, η φιλοσοφία και η μεταφυσική, τους θεμελιώδεις άξονες της ποιητικής του: πώς προσεγγίζει τη γλώσσα, πώς διαβάζει τα μεγάλα έργα, πώς γράφει. «Το προσεχτικό διάβασμα των βιβλίων αλλά και το διάβασμα των ανθρώπων και των περιστατικών της ζωής». Αλλά και ως μαθητεία του βλέμματος, σε ένα τρόπο ζωής (κρίσεις για την παράδοση, την πολιτική, την επιστήμη, την ορθοδοξία, τις μεγάλες μεταφυσικές παραδόσεις, τον σύγχρονο τεχνολογικό μας πολιτισμό, το περιβαλλοντικό πρόβλημα). «Νομίζω πως γράφω για να προχωρήσω σε κάτι άλλο, που με την αράδα του θα φέρει άλλο, και άλλο, και άλλο, ώστε τα γραφόμενά μου στο τέλος να μην είναι παρά σταθμοί που θα περάσω κυνηγώντας κάτι άπιαστο, που δε θα το φτάσω ποτέ – ως το τέλος». Η αντίληψή του για την ποίηση «αυτό που μας φέρνει σε αντιστοιχία, σε αντιφέγγισμα με την ομορφιά ή με το ανώτερο» υπερβαίνει το στενό πλαίσιο της λογοτεχνίας «η ποίηση αρχίζει παντού και τελειώνει πουθενά» και ταυτίζεται με τον ίδιο τον άνθρωπο «η ποίηση είναι ο άνθρωπος». Η ποίηση, τα παγκόσμια έργα της οποίας κάτεχε όσο λίγοι και η κριτική της λογοτεχνίας που άσκησε σ’ ολόκληρο τον βίο του αποτελούν απλά μόνο μέσα για την προσέγγιση του Θεού της αγάπης. «Αυτό, αναζητάω, το φως».
Το βιβλίο μπορεί επίσης να διαβαστεί ως μια οψίκαρπη «Μελέτη Θανάτου». Αν στην πρώτη ανάγνωση, τα Collectanea μοιάζουν να απευθύνονται στον αναγνώστη, στη δεύτερη αποτελούν μια πνευματική άσκηση μετάνοιας – αλλαγής του νου – ενόψει του θανάτου. «Οσο μακρύτερα προχωρήσεις στον πνευματικό δρόμο τόσο μικρότερη γίνεται για σένα η διαφορά ανάμεσα στους ζωντανούς και στους πεθαμένους. Τελειώνοντας ο δρόμος θα τελειώσει και η διαφορά αυτή». Σε αυτή την περίπτωση μοιάζει να γράφει απευθυνόμενος στον εαυτό του: ζει τρώγοντας τις δικές του χαμάδες, και το χαρτί παρουσιάζεται ως ο ιδανικός, λυτρωτικός ενίοτε συνομιλητής. «Εδώ μέσα γίνεται μια σχετική διαφυγή». Εξ ου και η επανάληψη των ίδιων σκέψεων, η επιστροφή στις ίδιες αναφορές, το (ξανά)γράψιμο από την αρχή του ίδιου μαθήματος. Εδώ η γραφή – η μελέτη θανάτου – εξελίσσεται σταδιακά σε προσευχή. «Ναι, το βλέπω τώρα, η δουλειά μου (το γράψιμο) είναι η προσευχή μου».
Στα Collectanea μπαίνει κανείς – απ’ όποια σελίδα κι αν το επιχειρήσει – όπως μπαίνει σ’ ένα ποτάμι. Είτε προς τα πάνω κολυμπήσει, είτε προς τα κάτω «μια και ωυτή νερομάνα», οδός ανω κάτω μία και ωυτή.

17.8.09

Πόλη βάσανο


To πήρε για πρώτη φορά το μάτι μου στη βάση ενός μαδημένου τοίχου στα Εξάρχεια. Με μικρά κάπως καλλιγραφικά γράμματα, μια μόνο λέξη, σχεδόν ψιθυριστή: «βασανίζομαι». Ηταν ένα γλυκό ανοιξιάτικο απόβραδο και σεργιανίζαμε στην περιοχή μ’ έναν φίλο. Δυο στενά πιο κάτω το συναντήσαμε ξανά. Λίγα βήματα πιο πέρα διαβάσαμε και πάλι, χαμηλά, σύρριζα στο σκονισμένο έδαφος, σαν υποσημείωση στο πελώριο κενό του τοίχου: «Βασανίζομαι».
«Κάποιος πρέπει να υποφέρει πολύ», σχολιάσαμε βιαστικά, αποφεύγοντας να αναφερθούμε στην λαβωμένη μας διάθεση, η οποία όμως αντικαθρεφτιζόταν στα πρόσωπά μας. Έκτοτε έγινα πιο προσεκτικός στο περίεργο αυτό σύνθημα, το βλέμμα μου σάρωνε τους κραυγαλέους τοίχους της πόλης. Άρχισα να το πετυχαίνω όλο και πιο συχνά. Την ίδια λέξη, τον ίδιο καλλιγραφικά ευαίσθητο γραφικό χαρακτήρα. Και κάθε φορά ένιωθα το ίδιο μύχιο τσίμπημα, την ίδια μελαγχολική διάθεση να με κατακλύζει. Τη διάθεση που διάβαζα στα βουβά πρόσωπα των ανθρώπων που άρχισα να ρωτώ όλο και πιο συχνά αν άκουσαν το πονεμένο παράπονο της πόλης. Πριν από μερικές μέρες το ξαναπέτυχα μακριά από τα Εξάρχεια. Στην τυφλή πλάτη πολυκατοικίας στη Νέα Σμύρνη. Δεν επρόκειτο πλέον για κάποιον μαύρο και άραχλο που οριοθετούσε με το αλγεινό του μήνυμά τα όρια της συνοικίας του όπως οι αδέσποτοι σκύλοι την περιοχή τους. Ο ψίθυρος είχε γίνει κραυγή και η υποσημείωση πηχυαίος τίτλος. Ενα πελώριο «βασανίζομαι» έπιανε δύο ορόφους της πολυκατοικίας αντηχώντας σ’ ολόκληρη την περιοχή. «Κανένας παλαβός θα είναι», σχολίασε μια περαστική. «Διαφημιστικό κόλπο», αντέτεινε ένας γείτονας. Οπως κι αν έχει, όσοι ενστικτωδώς συμπάσχουν αναγνωρίζοντας κάτι από τον δικό τους πόνο στον ανώνυμο μοναχικό ολολυγμό που μοιάζει να βγαίνει από τα σπλάχνα της Αθήνας, δεν εξαπατηθήκαν από κανέναν. Ο φαύλος κύκλος έσπασε: η πόλη έπαψε να φυλάει τα έρημα που η ίδια γέννησε. Η ζωή γίνεται ολοένα και πιο αβίωτη. Οι πολίτες τριγυρνούν με λυμένο το ζωνάρι και το στόμα τους για καβγά. Ομως κάτω από τον γκρίζο βόμβο των κουραστικών μονολόγων, ανθρώπων κι εξατμίσεων, η Αθήνα βροντοφωνάζει: «βασανίζομαι».

14.7.09

Περί αστυνομικού μυθιστορήματος


Εκτος από την παραλία, την ξαπλώστρα και τον ιδρωμένο καφέ το καλοκαιράκι είναι συνυφασμένο στο συλλογικό μας ασυνείδητο και με το βιβλίο. Είναι η περίοδος που πολλοί από μας θα βυθιστούμε στο ένα βιβλίο που σύμφωνα με τις στατιστικές διαβάζουμε τον χρόνο. Βιβλίο, το οποίο έχει μεγάλες πιθανότητες να είναι μυθιστόρημα και μάλιστα αστυνομικό ή αν μη τι άλλο αστυνομικής πλοκής.
Τα αστυνομικά μυθιστορήματα δεν αποτελούν πλέον ένα ενιαίο σύνολο. Από την εποχή όπου αρκούσε ένας φλεγματικός ντετέκτιβ με κοφτερό μυαλό, ένα πτώμα, τρεις ύποπτοι, ένας μπάτλερ και καλό ανακάτωμα για να παραχθεί ένα αστυνομικό, έχει χυθεί πολύ νερό στο αυλάκι.
Το αστυνομικό μυθιστόρημα διένυσε μεγάλη απόσταση ξεκινώντας από τον Πόε περνώντας από την ανατρεπτική Χάισμιθ που έφερε τον δολοφόνο στην θέση του ήρωα για τον οποίο αγωνιά ο αναγνώστης και φτάνοντας στον Ελροϊ ο οποίος σκιαγράφησε το αληθινό μας πρόσωπο διαγράφοντας τα επίπλαστα όρια μεταξύ καλού και κακού.
Στην σημερινή εποχή της σύγχυσης των ορίων μεταξύ της αληθινής ή μη λογοτεχνίας, των μυθιστορηματικών ειδών, το αστυνομικό, «η Ιλιάδα της μεγαλούπολης» σύμφωνα με τον Τσέστερτον, λειτουργεί ως το δεκανίκι πάνω στο οποίο στηρίζονται οι λογοτέχνες και ως πρίσμα μέσα από το οποίο προσεγγίζουμε κλασικά μυθιστορήματα ανακαλύπτοντας εκλεκτικές συγγένειες. Ωστόσο όπως και το μυθιστόρημα στις απαρχές του, το αστυνομικό εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως το περιορισμένων δυνατοτήτων αποπαίδι της λογοτεχνίας.
Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν και κατά πόσο το αστυνομικό μυθιστόρημα σε όλες του τις πολυποίκιλες εκφάνσεις αποτελεί ένα «εύπεπτο» ανάγνωσμα, το ιδανικό όχημα για την ολοκλήρωση της απόδρασης του λαού στις παραλίες μακριά από κάθε προβληματισμό.
Αν το μπόλι με το οποίο τα μπολιάζει παράγει έναν συγκεκριμένο μεταλλαγμένο τύπο ανοστανάλατου μυθιστορήματος, τύπου «Κώδικας Ντα Βίντσι» ή αν αντίθετα είναι σε θέση να δώσει έργα μεγάλης πνοής. Αν το αστυνομικό μυθιστόρημα αποτελεί ένα λογοτεχνικό πεδίο συγκερασμού του φιλοσοφικού, υπαρξιακού, πολιτικού προβληματισμού, πρόκειται (στην εξέλιξη των ειδών) για τον δυνατότερο οργανισμό που προορίζεται να επιβιώσει.
Μ’ άλλα λόγια, αν είναι ο πολυπρισματικός καθρέφτης όπου αντικατοπτρίζεται αυθεντικότερα η εποχή μας.